Η ιστορία των επιστημών και η
σχέση επιστήμης και θρησκείας
του Κώστα Γαβρόγλου
Το 1943, ένας από τους
σημαντικότερους ιστορικούς των επιστημονικών ιδεών, ο
Alexandre Koyré, δήλωνε ότι η Επιστημονική Επανάσταση του
17ου αιώνα ήταν η «πιο βαθιά
επανάσταση – ταυτοχρόνως επίτευγμα και δοκιμασία της ανθρώπινης
νόησης». Λίγα χρόνια αργότερα, το 1948, ο Herbert Butterfield, ο
ιστορικός του Cambridge που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη
δημιουργία του πρώτου Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της
Επιστήμης, έγραφε ότι η Επιστημονική Επανάσταση επισκίασε «κάθε
άλλο φαινόμενο που ακολούθησε την έλευση του χριστιανισμού,
υποβιβάζοντας την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση στην τάξη των
απλών επεισοδίων, των απλών εσωτερικών ανακατατάξεων, μέσα στο
σύστημα της μεσαιωνικής χριστιανοσύνης». Και ο Richard Westfall,
ο κατ’ εξοχήν μελετητής του Νεύτωνα, πολλά χρόνια αργότερα, το
1996, στο τελευταίο άρθρο που
έγραψε πριν τον θάνατό του, τόνιζε
σχετικά με την Επιστημονική Επανάσταση:
«Είμαι πεπεισμένος ότι δεν έχει
υπάρξει πιο θεμελιώδης αλλαγή στην ιστορία του ευρωπαϊκού
πολιτισμού». Ακόμη και υπό το πρίσμα της υπερβολής που ενυπάρχει
σε τέτοιου είδους διαπιστώσεις, είναι σαφές ότι η πραγμάτωση της
επιστήμης ως πλέγματος θεωρητικών προτάσεων, μαθηματικών
εκφράσεων και πειραματικών πρακτικών, ως εγχειρήματος αυτόνομου
από τη θρησκεία και τη φιλοσοφία, παρά την απόλυτη κυριαρχία
τους –συχνά και την αντίθεσή τους– κατά τη διάρκεια
του 16ου και 17ου αιώνα, αποτελεί
ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του Δυτικού πολιτισμού.
Το βιβλίο αυτό πραγματεύεται τη σχέση επιστήμης και θρησκείας
από την πλευρά της ιστορίας των επιστημών. Ως εκ τούτου, δεν
είναι ένα
βιβλίο που θέλει να «δικαιώσει»
μία από τις δύο πλευρές, αλλά επιδιώκει να μελετήσει συστηματικά
τη σχέση αυτή, καθώς και την ιστορικότητά της.
Σε καμία περίοδο του 20ού αιώνα η
διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία δεν
ήταν τόσο επίκαιρη –γνωσιολογικά, πολιτικά, κοινωνικά,
ιδεολογικά– όσο είναι στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Αν και
πολλοί θα συμφωνήσουν με τη διαπίστωση αυτή, δεν είναι καθόλου
σίγουρο ότι θα συμφωνήσουν και με τους στόχους μιας τέτοιας
συζήτησης. Πολλοί θα θεωρήσουν εξαιρετικά σημαντική τη συζήτηση
για να υπογραμμιστεί (ξανά) η κυριαρχία του ορθού λόγου. Άλλοι
θα επιδιώξουν μια τέτοια συζήτηση για να διαπιστωθεί (ξανά)
ότι η επιστήμη και η θρησκεία
είναι δυνατόν να συμβαδίζουν αρμονικά. Η πραγμάτευση, όμως,
αυτής της σχέσης στο πλαίσιο της ιστορίας των επιστημών
αποφεύγει τέτοια διλήμματα. Δεν ενδιαφέρει ούτε η «ανωτερότητα»
της επιστήμης
ούτε η «φιλελευθεροποίηση» της
θρησκείας – παρ’ ότι η ιστορία των επιστημών ενδιαφέρεται να
μελετήσει πώς διαμορφώθηκε ιστορικά η πεποίθηση για την
ανωτερότητα της επιστήμης και
πώς διάφοροι θεολόγοι και λειτουργοί της Εκκλησίας, μαζί και
με επιστήμονες, κατάφεραν να διαμορφώσουν την άποψη ότι
δεν υπάρχει σύγκρουση επιστήμης
και θρησκείας.
Η μεγάλη σημασία που έχει σήμερα η
διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην
επιστήμη και τη θρησκεία
αποτυπώνεται στις προσπάθειες να κατανοηθούν οι διαδοχικές
αλλαγές που υπέστη ο χαρακτήρας αυτής της σχέσης από τον 16o και
17ο αιώνα –από τότε δηλαδή που
άρχισαν να διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά
και οι πρακτικές της σύγχρονης
επιστήμης– ως αποτέλεσμα
των αλλαγών που
επήλθαν στην επιστήμη και τη
θρησκεία. Οι αλλαγές αυτές βρίσκονται
σε πλήρη
αντιστοιχία με τους γενικότερους
κοινωνικούς μετασχηματισμούς,
αφού η σχέση
επιστήμης και θρησκείας εκφράζει,
ουσιαστικά, τη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική λειτουργία της
επιστήμης και σε αυτήν της θρησκείας.
Στις μέρες μας, για πρώτη ίσως
φορά μετά από πολλές δεκαετίες, αμφισβητείται πλέον θεσμικά η
ιστορικά κατοχυρωμένη δικαιοδοσία της επιστήμης να έχει
τον αποκλειστικό λόγο για την
ανάδειξη της αλήθειας όσον αφορά τις λειτουργίες
της φύσης. Επιπλέον, σήμερα η
διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην επιστήμη
και τη θρησκεία πρέπει να λάβει
υπ’ όψιν, και μια νέα πραγματικότητα: σε ολοένα
μεγαλύτερο αριθμό πολιτών η
επιστήμη απαξιώνεται, δηλαδή χάνει το κύρος της
ως κινητήρια δύναμη των ουτοπιών
για τις οποίες μίλησαν πολλοί από την εποχή
ακόμη του Διαφωτισμού, και σίγουρα
μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ανεξάρτητα από τις
πολλαπλές ευεργετικές δυνατότητες που θα μπορούσαν
να έχουν οι εφαρμογές των
επιστημών, στη συνείδηση πολλών ανθρώπων υπάρχει
μια αίσθηση απογοήτευσης,
παρατηρείται ένα έλλειμμα αξιοπιστίας όσον αφορά
τις επιστήμες, κάτι που τους
καθιστά διστακτικούς στο να αποδέχονται άκριτα
τον απελευθερωτικό ρόλο των
επιστημών, που για πολλά χρόνια γινόταν αποδεκτός σχεδόν
αξιωματικά. Ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έλαβαν χώρα
μεγαλεπήβολα εγχειρήματα η έκβαση των οποίων συνέβαλε στον
κλονισμό
της εμπιστοσύνης των πολιτών στις
επιστήμες, κυρίως όταν φάνηκε πως ό,τι θεωρούνταν πέρα και πάνω
από την πολιτική είχε καταλήξει εργαλείο για την επίτευξη
πολιτικής ηγεμονίας: αποτυχία της πράσινης επανάστασης, αδιέξοδο
στη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, ανεξέλεγκτη ρύπανση της
ατμόσφαιρας και μόλυνση
των νερών, αφανισμός των
ανθρώπινων πληθυσμών στην Αφρική από AIDS παρά
την ύπαρξη φαρμάκων που ελέγχουν
την επιδείνωση της ασθένειας αλλά που δεν
διατίθενται λόγω υψηλού κόστους,
βαθμιαία «στρατιωτικοποίηση» της επιστημονικής έρευνας όχι μόνο
στις φυσικές αλλά και στις κοινωνικές επιστήμες, σε συνδυασμό με
την εντυπωσιακή εξέλιξη των τεχνολογιών παρακολούθησης των
πολιτών και, τέλος, κυριολεκτικά καταστροφικές κλιματικές
αλλαγές. Όλα αυτά δημιούργησαν για την επιστήμη και την
τεχνολογία μια εικόνα εκ διαμέτρου αντίθετη
από εκείνη που είχε διαμορφώσει η
έως τώρα ιστορική πορεία τους. Το πρόβλημα είναι τόσο σοβαρό,
ώστε οι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και συχνά ρηξικέλευθες
επιστημονικές εξελίξεις των ημερών
μας να μη μπορούν να αποτιμηθούν ψύχραιμα και να μην αποτρέπουν
κατά τα φαινόμενα τη βαθμιαία επικράτηση αυτής της
νέας κοινωνικής πρόσληψης της
επιστήμης.
Τις τελευταίες δεκαετίες, η
μονοσήμαντη ταύτιση της επιστήμης με την πρόοδο και η πεποίθηση
περί ουδέτερης επιστήμης και καλής ή κακής χρήσης της,
άρχισαν να κλονίζονται με ολοένα
επιταχυνόμενους ρυθμούς. Η βαθμιαία απαξίωση της επιστήμης ως
διαδικασίας λύτρωσης από δεισιδαιμονίες, που τόσο συστηματικά
είχε καλλιεργηθεί από τον 17ο αιώνα και μετά, συμπαρέσυρε και
τις
αντίστοιχες (ηθικές) αξίες που
είχαν στο μεταξύ καθιερωθεί μέσω της κυριαρχίας
της επιστήμης στις Δυτικές
κοινωνίες. Για ολοένα πολυπληθέστερες κοινωνικές
ομάδες, η κυρίαρχη ιδεολογία της
τεχνοκρατίας μοιάζει να αδιαφορεί για τον άνθρωπο, και τις
πραγματικές του ανάγκες, και να μην μπορεί να υπερβεί τη
δογματική προσήλωσή της σε μια γραμμική αντίληψη της προόδου.
Αυτό, βέβαια, δεν
σημαίνει ότι δεν εκδηλώνονται
ολοένα και περισσότερες αντιδράσεις εκ μέρους
των επιστημόνων για τις
διαφαινόμενες κατευθύνσεις ορισμένων επιστημονικών
ερευνών και εφαρμογών.
Η μελέτη της σχέσης επιστήμης και
θρησκείας, λοιπόν, γίνεται σήμερα σε ένα
πλαίσιο που το χαρακτηρίζει ένα
σχεδόν αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην εικόνα
που καλλιεργούν για την επιστήμη
και την τεχνολογία οι εκπαιδευτικοί και ερευνητικοί θεσμοί, και
στην εικόνα που διαμορφώνεται από την κοινωνική πρόσληψη των
αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας και των τεχνολογικών
εφαρμογών. Τα στοιχεία που διαμορφώνουν αυτή την κατάσταση
δεν σημαίνει ότι είναι και τα γενεσιουργά αίτια της
εμφάνισης και άνθησης των διαφόρων φονταμενταλισμών στις
ισλαμικές κοινωνίες, στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ελλάδα. Ωστόσο,
σημαντικότερη και από την εμφάνιση
των φονταμενταλισμών ενδέχεται να είναι η
γενικευόμενη κυριαρχία αξιών που
έχουν τις ιστορικές τους καταβολές στον χώρο
της θεολογίας, κάτι που
επιτυγχάνεται μέσα από εκπαιδευτικά εγχειρίδια, αποφάσεις
δικαστηρίων, τον δημόσιο λόγο γενικότερα και, επιπλέον στη χώρα
μας, από
όσα ακούγονται το πρωί της
Κυριακής στις εκκλησιές και το βράδυ στις τηλεοπτικές ειδήσεις.
Στη Δύση, η διεκδίκηση πολιτικής εξουσίας από τους λειτουργούς
της Εκκλησίας –έχοντας, μάλλον, ως
πρότυπο τις μεγάλες επιτυχίες των «συναδέλφων» τους στις
ισλαμικές κοινωνίες– έχει οδηγήσει τα πολιτικά κόμματα στο
να εκφράζουν μια ιδιόμορφη
«ευαισθησία» προς τους επικεφαλής διαφόρων Εκκλησιών, είτε
πρόκειται για Ευαγγελιστές ιεροκήρυκες που γεμίζουν στάδια σε
διάφορες Πολιτείες των ΗΠΑ είτε για τους διάφορους μητροπολίτες
της Εκκλησίας
της Ελλάδος που ουσιαστικά
καθορίζουν, αν μη τι άλλο, την ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής
για τα Βαλκάνια.
Ορισμένα από τα χαρακτηριστικά που
προσδίδουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη
συζήτηση για τη σχέση επιστήμης
και θρησκείας στις μέρες μας είναι τα εξής: η
προσπάθεια πολλών να δείξουν ότι
επιστήμη και θρησκεία είναι λόγοι συμφιλιωμένοι, η
«τραυματισμένη» εικόνα της επιστήμης, η δυναμική προώθηση του
θεολογικού λόγου ως «ισότιμου» με τον επιστημονικό, και η
διεκδίκηση πολιτικής
εξουσίας από την Εκκλησία. Οι
όποιες παρεμβάσεις πολιτικού ή και ιδεολογικού
χαρακτήρα για να αλλάξουν αυτές οι
τάσεις προϋποθέτουν, πιστεύω, και τη βαθιά
κατανόηση της ιστορίας των σχέσεων
ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία,
την οποία επιτυγχάνει με
αξιοθαύμαστο τρόπο αυτό το βιβλίο.
Στη δημόσια πρόσληψη της επιστήμης
στη Δύση, η σχέση επιστήμης και θρησκείας έχει καταγραφεί ως
σχέση ανάμεσα στους εκπροσώπους μιας αμείλικτης
εξουσίας, όπως είναι η οργανωμένη
Εκκλησία, και ενός μοναχικού διανοητή, εκφραστή κατά κάποιον
τρόπο της φιλοσοφικής ή επιστημονικής κοινότητας. Είναι
μια εικόνα που επαναλαμβάνει το
μοτίβο του «καλού και του κακού». Ωστόσο, η
εικόνα αυτή δεν αναπαράγει ένα από
τα βασικά χαρακτηριστικά της σχέσης ανάμεσα στην επιστήμη και τη
θρησκεία: ότι τα δύο «στρατόπεδα» δεν είναι ομογενοποιημένα.
Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις που οι φορείς της εκκλησιαστικής
εξουσίας,
αλλά και της επιστημονικής
κοινότητας, αντίστοιχα, εκφράζονται μέσα από μια ενιαία
προβληματική. Η Εκκλησία αισθάνθηκε κατά καιρούς απειλή, αλλά
αυτό δεν
σημαίνει πως οι εκκλησιαστικοί
λειτουργοί είχαν όλοι την ίδια άποψη για τον τρόπο
αντιμετώπισής της. Ορισμένοι
επέλεξαν τη μετωπική σύγκρουση. Άλλοι, όμως, θεώρησαν ότι
μοναδικός τρόπος διατήρησης της εξουσίας ήταν να υιοθετηθεί
τμήμα
έστω των απόψεων που εκ πρώτης
όψεως φαίνονταν απειλητικές. Το ίδιο ισχύει και
για την κοινότητα των επιστημόνων:
δίπλα σε όσους έρχονται σε μετωπική αντιπαράθεση με την Εκκλησία
υπάρχουν πολλοί που συμπλέουν μ’ αυτήν.
Συχνά, η δίκη του Γαλιλαίου, το
1633, θεωρείται ως η εμβληματική έκφραση της σχέσης επιστήμης
και θρησκείας: ο Γαλιλαίος, ως εκφραστής της αλήθειας και της
εντιμότητας και ως άνθρωπος που βάζει την αγάπη για την επιστήμη
και την αλήθεια πάνω κι απ’ τη ζωή
του, καταδικάζεται από τους σκοταδιστές της
Εκκλησίας, οι οποίοι απειλούνται
από τις απόψεις του. Η ιστορική μελέτη αυτού του επεισοδίου
δείχνει πόσο παραπλανητικό είναι το παραπάνω ερμηνευτικό
σχήμα που διαμορφώθηκε μέσα από
ποικίλα εκλαϊκευτικά έργα, στο πλαίσιο μιας
μανιχαϊστικής αντίληψης για την
επιστήμη η οποία καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του
Διαφωτισμού, αναδεικνύοντας τους επιστήμονες ως τους νέους
ήρωες. Κατ’ αρχάς, η Ιερά Εξέταση ασχολήθηκε δύο φορές με τον
Γαλιλαίο,
μία το 1616 και μία το 1633. Την
πρώτη φορά ο Γαλιλαίος, με τη βοήθεια ισχυρών εκκλησιαστικών
παραγόντων, κατάφερε να αποσπάσει την άδεια της Εκκλησίας να
συζητάει και να διδάσκει τον ηλιοκεντρισμό, αρκεί να μην
πιστεύει στο
συγκεκριμένο σύστημα. Αυτός ο
συμβιβασμός αντλούσε τη νομιμότητά του από
το ότι η αρχή σώζειν τα
φαινόμενα δεν είχε ακόμη υπονομευτεί από τις εξελίξεις:
μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει
όποιο «μοντέλο» θεωρούσε αποτελεσματικό
για τους υπολογισμούς της θέσης
των ουράνιων σωμάτων, αρκεί να συμφωνούν
τα αποτελέσματα των υπολογισμών με
τις παρατηρήσεις. Η συμφωνία, όμως, των
υπολογισμών με τις παρατηρήσεις
δεν επαλήθευε το «μοντέλο», δεν είχε καμιά
επίπτωση στην κοσμολογία, δηλαδή
στη δομή του σύμπαντος. Αυτή καθοριζόταν
με βάση άλλες αρχές. Τον
συγκεκριμένο συμβιβασμό είχε ουσιαστικά μεθοδεύσει
ο Καρδινάλιος Bellarmine κατά τις
συνεδριάσεις της Ιεράς Εξέτασης τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο
του 1616. Ο Καρδινάλιος Bellarmine ήταν Διευθυντής του
εξαιρετικά σημαντικού Collegio
Romano και είχε καλέσει τον Γαλιλαίο το 1611
να παρουσιάσει στους καθηγητές του
Κολεγίου τις εντυπωσιακές παρατηρήσεις
του με το τηλεσκόπιο που μόλις
είχε ολοκληρώσει. Ο Γαλιλαίος παρουσιάζει τις
παρατηρήσεις αυτές, οι οποίες
συμβάλλουν στην περαιτέρω φθορά της αριστοτελικής κοσμολογίας
και ουσιαστικά επιβεβαιώνονται εκ νέου από μια επιτροπή
καθηγητών του Κολεγίου, που τις
επαναλαμβάνουν. Σε λιγότερο από έναν μήνα
τον καλούν και πάλι για να τον
βραβεύσουν! Στο μεταξύ πληθαίνουν οι καταγγελίες συναδέλφων του
Γαλιλαίου προς την Ιερά Εξέταση. Ο ίδιος –σίγουρα όχι χω-
ρίς την παρότρυνση εκκλησιαστικών
παραγόντων– αποστέλλει πολυσέλιδη επιστολή στη μητέρα του
βασικού του πάτρωνα, του Κόζιμο των Μεδίκων, όπου με
αφορμή την επεξήγηση ενός χωρίου
της Παλαιάς Διαθήκης προχωρά σε μια συστηματική ανάλυση θεμάτων
ερμηνείας των Γραφών και επιχειρηματολογεί υπέρ
ενός ερμηνευτικού πλαισίου που θα
καθορίζεται από τις προσεγγίσεις των Πατέρων της Εκκλησίας, και
κυρίως του Αυγουστίνου. Το 1632, ο Γαλιλαίος εκδίδει
το
Διάλογοι ανάμεσα στα δύο βασικά
συστήματα του κόσμου – Το πτολεμαϊκό και
το
κοπερνίκειο,
ύστερα από κανονική άδεια της Εκκλησίας, όπως προέβλεπαν οι
νόμοι για κάθε νέο βιβλίο. Η
χρονολογία συμπίπτει με τις μεγάλες ήττες των Καθολικών δυνάμεων
και την αμφισβήτηση της παπικής εξουσίας στη διάρκεια του
Τριακονταετούς Πολέμου. Δεν είναι,
λοιπόν, δυνατό να σκιαγραφείται στο βιβλίο
ο Simplicio, ο αριστοτελικός
φιλόσοφος που εκφράζει και τις θέσεις της Εκκλησίας ως ένας
απελπιστικά αδύναμος συνομιλητής που δεν φέρνει ποτέ σε αμηχανία
τον Salviati, εκφραστή της νέας
φυσικής φιλοσοφίας, ο οποίος με τον υπεροπτικό του λόγο όχι μόνο
εξευτελίζει τον Simplicio, αλλά και μονίμως πείθει και τον
Sagredo, έναν μορφωμένο, αλλά
ουδέτερο ως προς το θέμα του ηλιοκεντρισμού,
συνομιλητή. Κατά την Εκκλησία, το
συνολικό «κλίμα» του βιβλίου συνηγορεί
στο ότι ο Γαλιλαίος τελικά
ασπάζεται τις απόψεις που αναπτύσσει, κατά παράβαση του
συμβιβασμού του 1616! Παρά τις προσπάθειες του Γαλιλαίου να
βρεθεί,
και πάλι, μια συμβιβαστική λύση,
το δικαστήριο τον καταδικάζει –έστω και όχι
ομόφωνα– σε ποινή ισόβιου κατ’
οίκον περιορισμού, την πρώτη φάση της οποίας εκτίει στην οικία
του Αρχιεπισκόπου της Σιένα! Ο Bellarmine έχει πεθάνει, οι
συσχετισμοί έχουν αλλάξει, οι
σύμμαχοι του Γαλιλαίου δεν μπορούν να είναι τόσο κατηγορηματικοί
όσο παλιά, αφού βρισκόμαστε σε περίοδο κατά την οποία η
Καθολική Εκκλησία δέχεται σοβαρές
απειλές. Επίσης η Εκκλησία, πάλι λόγω της
γενικότερης συγκυρίας, ήταν
αδύνατον να δεχτεί άλλη μια θεωρία του Γαλιλαίου,
συγκεκριμένα εκείνη περί της
ατομικής σύστασης της ύλης, η οποία δημιουργούσε σοβαρότατα
προβλήματα στην ερμηνεία της Θείας Ευχαριστίας. Έχει ενδιαφέρον
να σημειώσουμε ότι η στάση της Εκκλησίας δεν οδήγησε σε
συσπείρωση
των φιλοσόφων και των επιστημόνων
γύρω από τον Γαλιλαίο. Από αυτό, αλλά
και από όλα σχεδόν τα άλλα
περιστατικά που αποκαλύπτουν τη σχέση επιστήμης
και θρησκείας, είναι σαφές ότι η
σχέση αυτή πρέπει κάθε φορά να αναλύεται στο
ιστορικό της πλαίσιο και ότι δεν
επιδέχεται κάποια τυποποίηση.
Η σχέση επιστήμης και θρησκείας
βρισκόταν πάντοτε στο επίκεντρο του προβληματισμού όσων
προσπάθησαν να αναδείξουν μια εικόνα της επιστήμης που
ικανοποιούσε δικούς τους
ιδεολογικούς προσανατολισμούς: είτε ότι συμβαδίζει
με τη θρησκεία είτε ότι την
ακυρώνει. Από τα τέλη του 16ου αιώνα, πολλοί επιστήμονες αλλά
και θεολόγοι προσπάθησαν να αποδείξουν ότι οι επιστημονικές
αλήθειες «επιβεβαιώνουν» τη θρησκεία, άλλοι (κυρίως επιστήμονες)
προσπάθησαν
να πείσουν για το αντίθετο και
άλλοι διατύπωσαν επιχειρήματα που συνηγορούσαν υπέρ του
συμπληρωματικού τους χαρακτήρα. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια,
η επικράτηση της θεωρίας της
Μεγάλης Έκρηξης, και η αναπόφευκτη αντιστοίχισή της με τη
«στιγμή» της Δημιουργίας, τροφοδότησαν πάμπολλες συζητήσεις
που είδαν το φως της δημοσιότητας
μέσα από πλήθος άρθρων και βιβλίων. Μεγάλος αριθμός επιστημόνων,
θεολόγων και ιερέων, βέβαια, επέλεξαν να μη συσχετίσουν τα δύο
πεδία, άλλοι θεωρώντας ότι δεν τους αφορά κάτι τέτοιο, άλλοι ότι
η συσχέτιση είναι επιστημολογικά
αδικαιολόγητη και άλλοι επειδή πίστευαν ότι
μια τέτοια συζήτηση δεν έχει να
προσφέρει τίποτα ούτε στην επιστήμη ούτε στη
θρησκεία. Ωστόσο, τον τόνο σε
τέτοιου είδους συζητήσεις δεν τον δίνουν εκείνοι που αποφεύγουν
να κάνουν συγκρίσεις. Ο κοινωνικός αντίκτυπος των αντιπαραθέσεων
καθορίζεται, τελικά, από όσους θεωρούν ότι επί τέσσερεις περίπου
αιώνες γίνεται μια, σε τελική
ανάλυση ατελέσφορη, προσπάθεια να απαντηθεί το
εξής ερώτημα: Ποιοι τελικά είχαν
δίκιο; Ποιοι δικαιώθηκαν; Όσοι προέβαλλαν
τον Γαλιλαίο και τον Δαρβίνο ως
τους αδικημένους ήρωες που τώρα δικαιώνει
η ιστορία; Ή όσοι υποστηρίζουν ότι
οι επιστημονικές εξελίξεις (όπως πρόσφατα
η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης)
υποδεικνύουν πόσο σωστή είναι η Βιβλική εκδοχή της Δημιουργίας,
τονίζοντας ότι η θεολογία κατάφερε να ενσωματώσει όσα
θα μπορούσαν εν δυνάμει να την
αμφισβητήσουν; Ας ξαναθυμηθούμε στο σημείο
αυτό ότι, αν και τέτοιες
προσπάθειες δικαίωσης πάντοτε «επιβεβαιώνονται», αυτό δεν αφορά
την ιστορία των επιστημών, αλλά ούτε και την ιστορία γενικότερα.
το μόνο που ενδιαφέρει είναι η
κατά το δυνατόν συστηματικότερη ανάδειξη των
διαφόρων παραγόντων που
διαμόρφωσαν ιστορικά τις σχέσεις ανάμεσα στην επιστήμη και τη
θρησκεία.
Συμπερασματικά, τρία είναι τα
σημαντικά θέματα που ενδιαφέρουν τους ιστορικούς
των επιστημών όσον αφορά τη σχέση
επιστήμης-θρησκείας. Το πρώτο
είναι η ιστορικότητα αυτής της
σχέσης, η οποία αναδιαμορφώνεται μέσα από τις
αλλαγές που έχουν επέλθει ανά τους
αιώνες στα πεδία της επιστήμης και της θρησκείας. Πρόκειται στην
ουσία για σχέση ανάμεσα στους φορείς δύο διαφορετικών τρόπων
θέασης του κόσμου και ανάγεται στις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε
δύο φορείς που ιστορικά έχουν
πείσει την κοινωνία ότι διεκδικούν την αληθή ερμηνεία του
κόσμου, αλλά και ανάμεσα σε δύο διαφορετικές διεργασίες
έκφρασης,
πιστοποίησης και επιβολής της κάθε
αλήθειας. Κατά συνέπεια, πρόκειται για σχέση ανάμεσα στους
λειτουργούς δύο θεσμών που ο καθένας ασκεί (μια διαφορετικού
τύπου) εξουσία και προτείνει στην κοινωνία ένα διαφορετικό είδος
γνώσης.
Έτσι, λοιπόν, ένα σημαντικό
στοιχείο αυτής της σχέσης είναι η ιστορικότητα όχι
μόνο της αλήθειας, αλλά και των
διαδικασιών κατανόησης, πιστοποίησης, ανάδειξης και καθιέρωσής
της.
Το δεύτερο είναι ότι ο θεολογικός
προβληματισμός υπήρξε εγγενές στοιχείο
πολλών επιστημονικών έργων, κυρίως
του 17ου αιώνα, αφού πολλά από τα θεωρητικά ζητήματα που
υπεισήλθαν στη διατύπωση ή την ερμηνεία των νέων θεωριών
σχετίζονταν με τη θεολογία. Σταδιακά, όμως, αυτή η εικόνα
άλλαξε. Η πο-
ρεία της φυσικής φιλοσοφίας κατά
τη διάρκεια του 18ου αιώνα συνιστά μια απομάκρυνση από την
αριστοτελική κουλτούρα της αναζήτησης ποιητικών αιτίων,
έχοντας επικεντρωθεί στην
αναζήτηση της μαθηματικής έκφρασης των φυσικών
νόμων και στους πειραματικούς τους
ελέγχους. Είναι, επίσης, μια πορεία που έτεινε προς τη
διαμόρφωση ενός επιστημονικού λόγου που δεν οδηγούσε κάθε φορά
σε συγκρούσεις με τον κυρίαρχο
λόγο της Εκκλησίας.
Το τρίτο είναι η δημόσια έκφραση
της σχέσης επιστήμης και θρησκείας, οι
κοινωνικές διεργασίες που την
προκαλούν, την αποτρέπουν ή και την συντηρούν,
οι σχέσεις εξουσίας που
αναδεικνύονται ως αποτέλεσμα μιας διαμάχης ή μιας συζήτησης, οι
σχέσεις των επιστημόνων που εμπλέκονται σε τέτοιες διαδικασίες
με
συναδέλφους τους από την ευρύτερη
επιστημονική κοινότητα, τα ακροατήρια
που διαμορφώνονται και οι
αντιδράσεις τους, καθώς και οι επιπτώσεις στο θεσμικό πλαίσιο
στο οποίο λειτουργούν όσοι παίζουν κάποιο ρόλο στις διαμάχες ή
τις
συζητήσεις αυτές.
Το βιβλίο του John Brooke
πραγματεύεται με συστηματικό τρόπο όλα αυτά
τα θέματα. Η αποκλειστικά συγκρουσιακή λογική μέσα από
την οποία έχει προσληφθεί η
σχέση επιστήμης και θρησκείας δεν φαίνεται να εκφράζει την ιστορία
αυτής της σχέσης. Η πραγμάτευση του ζητήματος αυτού στο βιβλίο
αναδεικνύει την ιστορία
μιας συγκρουσιακής συνύπαρξης ανάμεσα στην επιστήμη και
τη θρησκεία, οι οποίες
μεταμορφώθηκαν και μεταλλάχθηκαν στη διάρκεια της
ιστορίας τους, προβάλλοντας σε
κάθε περίοδο διαφορετικά χαρακτηριστικά αυτής της «συνύπαρξης».
Η σχέση επιστήμης και θρησκείας αποτελεί μια συνεχή
(επανα)διαπραγμάτευση ανάμεσα σε
άτομα, θεσμούς και κοινωνικές ομάδες σχετικά με τη διαμόρφωση
ενός πλέγματος απόψεων για τη δομή του κόσμου, για το
είδος των σχέσεων μεταξύ των
ανθρώπων, για τον ρόλο του ατόμου. Ως εκ τούτου, στη σχέση
επιστήμης και θρησκείας εκφράζονται οι εκάστοτε πολιτικές,
κοινωνικές και ιδεολογικές διαμάχες, ενώ την ίδια στιγμή η εν
λόγω σχέση επηρεάζει
με τη σειρά της τις διαμάχες
αυτές. Στο βιβλίο του John Brooke –το κλασικό βιβλίο που
πραγματεύεται τη σχέση επιστήμης και θρησκείας στο πλαίσιο της
ιστορίας των επιστημών– παρουσιάζονται όλα αυτά τα ζητήματα, τα
οποία ο συγγραφέας αναπτύσσει με τρόπο επιστημονικά αυστηρό,
αλλά και νηφάλιο.