Η δεκαετία 1957-1967 χαρακτηρίζεται, για την
ελληνική πραγματικότητα, από έντονες
διεκδικήσεις για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις,
εκδημοκρατισμό και κοινωνική δικαιοσύνη, που
έχουν την αφετηρία τους τόσο στα προβλήματα που
σηματοδότησαν την μετεμφυλιακή Ελλάδα όσο και
στις επιρροές της κοινωνικό-πολιτικής
πραγματικότητας των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών.
Τον Μάιο του 1956 εκδίδεται το πρώτο φύλλο της
εφημερίδας «Πανσπουδαστική», διεκδικητικό όργανο
του «σπουδαστικού κόσμου […] χωρίς ματαιόδοξες
υστεροβουλίες αλλά με μόνη την αγαθή πίστιν μας
στην ωφελιμότητα και την προσπάθεια της
προσφοράς μας […]» (Πανσπουδαστική, 1956, φ.1),
η οποία θα συνεχίσει την εκδοτική της πορεία
μέχρι την χούντα της 21ης Απριλίου 1967.
Στην παρούσα εργασία, μέσα από ανάλυση
περιεχομένου των άρθρων της εφημερίδας «Πανσπουδαστική»,
στοχεύεται η παρουσίαση, η καταγραφή, η ανάλυση
και ο κριτικός σχολιασμός των αιτημάτων και των
διεκδικήσεων της σπουδάζουσας νεολαίας τη
δεκαετία 1957-1967 σε θέματα κοινωνικής
δικαιοσύνης και εκπαιδευτικής πολιτικής καθώς
και η συσχέτισή τους με την κοινωνικο-πολιτική
και εκπαιδευτική πραγματικότητα της χώρας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στον τρόπο με τον οποίο
αποτυπώνεται το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη
στο συγκεκριμένο έντυπο ως ευρύτερη έκφραση του
ιδεολογικο-πολιτικού χώρου της Αριστεράς το
οποίο αυτό εκφράζει.
ABSTRACT
Στην παρούσα εργασία, μέσα από ανάλυση
περιεχομένου των άρθρων της εφημερίδας «Πανσπουδαστική»,
στοχεύεται η παρουσίαση, η καταγραφή, η ανάλυση
και ο κριτικός σχολιασμός των αιτημάτων και των
διεκδικήσεων της σπουδάζουσας νεολαίας τη
δεκαετία 1957-1967 σε θέματα κοινωνικής
δικαιοσύνης και εκπαιδευτικής πολιτικής καθώς
και η συσχέτισή τους με την κοινωνικο-πολιτική
και εκπαιδευτική πραγματικότητα της χώρας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στον τρόπο με τον οποίο
αποτυπώνεται το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη
στο συγκεκριμένο έντυπο ως ευρύτερη έκφραση του
ιδεολογικο-πολιτικού χώρου της Αριστεράς το
οποίο αυτό εκφράζει.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στα τέλη Μάιου του 1956 εκδίδεται το πρώτο φύλλο
της ΠΣΚ, εφημερίδας η οποία «συντάσσεται και
εκδίδεται υπό επιτροπής», παρουσιάζεται ως
«διεκδικητικό όργανο του «σπουδαστικού κόσμου
[…] χωρίς ματαιόδοξες υστεροβουλίες αλλά με μόνη
την αγαθή πίστιν μας στην ωφελιμότητα και την
προσπάθεια της προσφοράς μας […]»
(Πανσπουδαστική, φ.1, 1956, σ.1), ενώ 50 χρόνια
αργότερα χαρακτηρίζεται ως το «σημαντικότερο
φοιτητικό περιοδικό των μεταπολεμικών χρόνων»
(Ελευθεροτυπία, Ιός, 7-9-06), μια και που από
την ανάλυση του περιεχομένου των τευχών της
μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι δεν αναφέρεται
/ καλύπτει μόνο σπουδαστικές ή πολιτικές
ειδήσεις και διεκδικήσεις, αλλά ότι παράλληλα
αποτελεί μία σημαντική πολιτιστική πηγή
ενημέρωσης δημοσιεύοντας μελέτες, άρθρα,
ενημέρωση για τα πολιτιστικά δρώμενα, κριτικές
για βιβλία, εικαστικές εκθέσεις κλπ. Στα τεύχη
της Πανσπουδαστικής θα βρούμε, για παράδειγμα,
συνεντεύξεις του Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και
κείμενα του γάλλου παιδαγωγού Henri Wallon,
μάλλον σχετικά αγνοημένου από την «επίσημη»
παιδαγωγική βιβλιογραφία της εποχής.
Στην ίδια χρονική περίοδο παρουσιάζονται και
άλλα περιοδικά του φοιτητικού κόσμου όπως, η Νέα
Πορεία, η Κριτική, τα Φοιτητικά κλπ, που όμως, η
σύγκριση του περιεχομένου και του ιδεολογικο-πολιτικού
τους προσανατολισμού απέχει των στόχων της
παρούσας εργασίας, και κατά συνέπεια δεν μας
απασχολούν. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι
το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στις συλλογικότητες
και ως εκ τούτου δεν καταγράφουμε, αναφερόμαστε
και σχολιάζουμε προσωπικές/ατομικές διεκδικήσεις
και αιτήματα, αλλά μόνο συλλογικές διεκδικήσεις.
Δεν αναφερόμαστε επίσης και σε σχολιασμούς
πολιτικών ή άλλων γεγονότων από την στιγμή που
δεν περιλαμβάνουν ή δεν καταλήγουν σε φοιτητικές
διεκδικήσεις. Το ενδιαφέρον όμως για την ανάλυσή
τους παρουσιάζεται και παραμένει σημαντικό.
Η κυκλοφορία της ΠΣΚ θα συνεχίσει κανονικά, ανά
15θήμερο, μέχρι την δικτατορία της 21ης Απριλίου
1967, οπότε και απαγορεύεται η κυκλοφορία της,
μετά από 53 συνολικά τεύχη. Χαρακτηριστικό το
γεγονός ότι η κυκλοφορία της γίνεται κανονικά
από το 1956 μέχρι το 1962, ενώ στα
υπόλοιπα έτη κυκλοφορίας της μέχρι τον Απρίλη
του 1967 η τακτικότητα έκδοσης θα διακόπτεται
τόσο από οικονομικούς, όσο όμως και κυριότερα
λόγω του ότι «συντάκτες της στάθηκαν πρωτεργάτες
στους φοιτητικούς αγώνες του 114 και του 15%,
στην προπαρασκευή του Δ΄Συνεδρίου, στη
δημιουργία και στελέχωση της ΕΦΕΕ. Έτσι η
προσφορά τους στην «Πανσπουδαστική» μειώθηκε
σημαντικά» (φ. 49, 1-1966, σ.3).
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η περίοδος 1956-1967 έχει σημαδευτεί από τα
σπουδαιότερα χαρακτηριστικά της ελληνικής
πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Η
διατήρηση των επιπτώσεων του εμφυλίου πολέμου
και η παρουσία μέσω της δυτικής επιρροής του
ψυχροπολεμικού κλίματος διατηρεί αρχικά τη
διαμορφωμένη παρουσία του δεξιού κράτους το
οποίο ουσιαστικά κάνοντας δειλά βήματα προσπαθεί
να εκσυγχρονιστεί στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου
Καραμανλή και του πολιτικού σχηματισμού της ΕΡΕ,
της οποίας η ίδρυση χρονικά συμπίπτει με την
έναρξη της κυκλοφορίας της Πανσπουδαστικής,
δηλαδή το 1956. Η ελληνική πολιτική εσωτερική
πραγματικότητα θα λειτουργήσει λοιπόν μέσα από
την πολιτική και κοινοβουλευτική σύγκρουση από
τη μια μεριά μεταξύ της ανανεωμένης
–εκσυγχρονισμένης δεξιάς ΕΡΕ και από την άλλη
πλευρά ενός πολυδιασπασμένου κέντρου απείκασμα
της φιλελεύθερης παράταξης και μιας αριστεράς
της οποίας η ηγεσία βρίσκεται εξόριστη στο
εξωτερικό και της αντιπροσώπευσής της στο
εσωτερικό από την ΕΔΑ και ορισμένες συμπαθούσες
παρατάξεις (Στασινόπουλος, 1985).
Τα αιτήματα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις,
εκδημοκρατισμό και κοινωνική δικαιοσύνη, που
έχουν την αφετηρία τους τόσο στα προβλήματα που
σηματοδότησαν την μετεμφυλιακή Ελλάδα όσο και
στις επιρροές της κοινωνικό-πολιτικής
πραγματικότητας βρίσκουν την καλύτερη απόδοσή
τους στο φοιτητικό κίνημα και στις διεκδικήσεις
του, καθώς και στον διατυπωμένο και εκφρασμένο
φοιτητικό λόγο.
Ο μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας με τη
βοήθεια της οικονομικής ανάπτυξης, η οποία
παρατηρείται από τα μέσα της δεκαετίας του 50
και μετά, της τόνωσης της βιομηχανικής παραγωγής
και της αύξησης του ακαθάριστου εγχώριου
προϊόντος, αλλά και της εμφάνισης στην ελληνική
κοινωνία των έντονων φαινόμενων αστυφιλίας στο
εσωτερικό, της εγκατάλειψη της υπαίθρου, και του
ισχυρού μεταναστευτικού ρεύματος στο εξωτερικό,
όταν περίπου 400000 άνθρωποι εγκαταλείπουν την
χώρα ως οικονομικοί μετανάστες (Δόβας, 1980),
στερώντας την από ένα μεγάλο ποσοστό ενεργού
εργατικού πληθυσμού, προβάλλει έντονα ουσιαστικά
θεσμικά αιτήματα εκδημοκρατισμού, πολιτικής και
κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η παρουσία του Κυπριακού προβλήματος στην
ελληνική εξωτερική πολιτική, αλλά και του ξένου
παράγοντα ως άτυπης δύναμης κατοχής μέσω των
διπλωματικών εκπροσώπων, αλλά και της
δραστηριότητας των Ανακτόρων και του βασιλικού
περιβάλλοντος, αποτελεί ένα σημαντικότατο
παράγοντα που διαμορφώνει και καθοδηγεί τους
αγώνες του ελληνικού λαού, πέρα από τον
απαραίτητο εκδημοκρατισμό της ελληνικής
κοινωνίας στο ζήτημα της εξασφάλισης και της
θεμελίωσης της εθνικής ανεξαρτησίας στη χώρα (Βουρνάς,
χχ) .
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ & ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ
Η δεκαετία 1956-1966 χαρακτηρίζεται από ποικίλα
μεταπτωτικά χαρακτηριστικά στο χώρο της
ελληνικής εκπαίδευσης. Από την Επιτροπή Ειδικών
«με ποικίλη σύνθεση που συνέστησε ο πρωθυπουργός
Κ. Καραμανλής» (Δημαράς, Παπαγεωργίου, 2008,
147) το 1957, μέχρι την εκπαιδευτική
μεταρρύθμιση του Γεωργίου Παπανδρέου, ως
πρωθυπουργού και συνάμα υπουργού παιδείας, με
την ενεργό και καθοριστική συμμετοχή του γενικού
γραμματέα του υπουργείου παιδείας, Ευάγγελου
Παπανούτσου, το 1964, έχει κανείς τη δυνατότητα
να παρακολουθήσει ατελέσφορες, λίγο-πολύ,
προσπάθειες εκσυγχρονισμού του ελληνικού
εκπαιδευτικού συστήματος, μια και που, αν και,
εφενός οι «προτάσεις που διατυπώθηκαν, -με την
μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Καραμανλή το 1957-
δεν είναι ριζοσπαστικές αλλά αποπνέουν έναν αέρα
προοδευτισμού και εκσυγχρονισμού της
εκπαίδευσης» (Δημαράς, Παπαγεωργίου, 2008, 147),
και αφετέρου, η μεταρρύθμιση του 1964 επιδιώκει
και ως ένα βαθμό επιτυγχάνει «την προσαρμογή της
εκπαίδευσης στα νέα κοινωνικά/οικονομικά και
πολιτισμικά δεδομένα για τον αστικό
εκσυγχρονισμό της ελληνικής εκπαίδευσης»
(Δημαράς, Παπαγεωργίου, 2008, 147), πολύ γρήγορα
θα εγκαταλειφθούν με τη Χούντα του Απριλίου του
1967 και η εκπαίδευση θα επανέλθει «στα
προηγούμενα αναχρονιστικά πλαίσια με μια σειρά
από αναγκαστικούς νόμους» (Δημαράς,
Παπαγεωργίου, 2008, 148).
Στην προαναφερόμενη αυτή δεκαετία η παρουσία των
φοιτητών είναι ιδιαίτερα σημαντική. Ως το
περισσότερο ζωντανό κομμάτι της ελληνικής
κοινωνίας διεκδικούν τόσο στο χώρο της
εκπαίδευσης, όσο όμως και γενικότερα στον
ευρύτερο χώρο της κοινωνικής πολιτικής, της
κοινωνικής δικαιοσύνης και του εκδημοκρατισμού
της παιδείας, αλλά και της κοινωνίας ευρύτερα.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σπύρος Ασδραχάς
(συνέδριο ΑΣΚΙ, Μάρτιος 2008) «επηρέασαν και
επηρεάστηκαν, καθόρισαν και καθορίστηκαν,
ενέπνευσαν και εμπνεύστηκαν. Ο λόγος για τις
ελληνικές πολιτικές νεολαίες αλλά και για την
παρουσία της νέας γενιάς συνολικά στα πολιτικά
και κοινωνικά δρώμενα στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Οι «νεολαίοι», όπως καθιερώθηκε να λέγονται οι
νεανικές οργανώσεις των κομμάτων, συμβολοποίησαν
μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τις δύσκολες
περιόδους της μεταπολεμικής και της
μετεμφυλιακής Ελλάδας το κόστος της συμμετοχής,
της θυσίας, των ιδανικών, των αναζητήσεων και
των συγκρούσεων».
Τον Μάιο του 1956 στο πρώτο τεύχος της
Πανσπουδαστικής γίνεται σαφές ότι «η σπουδαστική
μας νεότης ριζοβολεί μέσα στην ασθένεια και την
κακομοιριά και δηλητηριάζεται από τοξίνες που
προκαλούν τον αργό μαρασμόν» (φ.1, 1956, σ. 1).
Όμως, «υπακούοντας μόνο στο ένστικτο της
νεότητος, το γεμάτο σφρίγος και θέλησιν δια την
προκοπήν, μαχητικό και ερεθισμένο από την δίψα
της μαθήσεως, παρουσιάζει σήμερα μία ελπιδοφόρο
σελίδα της ελληνικής μας πατρίδος. Γεμάτοι αγάπη
προς τον άνθρωπον, γεμάτοι καλωσύνη προς την
ζωήν, οι νέοι μας το μόνο που ζητούν είναι η
μελέτη, η φοίτησις, η επιστήμη, η γνώσις. Δεν
εκλιπαρούν απλόχερες παραχωρήσεις και
αλτρουισμούς, αλλά γυρεύουν μόνο τον ομαλό και
δυνατό δρόμο προς επιτυχίαν του υψηλού σκοπού
των. Και ακριβώς εις το σημείον αυτό αρχίζει η
πάλη για την οριστική άνοδο» (φ.1, 1956, σ. 1).
Ο νόμος 3234/55 ο οποίος είχε ψηφιστεί με την
έναρξη του ακαδ. έτους 1955-56 χαρακτηρίζεται
αντιδημοκρατικός, «ορίζει δύο μόνον εξεταστικάς
περιόδους» και «απαιτείται η κατάργησις του»
[…]. «Οι φοιτηταί –ας σημειωθή ότι πολλοί εξ
αυτών εργάζονται και όλοι σχεδόν ευρίσκονται εις
οικονομικήν δυσχέρειαν ή και απορίαν - ανέλαβον
αγώνα εναντίον της υπάρξεως και εφαρμογής του» (φ.1,
1956). Τα αιτήματα για κατάργηση του
αντισπουδαστικού νόμου, κατοχύρωση τρίτης
εξεταστικής περιόδου, μη αύξηση ή / και
κατάργηση των διδάκτρων και των τελών εγγραφής,
βελτίωση της υλικοτεχνική υποδομής των σχολών,
(πχ. αίθουσες, θρανία, εργαστήρια, αναγνωστήρια)
καθώς και διεκδικήσεις βελτιωμένων και
εκσυγχρονισμένων προγραμμάτων σπουδών αποτελούν
πάγια αιτήματα των φοιτητών που επανέρχονται και
διαπνέουν σχεδόν όλα τα
τεύχη της Πανσπουδαστικής.
Στις διεκδικήσεις τους για τον αντιδημοκρατικό
νόμο του 1955, οι φοιτητές θα
εισπράξουν την ακόλουθη απάντηση από τον τότε
Υπουργό Παιδείας κ. Γεροκωστόπουλο:
«Μπορεί να είμαι σχιζοφρενής αλλά ο νόμος δεν
αλλάζει» (φ.1, 1956). Πορείες, διαδηλώσεις,
απεργίες των φοιτητών, διαμαρτυρίες «δια του
τύπου», αλλαγή υπουργού ως συνέπεια των
εκλογών του Φεβρουαρίου του 1956, δεν θα δώσουν
κανένα θετικό αποτέλεσμα παρά μόνον
την απάντηση δια στόματος του νέου υπουργού
παιδείας (Λεβαντή) ότι «σήμερον οι νέοι
έχουν άνεσιν και ευπορίαν, τρέφονται με κρέας
και βούτυρο ενώ εις την εποχήν μου
μελετούσαν με το λυχνάρι» (φ.1, 1956).
Καταγγέλλεται η αύξηση των διδάκτρων ως
αντιδημοκρατικό μέτρο, μια και
«μετατρέπει την παιδεία σε προνόμιο των
οικονομικώς ισχυρών» (φ.2, 12/11/1956, σ.1). Οι
ανάγκες για την παιδεία καλύπτουν μόλις το 0,05
του προϋπολογισμού και κατά συνέπεια το
αίτημα για αύξηση των δαπανών για την παιδεία θα
χαρακτηρίζει όλη την δεκαετή αυτή
περίοδο κυκλοφορίας της Πανσπουδαστικής. Στις
φοιτητικές διαδηλώσεις κυριαρχούν τα
συνθήματα «Η Παιδεία προνόμιο των πλουσίων», «4η
εξεταστική περίοδος», «μείωση των
διδάκτρων», «να σπουδάσουν και οι φτωχοί», ενώ
και οι τοπικοί σύλλογοι (Λευκαδίων,
Στερεοελλαδιτών κλπ) δηλώνουν την συμπαράστασή
τους στις φοιτητικές διεκδικήσεις. Το
σύνθημα, όπως δηλώνεται μέσα από τις σελίδες της
εφημερίδας, «πρέπει να είναι:
εξασφάλιση του δικαιώματος της μορφώσεως για
όλους ανεξαρτήτως της οικονομικής τους
καταστάσεως με μοναδικό κριτήριο την ικανότητα
και την επιμέλεια» (φ.2, 12/11/1956, σ. 3).
Τα αιτήματα στέγασης και σίτισης αποτυπώνονται
σταθερά στις φοιτητικές
διεκδικήσεις. Ήδη από το 1956 η Πανσπουδαστική
αναφέρεται στην ανάγκη για «καλό
φοιτητικό εστιατόριο» (φ.3, 4/12/1956, σ.3), για
βελτίωση της σπουδαστικής λέσχης σε
σχέση με αυτό το ίδιο το κτίριο και την
καταλληλότητα του, καθώς επίσης και για την
καθαριότητα του, όπως και για την ανάγκη ύπαρξης
χώρων «ψυχαγωγίας και ανάπαυσης»
(φ.5, 12-4-57, σ.1). Αναφορά στα ίδια θέματα και
σε επιτυχή παμφοιτητικά συλλαλητήρια
γίνεται και στα επόμενα τεύχη της εφημερίδας
(φ.14,2 6-11-58, φ.12, 19-3-58, φ.16, 13-2-59,
φ.17, 9-3-59, φ.18, 28-3-59) κάνοντας
συγκεκριμένες αναφορές, εκτός των άλλων για την
γεωπονική και το πολυτεχνείο, καταγγέλλοντας
«την μικράν ποσότητα εκάστης μερίδος, την
κακήν ποιότητα των φαγητών, την έλλειψιν της
απαιτούμενης καθαριότητος, την έλλειψιν
των απαραιτήτων σκευών σερβιρίσματος, την
έλλειψιν υπηρετικού προσωπικού» (φ.18, 28-3-
59, σ.3).
Κορύφωση αποτελούν οι καταγγελτικές αναφορές ότι
«για να πάρεις μέρος στα
συσσίτια χρειάζεται να είσαι κανονικά φοιτητής,
δηλαδή να έχεις περάσει τα μαθήματα της
προηγούμενης χρονιάς, να είσαι άπορος Α΄
κατηγορίας, να μην είσαι πρωτοετείς (οι
πρωτοετείς δεν τρώνε), κι ακόμα να διαθέτης ένα
ανεπίλητο πιστοποιητικό κοινωνικών
φρονημάτων» (φ.3, 4/12/1956, σ.3). Οι φοιτητές
αντιδρούν χαρακτηρίζοντας
«αντιπνευματικήν και ανεδαφικήν» την τακτική της
«φιλοπροόδου πολιτείας» (φ.11,
5/3/1958, σ. 1) και αντιγράφουν με ειρωνικά
σχόλια για «την …ριζικήν ανόρθωσιν της
παιδείας…» (φ.11, 5/3/1958, σ. 1), το ακόλουθο
απόσπασμα από τις ανακοινώσεις του
Πανεπιστημίου: «Τα κοινωνικά φρονήματα
προκειμένου να χρησιμοποιηθώσι δια την
επιτροπήν ατελών εγγραφών, θα απευθύνωσι εις το
γραφείον ατελών εγγραφών
Πανεπιστημίου Αθηνών, άλλως ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΙ ΑΙ
ΑΙΤΗΣΕΙΣ».
Η Επιτροπή Παιδείας του 1957 «αν και στα
πορίσματά της επισημαίνει, ότι το
εξάχρονο υποχρεωτικό δημοτικό σχολείο αποτελεί
«σημαντικήν κατάκτησιν της λαϊκής
Παιδείας», ότι πρέπει να καταβληθεί σύντονος
προσπάθεια», ώστε όλα τα παιδιά να
τελειώνουν το δημοτικό σχολείο, ότι είναι
«επείγοντα και απολύτου προτεραιότητας» η
εφαρμογή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η ίδρυση
δημοτικών σχολείων, η βελτίωση των
διδακτηρίων, η σύμπτυξη των μονοθέσιων δημοτικών
σχολείων, η αναθεώρηση και ο
εμπλουτισμός των διδακτικών αντικειμένων και των
αναλυτικών προγραμμάτων, η ισότιμη
διδασκαλία της δημοτικής και της καθαρεύουσας, ο
ανθρωπιστικός σκοπός της ελληνικής
παιδείας, η μείωση της ηλικίας εγγραφής στο
δημοτικό σχολείο, η σύμπτυξη και η
αναδιοργάνωση των Παιδαγωγικών Ακαδημιών,
ουδέποτε θα εισακουστεί»
(Παμουκτσόγλου, 2001, 27).
Η μεταρρυθμιστική λοιπόν αυτή πρόταση της
κυβέρνησης Καραμανλή (1957) δεν
απαντά σε κανένα από τα αιτήματα των φοιτητών,
οι οποίοι μέσα από τα φύλλα της
Πανσπουδαστικής συνεχίζουν να διεκδικούν αύξηση
δαπανών για την παιδεία,
εκδημοκρατισμό, κατοχύρωση του ασύλου, ενώ
παράλληλα αναφέρονται και οι ανά σχολές
διεκδικήσεις, οι οποίες βέβαια, λίγο-πολύ
ενσωματώνονται στο γενικότερο πλαίσιο. Έτσι,
τονίζονται οι ανάγκες της φιλοσοφικής σχολής ήδη
από το πρώτο τεύχος (φ.1, 31/5/1956) για
να επανέρχονται και στα επόμενα (φ.3, 4/12/1956,
φ.5, 12-4-57, σ.2, φ.7, 22-5-57, φ.10, 15-
2-58, σ.1,3, φ.12, 19-3-58), το αίτημα του
συλλόγου φοιτητών ιατρικής για κατάργηση του
αντισπουδαστικού νόμου «ο οποίος προβλέπει και
ιδιαίτερον έτος, έβδομον, πρακτικής
εξασκήσεως των φοιτητών της ιατρικής», πρακτική
εργασία η οποία όπως καταγγέλλεται θα
είναι άμισθος (φ.5, 12-4-57, σ.2), οι
διεκδικήσεις και η απεργία διαρκείας των
φοιτητών της
γεωπονικής για «δικαίωμα στις εξετάσεις» και
κατάργηση του ορίου της βαθμολογίας του 6.
Σημειώνεται ότι οι φοιτητές της γεωπονικής για
να έχουν δικαίωμα επανεξέτασης τον
Σεπτέμβριο θα πρέπει να έχουν περάσει όλα τα
μαθήματα εκτός από 3 τον Ιούνιο και με
βαθμό πάνω από έξι (φ.19, 21-4-59 σ.1). Η
φυσικομαθηματική απαιτεί βελτίωση του
προγράμματος σημειώνοντας ότι οι φοιτητές
καλούνται να παρακολουθούν ταυτόχρονα δύο
μαθήματα∙ απαιτούν εργαστήρια, επισημαίνουν ότι
στο ανατομείο «αδυνατεί να
λειτουργήσεις» και ότι είναι «άνευ θερμάνσεως
και υλικού» (φ.19, 21-4-59 σ.3, 4), ζητούν
ανταλλαγές με πανεπιστήμια του εξωτερικού,
μείωση του αριθμού παρουσιών στη
γυμναστική, διαχωρισμό του φυσιογνωστικού
τμήματος σε βιολογικό και σε γεωλογικό,
καθώς επίσης και δημιουργία 5ου έτους
οικονομικών και στατιστικής για τους
μαθηματικούς
(φ.19, 21-4-59). Ζητείται καθιέρωση 6ωρου
εργασίας για τους εργαζόμενους φοιτητές (φ.29,
15-5-61).
Οι φοιτητές του Πολυτεχνείου χαιρετίζουν την
προσχώρηση του ιδρύματος στον
«Διεθνή οργανισμόν ανταλλαγής σπουδαστών
(I.AES.TE.) κατά το θέρος», αλλά παράλληλα
διαμαρτύρονται για τις συνθήκες πρακτικής τους
άσκησης, και καταγγέλλουν το
«αποκαρδιωτικόν φαινόμενον, να εργάζωνται
σπουδασταί επί οκτάωρον με αμοιβήν ένα (1)
πιάτο φαγητόν (κυριολεκτικώς) όπως ηθέλησε να
επιβάλη ο μεγαλοβιομήχανος κ.
Μποδοσάκης» […]. «Οι Σπουδασταί, όμως, είχαν
αρκετό φιλότιμο ώστε να αποποιηθούν
την ευγενή προσφοράν του φιλεύσπλαχνου κ.
Αθανασιάδη». (φ.12, 19-3-58, σ.2).
Στα πάγια αιτήματα των φοιτητών για σίτιση,
κατοχύρωση μαθημάτων, απαλλαγή από
τα δίδακτρα, «καθιέρωσις φοιτητικού εισιτηρίου
εις όλα τα συγκοινωνιακά μέσα και εις τα
δημόσια θεάματα», καθώς και στην Εθνική
Βιβλιοθήκη (φ.13, 6-5-58, σ. 4), όπως και για
αύξηση του αριθμού των υποτροφιών, προστίθενται
αρκετά έντονα η ανάγκη κατοχύρωσης
του ασύλου και των δημοκρατικών ελευθεριών, ενώ
καταγγέλλεται (φ.21, 2-12-59) «η
ύπαρξις αστυνομικών με πολιτικά στο χώρο του
πανεπιστημίου οι οποίοι αστυνομεύουν τους
φοιτητές». Το 1961 «οι φοιτητικοί σύλλογοι
καταδικάζουν την τρομοκρατία, την βία, τους
τραμπουκισμούς και την προσπάθεια εξαγοράς
συνειδήσεων από την γνωστή Ε.Κ.Ο.Φ.»
(φ.30, 7-61), ψήφισμα καταδίκης που θα είναι
επίκαιρο και μέχρι τον Απρίλη του 1967.
Το 1ο Πανσπουδαστικό-Παμφοιτητικό Συνέδριο
αποτελεί «ιστορικό σταθμό εις τα
φοιτητικά χρονικά της χώρας μας» (φ.8, 29-11-57,
σ.1) μια και «η σπουδάζουσα νεολαία της
Ελλάδος με πραγματικόν ενθουσιασμόν εδέχθη την
σύγκλισίν του […], ως αφορμή μιας
μεγαλυτέρας εξορμήσεως δια την επίλυσιν των
ποικιλομόρφων προβλημάτων της» (φ.8, 29-
11-57 σ.1). Παράλληλα όμως, στο ίδιο τεύχος θα
πληροφορηθούμε ότι ο πρόεδρος της
ΔΕΣΠΑ (Διοικούσας Επιτροπής των Σχολών του
Πανεπιστημίου Αθηνών), Απόστολος
Κακλαμάνης, «υπέβαλεν την παραίτησίν του […] εις
ένδειξιν διαμαρτυρίας δια την
εγκατάλειψιν της Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως και την
τραγικήν κατάστασιν από οικονομικής
κυρίως απόψεως εις την οποίαν ευρίσκονατι οι
φοιτηταί των Πανεπιστημίων και των λοιπών
σχολών εις την χώραν μας» (φ.8, 29-11-57 σ.1,
3).
Το σύνολο του φοιτητικού κόσμου, μέσα από τις
σελίδες της ΠΣΚ, επικροτεί την
πρωτοβουλία σπουδαστών της φυσικομαθηματικής να
ζητήσουν από «το Υπουργείον
παιδείας τον εκσυγχρονισμόν της Ανωτάτης
Παιδείας» (φ.10, 15-2-58, σ.1,3). Διαμαρτυρίες
για «το παραφορτωμένο πρόγραμμα των 45-50 ωρών
εβδομαδιαίως (φ.16, 13-2-59, σ.4,
φ.17, 9-3-59 σ.4), για την μη διδασκαλία (φ.10,
15-2-58, σ.1,3, φ.12, 19-3-58, σ.1, φ.18, 28-
3-59, φ.22, 24-2-60) σημαντικών μαθημάτων και
κάλυψης των αντίστοιχων εδρών (πχ. στην
ΑΣΟΕΕ δεν διδάσκεται η πολιτική οικονομία, στο
πολυτεχνείο «δεν προκηρύσσεται
Διαγωνισμός πληρώσεως της έδρας της Αναλυτικής
Χημείας (αφότου απέθανεν ο αείμνηστος
καθηγητής Σ. Χορς)», (φ.32, 11-61) θα φέρουν
συχνά τους φοιτητές αντιμέτωπους με τους
καθηγητές τους (παρέμβαση καθηγητών και στις
φοιτητικές εκλογές, φ.22, 24-2-60), ενώ
όταν τύχουν της συμπαράστασής τους, σε σπάνιες
βέβαια περιπτώσεις, θα την χαιρετίσουν με
ιδιαίτερες αναφορές (φ.34, 25-1-62). Δεν θα
διστάσουν δε να ταχθούν υπέρ του καθηγητή
Ζερβού ο οποίος «απερρίφθη δια την Β΄τακτικήν
έδρα της αναλύσεως» (φ.51, 5-1966).
Παράλληλα καταγγέλονται ανοιχτά οι καθηγητές που
«εκβιάζουν» την αγορά των
συγγραμμάτων τους με «αθέμιτα και αήθη μέσα
«προκειμένου να εξασφαλίσουν την
κατανάλωσιν των περισπουδάστων συγγραμμάτων των»
(φ.6, 1-5-57, σ.11, φ.24, 23-5-60)
ενώ διατυπώνεται αίτημα για «πανεπιστημιακό
τυπογραφείο» κατά μίμηση «όλων σχεδόν
των ευρωπαϊκών χωρών» (φ.6, 1-5-57). Προτείνεται
η «Ίδρυσις Οργανισμού Εκδόσεως
Πανεπιστημιακών Συγγραμμάτων» (φ.13, 6-5-58, σ.
4), συστήνεται σχετική επιτροπή (φ.14,
26-11-58, σ.4) «δια να μελετήση το θέμα της
εκδόσεως των Πανεπιστημιακών
συγγραμμάτων και σημειώσεων», αλλά ακολουθεί στη
συνέχεια καταγγελία (φ.15, 17-12-58
σ. 1) ότι ουδεμία πρόοδος υπήρξε στο θέμα.
Οι φοιτητές ιατρικής αντιδρούν με αποχή και
συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για την
απόφαση του νομοσχεδίου περί αντιφυματικού
αγώνος, μια και «με το νομοσχέδιον αυτό ως
γνωστόν οι σπουδασταί υποχρεούνται μετά την
αποφοίτησίν τους να πάνε εις την επαρχίαν»
(φ.24, 23-5-60 σ. 1).
Η μεταρρύθμιση Καραμανλή του 1957 φαίνεται να
στόχευε και στην Τεχνική
Επαγγελματική Εκπαίδευση. Δεν παραλείπεται όμως
να επισημανθεί στην Πανσπουδαστική
(φ.23, 30-3-60) ότι τεράστια είναι τα προβλήματα
στη τεχνική εκπαίδευση (έλλειψη βιβλίων,
εργαστηρίων κλπ), και ότι δωρεάν-δημόσιες είναι
μόνο οι σχολές Σεβαστοπούλειος,
Σιβιτανίδειος και Βιοτεχνική. Κύριο αίτημα
παρουσιάζεται το Νοέμβρη του 1957 (φ.8, 29-
11-57) η ασφάλιση των μαθητών για τυχόν
ατυχήματα, με ιδιαίτερη αναφορά στη Διπλάρειο
Σχολή: «όλες οι μέχρι σήμερον ενέργειες που
έγιναν προς ασφάλισιν των μαθητών λόγω
χρήσεως από τους ιδίους των μηχανημάτων έμειναν
άκαρπες προσκρούσασαι εις την άρνησιν
και την αδιαφορίαν των αρμοδίων του ΙΚΑ». Η ίδια
δε, η Δ.Ε. της Σεβαστοπούλειου σχολής,
επισημαίνει ότι : «η τεχνική παιδεία εις την
Ελλάδα διέρχεται κρίσιμον ιστορικήν καμπήν. Η
κρισιμότης αύτη προέρχεται κατά γενικήν
ομολογίαν από την αδιαφορίαν των αρμοδίων
αρχών να επιλύσουν ένα πλήθος οξυτάτων και
ζωτικών προβλημάτων» (φ.9, 20-1-58, σ.3)
κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στην αύξηση
εκπαιδευτικών τελών, έλλειψη βιβλιοθήκης και
εργαστηρίων, διεκδικήσεις δηλαδή οι οποίες
ταυτίζονται με τις σπουδαστικές. Στις αρχές του
1958 διατυπώνεται ξεκάθαρα η ανάγκη για ίδρυση «
Συλλόγου Σπουδαστών και Πτυχιούχων
Τεχνικών Σχολών» (φ.11, 5/3/1958, σ. 2) «δια την
προώθησιν και επίλυσιν των ζητημάτων
που αφορούν τους σπουδαστάς των Τεχνικών Σχολών»
(φ.11, 5/3/1958, σ.2). Το 1966,
Σιβιτανίδειος και Ευκλείδης ζητούν κατάθεση
νομοσχεδίου για τεχνική εκπαίδευση, ενώ στη
συνέχεια τον Απρίλη του 1966 «απαράδεκτο κρίθηκε
από τους σπουδαστές των συλλόγων
της ΣΕΛΕΤΕ, της Ανωτάτης σχολής ηλεκτρονικών,
της Α.Σ. Σχολής Ηλεκτρονικών
Σιβιτανιδέιου, και της Α.Σ. ναυπηγών το
νομοσχέδιο» (φ.51, 5-1966).
Την ίδια εποχή όμως, θα επισημανθεί η έλλειψη
επαγγελματικών δικαιωμάτων για
αρκετές σχολές, ενώ παράλληλα θα διαμορφωθεί και
το αίτημα για αναβάθμιση, όπως για
παράδειγμα το αίτημα αναγνώρισης ως ανωτέρας της
ραδιοτεχνικής σχολής (φ.17, 9-3-59).
Οι πτυχιούχοι της ΠΑΣΠΕ διεκδικούν την συμμετοχή
τους στις εξετάσεις «δια την
πρόσληψιν υπαλλήλων εις την Εθνικήν Τράπεζαν»
(φ.12, 19-3-58, σ. 4), ζητούμενο αποτελεί
«η κατοχύρωσις του πτυχίου της Ανωτάτης
Εμπορικής» (φ.14, 26-11-58, σ.1), τα
επαγγελματικά δικαιώματα των σχολών του
Πολυτεχνείου (φ.16, 13-2-59, φ.17, 9-3-59), των
φυσικών που «αποκλείονται από τον ΟΤΕ» (φ.37,
16-4-62, σ.18), της νομικής, καθώς και η
μετατροπή της ΑΣΟΕΕ σε οικονομικό πανεπιστήμιο
(φ.45-46, 3-4-63).
Παράλληλα, όμως πέρα από τις καθαυτό
σπουδαστικές διεκδικήσεις, διατυπώνονται
διαμαρτυρίες και αναφορές για θέματα ευρύτερου
πολιτικού ενδιαφέροντος. Έτσι, τον Μάιο
του 1957 τονίζεται η «αντίδρασις του
σπουδαστικού κόσμου εναντίον της εκθέσεως
Μακρυνιώτη (αρχηγού χωροφυλακής)», με την οποία
εισηγείται «να απαγορευθή η ένταξις
των κάτω των είκοσι ετών Νέων εις τας Πολιτικάς
Οργανώσεις προς αποφυγήν της
διαφθοράς των» (φ.7, 22-5-57). Κατά δε τους
αρθρογραφούντες, συνδυάζεται το μέτρο αυτό
με την γενικότερη αντιλαϊκή και αντιεκπαιδευτική
πολιτική της τότε κυβέρνησης, με
ιδιαίτερες αναφορές στον αντισπουδαστικό νόμο
του 1955.
Πειθαρχικές διώξεις και προσπάθειες εκφοβισμού
και χειραγώγησης των φοιτητών
καταγράφονται και καταγγέλλονται, όπως και
καταγγέλεται κάθε προσπάθεια, «μέσω
μυστικών αστυνομικών» και «αποφάσεων» για
κατάλυση του πανεπιστημιακού ασύλου
(φ.35, 22-2-62, σ.6, φ.36, 19-3-62, φ.37,
16-4-62).
Πορείες, διαδηλώσεις, απεργίες, απεργίες πείνας
αποτελούν τα μέσα με τα οποία οι
φοιτητές διεκδικούν και αγωνίζονται για τα
αιτήματά τους. Πειθαρχικές διώξεις, απειλές,
προσπάθειες δωροδοκίας, αποβολές, άρση της
απαλλαγής των διδάκτρων, ξυλοδαρμοί,
τραυματισμοί, συλλήψεις, πολιτική επιστράτευση
(φ.37, 16-4-62, φ.42, 12-1962, φ.43-44, 1-
2- 1963) αποτελούν τα μέσα που χρησιμοποιούνται
για την αντιμετώπισή τους. Οι φοιτητές
ζητούν «την κατάργησιν του σπουδαστικού της
ασφάλειας» και την απομάκρυνση όλων των
αστυνομικών από τους χώρους του πανεπιστημίου,
ενώ συνεχίζουν να καταγγέλουν τους
«φοιτητάς ενεργά μέλη της ΕΚΟΦ-ΕΡΕ» (φ.37,
16-4-62, σ.24, φ.39-40, 5-1962). «Τέλη
1961, σε δίκη που έγινε στη Θεσσαλονίκη,
καταδικάστηκαν σε τέσσερις μήνες φυλάκιση με
τρία χρόνια αναστολή οκτώ φοιτητές, επειδή είχαν
υπογράψει διαμαρτυρία για παραβίαση
του πανεπιστημιακού ασύλου και κακοποίηση
φοιτητών από όργανα της Ασφάλειας»
(Δημαράς, Παπαγεωργίου, 2008, 168). Η κατάθεση
του διοικητή ασφαλείας Θεσσαλονίκης
στην προαναφερόμενη δίκη αποτυπώνεται με
σαφήνεια και πληρότητα στην ακόλουθη
εικόνα του τελευταίου τεύχους της
Πανσπουδαστικής πριν τη δικτατορία (53/4-1967)
ενώ συμπληρώνεται με τις ακόλουθες δηλώσεις του
τότε διοικητή: «Οι αριστεροί φοιτηταί
παρακολουθούνται και εντός του χώρου του
Πανεπιστημίου, και θα παρακολουθούνται
ακόμη και εντός των εκκλησιών» (Δημαράς,
Παπαγεωργίου, 2008, 168).
Οι αγώνες για την δημοκρατία «ματοβάβονται» από
την αστυνομία (41/10-1962), το
114 θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τα φύλλα
της Πανσπουδαστικής μετά τον Οκτώβρη
του 1962, ο όρκος των φοιτητών θα εμφανίζεται
τακτικά και στα κατοπινά φύλλα της,
« Ορκίζομαι
να φυλάττω το Σύνταγμα
και τη Δημοκρατία
πιστός στις παραδόσεις
της Ελληνικής Νεολαίας
και να προασπίζω
τις Ακαδημαϊκές Ελευθερίες
και το Ακαδημαϊκό Άσυλο.
Ζήτω η Δημοκρατία» (41/10-1962, σ.23),
το 15% για την παιδεία θα σχηματοποιηθεί στα
πρωτοσέλιδα της, μαζί με τα συνθήματα
«Μάθημα στο Mont Parnθs» και «Προίκα στην
Παιδεία» (φ.42, 12-1962), ως διαμαρτυρίες
στο «μεγάλο χρηματικό δώρο που αποφάσισε η
κυβέρνηση να προσφέρει στην πριγκίπισσα
Σοφία για το γάμο της» καθώς και στο «καινούριο
δαπανηρό καζίνο σε αντίθεση με τα
υποβαθμισμένα σχολικά κτίρια» (Δημαράς,
Παπαγεωργίου, 2008, 162), ενώ δεν θα λείψουν
οι έντονες διαμαρτυρίες για την απόφαση για
πολιτική επιστράτευση δασκάλων και
καθηγητών (φ.43-44, 1-2-1963), οι οποίες δεν
συμβολίζουν παρά ακόμη μια φορά την
απαξίωση των εκπαιδευτικών ζητημάτων από την
κυβέρνηση.
«Η γενική δυσαρέσκεια για την κρατική αβουλία να
επιλύσει τα εκπαιδευτικά
προβλήματα οδηγούν σε δυναμικές κινητοποιήσεις
τους φοιτητές και τις οργανώσεις των
λειτουργών της Στοιχειώδους και της Μέσης
Εκπαίδευσης και την ανάληψη, μετά τις εκλογές
του 1963, της διακυβέρνησης της χώρας από το
κόμμα της «Ένωσης Κέντρου» του Γ.
Παπανδρέου» (Παμουκτσόγλου, 2001, 27).
Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 (ν.4379/64)
«πραγματοποιεί το καθολικό
αίτημα για αναβάθμιση –αναγέννηση της Παιδείας»
(Παμουκτσόγλου, 2001, 28). Καθιερώνει
την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, καταργεί
τις εισαγωγικές εξετάσεις για το
γυμνάσιο, καθιερώνει τη δημοτική γλώσσα και τη
δωρεάν παιδεία, καταργεί όλες τις
οικονομικές καταβολές και στις τρεις βαθμίδες
της εκπαίδευσης, ιδρύει το Παιδαγωγικό
Ινστιτούτο «με σκοπό την έρευνα και
μετεκπαίδευση του διδακτικού προσωπικού των
σχολείων και την αύξηση των ετών φοίτησης στις
Παιδαγωγικές Ακαδημίες από δύο σε τρία
έτη» (Βιγγόπουλος, 1982, 633). Το Ακαδημαϊκό
Απολυτήριο, η διδασκαλία αρχαίων
ελληνικών από μετάφραση, ρυθμίσεις για την
τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, το
νομοσχέδιο «περί ιδρύσεως πανεπιστημίων» το
οποίο προέβλεπε ίδρυση νέων πανεπιστημίων
στην Αττική και σε άλλες πόλεις, επιδιώκουν την
«προσαρμογή της εκπαίδευσης στα νέα
κοινωνικά/οικονομικά και πολιτισμικά δεδομένα
για τον αστικό εκσυγχρονισμό της
ελληνικής εκπαίδευσης» (Δημαράς, Παπαγεωργίου,
2008, 147) .
«Αν και το εκπαιδευτικό σύστημα που θεμελίωσε ο
ν. 4379/64 θεωρήθηκε εξαιρετικά
καινοτόμο για την εποχή του δέχτηκε έντονη
κριτική από την αντιπολίτευση και τους
«θύλακες της συντήρησης» (Παμουκτσόγλου, 2001,
29). Η «αρνητική κριτική προήλθε από
την αντιπολίτευση (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις),
τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών και την Εταιρεία Ελλήνων Φιλολόγων» »
(Δημαράς, Παπαγεωργίου, 2008, 147),
ενώ «επικεντρώθηκε στο γλωσσικό ζήτημα και στην
οικονομική δυνατότητα της χώρας να
ανταποκριθεί στην εφαρμογή μίας τέτοιας πνοής
εκπαιδευτική μεταρρύθμιση»
(Παμουκτσόγλου, 2001, 29). Στην τριτοβάθμια
εκπαίδευση, μέσα από την Πανσπουδαστική,
θα δούμε να πραγματοποιείται το Α΄συνέδριο της
ΕΦΕΕ που φέρνει τον Ευάγγελο
Παπανούτσο, γενικό γραμματέα του ΥΠΕΠΘ στο Βήμα
(φ.48, 5-64), ενώ τα τεύχη λίγο πριν
την κατάργηση της κυκλοφορίας της αφιερώνονται
στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του
1965 (φ.49, 1-1966). Παράλληλα μέσα από τις
σελίδες της Πανσπουδαστικής καταγγέλλεται
η λογοκρισία (φ.50, 2-66), ζητείται μείωση της
στρατιωτικής θητείας (φ.51, 5-1966),
καταδικάζονται τα πειθαρχικά μέτρα και οι ποινές
για τους φοιτητές, ενώ περιγράφονται
αναλυτικά οι δράσεις των επιμέρους φοιτητικών
συλλόγων ως προς το 114 και το άσυλο. Και
όλα αυτά μόλις στο προτελευταίο τεύχος της
κυκλοφορίας της, τον Γενάρη του 1967 (φ.52,
1-1967)
Μετά δύο χρόνια περίπου κυκλοφορίας της
Πανσπουδαστικής ανοίγονται οι στήλες
της και σε γενικότερα πλαίσια διεκδικήσεων που
αφορούν περισσότερο σε επίκαιρα διεθνή
θέματα. Η κατάργηση της ποινής του θανάτου
παρουσιάζεται αιτούμενο για τους φοιτητές
της Παντείου (φ.24, 23-5-60, σ.5). Το Κυπριακό
απασχολεί έντονα τους φοιτητές. Συνεχείς
διαδηλώσεις με ειρηνευτικά αιτήματα
διοργανώνονται (φ.6, 1.5.1957). Πρωτοσέλιδη
συνέντευξη του Μακάριου δημοσιεύεται (φ.6,
1-5-57) ενώ «σύμπας ο φοιτητικός κόσμος
καταδικάζει τας επαίσχυντους συμφωνίας Ζυρίχης
και Λονδίνου» (φ.16, 13-2-59, σ.1) τον
Φεβρουάριο του 1959.
Ο αγώνας «για την κατάπαυση των πυρηνικών
δοκιμών» (φ.7, 22-5-57, σ.1) και οι
κινητοποιήσεις για την αποφυγή εγκατάστασης
βάσεων εκτόξευσης ατομικών πυραύλων
(φ.11, 5/3/1958, σ. 1), οι καταδίκες των
πυρηνικών δοκιμών στη Σαχάρα, όπως και
νεοναζιστικών εκδηλώσεων στο εξωτερικό (φ.22,
24-2-60 σ. 6), καθώς και αιτήματα για
αφοπλισμό (φ.33, 15-12-61, φ.47,1-64) θα
καλύψουν σημαντικό κομμάτι της εφημερίδας.
Οι έλληνες σπουδαστές συμπαρίστανται στον λαό
της Αργεντινής (φ.35, 22-2-62, σ.7),
στην Κουβανέζικη επανάσταση, (φ.28, 26-4-61),
στην αντίδραση των Ισπανών στον Φράνκο
(φ.39-40, 5-1962) ενώ καταδικάζουν τον ρατσισμό
(φ.31, 19-10-61), πραγματοποιούν
συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την εκτέλεση του
Πατρίς Λουμούμπα (φ.37, 16-4-62, σ.21),
ενώ συνεχίζουν καταδικάζοντας τον πόλεμο του
Βιετνάμ (50Α ένθετο) και τις βόμβες Ναπάλ
(φ.51, 5-1966).
ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κατά τη διάρκεια της εκδοτικής πορείας της ΠΣΚ,
εφημερίδας της οποίας «δεν
αποκρύπτεται η αριστερή ταυτότητα»
(Ελευθεροτυπία, Ιός, 7-9-06), ενώ η ίδια, αν και
καλεί
τους φοιτητές να «μαυρίσουν στις εκλογές του
1961 την καραμανλική παράταξη» (φ.31, 19-
10-61), παρουσιάζεται ως η «φωνή όλων των
σπουδαζόντων» (φ.2, 12-11-56), τα
προβλήματα των φοιτητών παρουσιάζονται σε μία
συνεχή πορεία, οι διεκδικήσεις
εκτείνονται από τη μείωση των διδάκτρων (φ.3),
τη ματαίωση του περιορισμού των
εξεταστικών περιόδων, τη στέγαση, την σίτιση το
φοιτητικό εισιτήριο και την κατοχύρωση
των μαθημάτων, τη διεκδίκηση τρίτης εξεταστικής
(φ.56) μέχρι και τα ευρύτερα κοινωνικο-
πολιτικά προβλήματα, όπως το Κυπριακό και η
αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού (ιδιαίτερα
η συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου φ.17, 9-3-59), η
αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων των
εκλογών του 1961, η δημιουργία της ΕΚΟΦ και το
Γ’ Πανσπουδαστικό συνέδριο που
διοργανώνει και το οποίο καταγγέλλεται, η ίδρυση
της ΕΦΕΕ, τα αιτήματα για αφοπλισμό
και οι αντιαποικιοκρατικοί αγώνες.
Η ίδια η Πανσπουδαστική κάνοντας απολογισμό
δράσης από το πρώτο
Πανσπουδαστικό συνέδριο το Νοέμβριο του 1957
μέχρι και το τέταρτο το 1964, διαπιστώνει
«ότι το φοιτητικό κίνημα πλέον ωριμάζει»
(φ.45-46, 3-4-63), ενώ παράλληλα κάνει, ίσως για
πρώτη φορά τόσο καθαρά, αναφορά στην «στενώτερη
πολιτική σημασία του αιτήματος του
15% υπό την έννοια ότι: α) στρέφεται αυτόματα
και a posteriori εναντίον του κόμματος που
κυβερνά και αρνείται και β) αποβαίνει, πάλι
αυτόματα και a posteriori υπέρ των κομμάτων
που συμπαρίστανται και ωφελώντας, ωφελούνται με
τη σειρά των» (φ.45-46, 3-4-63, σ.8).
Η Πανσπουδαστική χαρακτηρίζεται «βήμα
δημοκρατικού αγώνα» (φ.47,1-64) και
μελετώντας τις αποφάσεις του Δ΄Πανσπουδαστικού
συνεδρίου (φ.48, 5-64), θα μπορούσαμε
να πούμε, ότι ολοκληρώνει τις προτάσεις της για
τον αιτούμενο, ήδη από το πρώτο φύλλο της
το 1956, εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης.
Λίγους μήνες πριν τον Απρίλιο του 1967, η
Πανσπουδαστική επισημαίνει έντονα την
ανάγκη εκδημοκρατισμού στην ανώτατη εκπαίδευση
(φ.51, 5-1966). Όμως, από τον Απρίλιο
του 1967 και μετά η ανάγκη αυτή δεν θα αφορά
μόνο στους φοιτητές, αλλά και στο σύνολο
του ελληνικού λαού, ενώ η κυκλοφορία της
Πανσπουδαστικής θα απαγορευτεί μετά από 53
συνολικά τεύχη.
Περνώντας από την απλή καταγραφή των στοιχείων
και των φοιτητικών διεκδικήσεων, σε μια
διαχρονική σύγκριση του πως αντιμετώπισε μια
μεγάλη πλευρά της ελληνικής κοινωνίας και μια
μεγάλη πλευρά του φοιτητικού κινήματος τη
λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης, δεν θα
μπορέσουμε παρά να δεχτούμε την πρόκληση,
πρόκληση όχι μόνο για τον ερευνητή, αλλά και για
τον απλό σκεπτόμενο άνθρωπο, να θέσουμε το
ερώτημα του κατά πόσο τα σημερινά προβλήματα, οι
δυσκολίες και εν πάση περιπτώσει ο τρόπος που
λειτουργεί διαλεκτικά ο παράγοντας τριτοβάθμια
εκπαίδευση μέσα σε μια κοινωνία συγκρίνεται,
έχει σχέση ή ακόμη έχει αποκλίσεις από την ίδια
φάση πριν από 40 χρόνια.
Θεωρώντας ότι κάθε έρευνα αποτελεί την αφετηρία
για την επόμενη, δεν μπορούμε παρά να
παρατηρήσουμε χαρακτηριστικές στατικότητες
ανάμεσα στο τότε και στο τώρα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βιγγόπουλος, Η. (1982) Παιδεία και Εκπαίδευση
του Νέου Ελληνισμού (ιστορικό
σχεδίασμα) in: Debesse M., Mialaret G. Οι
Παιδαγωγικές Επιστήμες (Αθήνα, Δίπτυχο).
Βουρνάς Τ. (χχ). Ιστορία της Σύγχρονης
Ελλάδας (Αθήνα, Τολίδης).
Δημαράς Α., Παπαγεωργίου Β. (2008)