a l f a v i t a

22/05/2012

Web TV alfavita.gr

Επικοινωνία Ταυτότητα

Κάνετε την alfavita.gr Πρώτη Σελίδα

Ακούστε ραδιόφωνο             

61 Θέσεις Εργασίας σε Εκαπιδευτικούς Φορείς του Εξωτερικού - 3 θέσεις Ερευνητικού Προσωπικού στο Πανεπιστήμιο Κύπρου - English Instructors at American University of the Middle East (Kuwait) - Επιστημονικοί - Εργαστηριακοί Συνεργάτες και Ε.Ε.Μ. στο ΤΕΙ Πάτρας - 69 Θέσεις Εργασίας σε Διεθνείς Οργανισμούς - 24 προσλήψεις καθηγητών σε 5 πανεπιστήμια - 10 θέσεις στην INTERAMERICAN - Πωλητές σε Ηλεία, Κω, Φθιώτιδα, Ρέθυμνο και Πάρο - WIND:Ζητούνται Εκπρόσωποι Εξυπηρέτησης Πελατών - ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ - ΔΙΟΡΙΣΜΟΙ ΕΔΩ... ΚΑΝΕ ΚΛΙΚ

Κεντρική Σελίδα

Ανακοινώσεις

Επικαιρότητα

Η Εκπαίδευση στον Τύπο

Διορισμοί Προσλήψεις

Ειδήσεις

Οδηγός Εκπαιδευτικού

Εγγραφα Υπ.Παιδείας

Μεταπτυχιακά

Επιμόρφωση

Εκδηλώσεις

Εκπαιδευτικά Αρθρα

Πανελλήνιες Εξετάσεις

Μισθολογικά Συνταξιοδοτικά

Αρθρογράφοι

WebTV alfavita.gr
ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ



 

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

[ΔΕΙΤΕ τα περιεχόμενα των εκπαιδευτικών άρθρων]

 

 


Αξιολόγηση των ΑΕΙ : Κριτική αποτίμηση της κειμένης νομοθεσίας
 

Κώστας Σταμάτης*

Ο νόμος 3374/2005 εγκαινίασε ένα σύστημα εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης των ΑΕΙ, προβλέποντας συνάμα μία ανεξάρτητη διοικητική αρχή (ΑΔΙΠ), επιφορτισμένη με τη διενέργεια διαδικασιών αξιολόγησης. Η αποτίμηση που ακολουθεί εστιάζεται σε σημεία αμφιλεγόμενα ή προβληματικά της ρύθμισης αυτής, σε συνδυασμό με συναφείς διατάξεις του νόμου-πλαισίου 3549/2007.

Ως προς το αντικείμενο της αξιολόγησης

1) Το μεγάλο πρόβλημα των κριτηρίων και δεικτών κάθε αξιολόγησης διοικητικού τύπου είναι ότι επιδιώκει να κρίνει την ποιότητα του διδακτικού και ερευνητικού έργου και των προγραμμάτων σπουδών σε τελική ανάλυση με κριτήρια εν πολλοίς ποσοτικά. Ο νόμος επικαλείται βασικά τα ακόλουθα είδη κριτηρίων. Συγχρόνως όμως παρέχει εν λευκώ εξουσιοδότηση στην ανεξάρτητη διοικητική αρχή για την αξιολόγηση να «αναθεωρεί» τα κριτήρια αυτά (άρθ. 3§3 του ν. 3374/2005), καθιερώνοντας νέα ή και διαφορετικά κριτήρια, χωρίς συγκεκριμένο περιορισμό! Η κρίσιμη αυτή διάταξη ελέγχεται επομένως για αντισυνταγματικότητα.

α) Κριτήρια ποσοτικά είναι π.χ. τα μέσα και οι υποδομές, η αναλογία διδασκόντων και διδασκομένων, οι ερευνητικές υποδομές, η αποτελεσματικότητα στη διαχείριση των οικονομικών πόρων ή στη χρησιμοποίηση του διοικητικού προσωπικού. Αυτοί οι δείκτες, όμως, στη χώρα μας παρουσιάζουν προφανή υστέρηση εξ αιτίας της ελλιπούς κρατικής χρηματοδότησης για την ανώτατη εκπαίδευση. ΄Οσο για την αξιολόγηση του εξεταστικού συστήματος, και αυτό επίσης επηρεάζεται καθοριστικά από αποφάσεις που κάθε χρόνο λαμβάνονται μονομερώς από το Υπουργείο σχετικά με τον αριθμό εισακτέων σε κάθε πανεπιστημιακό Τμήμα.

β) Κριτήρια με χαρακτήρα ταυτολογικό, όπως ότι η ποιότητα του ερευνητικού έργου μιας ακαδημαϊκής μονάδας αποτιμάται με βάση την προαγωγή έρευνας.

γ) Κριτήρια όντως ποιοτικά, όπως η ποιότητα του διδακτικού έργου, η πρωτοτυπία ή οι διακρίσεις της έρευνας. Ως προς αυτά, εντούτοις, η ποθούμενη αντικειμενικότητα αξιολόγησης θα ήταν περισσότερο δυνατή σε πλαίσιο επιστημονικής κρίσης και πολύ λιγότερο σε αποτίμηση διοικητικού τύπου.

δ) Κριτήρια απροσδιόριστα, όπως «οι απαιτήσεις της κοινωνίας», οι συνεργασίες «με το κοινωνικό σύνολο», η «επικαιρότητα των παρεχόμενων γνώσεων».

2) Στην αποτίμηση του ερευνητικού έργου η διατύπωση του άρθ. 3§1 δίνει την εντύπωση ότι ευνοεί «επιστημονικές δημοσιεύσεις» σε επιθεωρήσεις και περιοδικά, όπως συνηθίζεται κυρίως στις φυσικές επιστήμες. ΄Ετσι όμως:

α) Παραγνωρίζεται ότι στις επιστήμες του ανθρώπου η έρευνα συχνά καταλήγει σε ολόκληρες μονογραφίες, που κατά κανόνα είναι αποτέλεσμα ερευνητικής εργασίας περισσότερο απαιτητικής και κοπιαστικής.

β) Αλλά ακόμη και στις επιστημονικές περιοχές στις οποίες δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, τίθεται σοβαρό ζήτημα ως προς την αξιολόγηση τέτοιων δημοσιεύσεων με βάση το διεθνές κύρος καθενός περιοδικού. Κατά τη διεθνώς κυρίαρχη αντίληψη αυτές θεωρούνται περίπου ανύπαρκτες, εάν έχουν γραφεί σε άλλη γλώσσα πέρα από την αγγλική και δυο-τρεις ακόμη. Αυτό όμως είναι κατʼ αρχήν αυθαίρετο και άδικο.

γ) Κανείς εμπειρογνώμων αξιολογητής δεν πρόκειται να διαβάσει άρθρα μελών ΔΕΠ κάποιου Τμήματος. Θα τα «αξιολογήσει» με βάση ένα κριτήριο τυπικό, τη διεθνή κατάταξη του «κύρους» του περιοδικού, με βάση ορισμένη ranking list άγνωστης προελεύσεως. Αλλά τέτοιος κατάλογος, εκτός του ότι συχνά διασυνδέεται με μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα, μπορεί να συντάσσεται και ο ίδιος με κριτήρια ιδεολογικώς ευπαθή, φιλικά προς τη mainstream άσκηση καθεμιάς επιστήμης.

δ) Εάν καθιερωθεί εξατομικευμένη «αξιολόγηση» επιστημονικών δημοσιεύσεων, τότε ο εξωτερικός αξιολογητής θα κατατάσσει τις δημοσιεύσεις σε κάποια διαφοροποιημένη κλίμακα, ακολουθώντας τα παραπάνω τυπικά και γιʼ αυτό μερικώς αυθαίρετα κριτήρια. Εκτός των άλλων παρενεργειών, ένας εξωθεσμικός παράγοντας εκ των πραγμάτων θα επηρεάζει τις κρίσεις μελών ΔΕΠ.

ε) Εάν η εξωτερική αξιολόγηση με τον παραπάνω τρόπο βαθμολογεί χαμηλά την έρευνα που παράγει ένα Τμήμα ή ολόκληρο Πανεπιστήμιο, τότε το Υπουργείο αποκτά ένα επίφοβο όπλο πίεσης απέναντί τους. Στην Ελλάδα λίγα μόνο μέλη ΔΕΠ θα έχουν «αξιολογήσιμες» δημοσιεύσεις κατά τα ανωτέρω. Με αυτή την αφορμή το Υπουργείο θα μπορεί να μειώνει ακόμη περισσότερο την κρατική χρηματοδότηση για την ανώτατη παιδεία. Δεν αποκλείεται να καθιερωθεί προσεχώς ακόμη και διαφοροποίηση μισθού ανάμεσα σε ισόβαθμα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, ανάλογα με τις «επιδόσεις» καθενός χωριστά. Τέτοιες υπερβολές στην αξιολόγηση των βρετανικών πανεπιστημίων κατά γενική ομολογία έχουν οδηγήσει εκεί σε εμφανή πτώση της ποιότητας του συνολικά παραγόμενου έργου και της ακαδημαϊκής ζωής γενικότερα. Τα πανεπιστημιακά Τμήματα καταντούν έτσι τόπος τυχαίας συνάντησης απομονωμένων, αμοιβαίως αδιάφορων και ανταγωνιζόμενων ατόμων, τύποις μόνο συναδέλφων.

3) Ανάλογα προβλήματα ανακύπτουν και ως προς την αξιολόγηση του διδακτικού έργου, εάν αυτή αρχίσει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση. Ειδικότερα:

α) Στο μέτρο που αυτή θα γίνεται κατʼ αρχάς από φοιτητές και φοιτήτριες, θα αφορά άραγε στην επιστημονική σπουδαιότητα της ύλης που διδάσκεται ή μήπως απλώς σε εξωτερικά γνωρίσματα της διδασκαλίας; Στη δεύτερη περίπτωση πανεπιστημιακοί δάσκαλοι θα μπαίνουν στον πειρασμό να κάνουν ανεπίτρεπτους συμβιβασμούς, προκειμένου να καταστούν αρεστοί και να πετύχουν καλή μνεία από το φοιτητικό κοινό που θα τους κρίνει. Δηλαδή μεγάλες περικοπές στη διδακτέα ύλη, επίφαση βαθμολόγησης, δήθεν χαριτωμένο ύφος και ελαφρύ ήθος διδασκαλίας, κάτι σαν χαλαρή παράσταση αντί για παράδοση. Εάν τέτοιο φαινόμενο αποκτήσει διαστάσεις, αυτό προοιωνίζεται εκφυλισμό της διδασκαλίας, με πτυχία ευκολίας και ουσιαστικής ημιμάθειας.

β) Τυχόν ατομική «αξιολόγηση» του διδακτικού έργου καθενός από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες εμμέσως θα προκαταλαμβάνει τις κρίσεις των τριμελών εισηγητικών επιτροπών και των εκλεκτορικών σωμάτων ως προς την εξέλιξη των μελών ΔΕΠ.

Διαδικασία της αξιολόγησης


1) Η ρύθμιση του νόμου αποδίδει ξεχωριστή σημασία σε ερωτηματολόγια που θα συμπληρώνονται κατά μόνας από διδάσκοντες και διδασκόμενους (άρθ. 5). Ωστόσο:

α) Διεθνώς εκφράζονται αμφιβολίες ως προς την αξία της μεθόδου διάγνωσης γνώμης με ερωτηματολόγια. Π.χ. οι ερωτήσεις θα είναι ανοιχτού ή κλειστού τύπου; Εάν είναι ανοιχτού τύπου, πώς θα μπορεί να γίνει κατάταξη των απαντήσεων, ώστε να επακολουθήσει η αποτίμησή τους; Εξ άλλου, αυτή η εμπειρική έρευνα θυμίζει δημοσκόπηση της κοινής γνώμης. Στηρίζεται στην αμφισβητήσιμη ιδέα, ότι καθένας ατομικά ερωτώμενος έχει από μόνος του σαφή γνώση, άρα και διαμορφωμένη γνώμη, για τα πράγματα και για τα δέοντα.

β) Η αντίληψη αυτή κατʼ αρχάς παραβλέπει το πασιφανές γεγονός, ότι μικρό μόνο ποσοστό φοιτητών και φοιτητριών παρακολουθεί τακτικά παραδόσεις, τουλάχιστον στις επιστήμες του ανθρώπου. Οι υπόλοιποι, μη διαθέτοντας γνώση της πραγματικής κατάστασης του Τμήματός τους, δεν είναι σε θέση να μορφώνουν σοβαρή γνώμη γύρω από αυτήν.

γ) Επʼ αυτού υπάρχει ήδη πλούσια εμπειρία από την πρακτική συμπλήρωσης ερωτηματολογίων σε περιφερειακά πανεπιστήμια στην Ελλάδα, τα οποία μάλιστα έχουν μικρό αριθμό φοιτητών, που σε αδρές γραμμές παρακολουθούν παραδόσεις σχετικά τακτικά. ΄Εχει παρατηρηθεί ότι οι απαντήσεις των ερωτώμενων ασυναίσθητα διακατέχονται από μια διάχυτη –καθόλου αδικαιολόγητη– κατήφεια για το μέλλον τους, ανάμικτη με αμφιβολία για το νόημα της προσπάθειας για μόρφωση. ΄Ετσι, συχνά οι απαντήσεις φοιτητών και φοιτητριών τίποτε το θετικό δεν βρίσκουν για το έργο που επιτελείται στο Τμήμα στο οποίο έχουν βρεθεί. Ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες το έργο αυτό είναι πραγματικά καλό και φιλότιμο, παρά τις ποικίλες αντικειμενικές δυσκολίες που ορθώνονται σʼ αυτό.

δ) Ακόμη και όσα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας συμμετέχουν κανονικά στα δρώμενά της και αυτά επίσης έχουν ανάγκη να διαλέγονται σταθερά μεταξύ τους και να διαφωτίζονται αμοιβαίως ως προς το έργο που επιτελείται εν συνόλω στο Τμήμα όπου ανήκουν. Υπό τις συνθήκες αυτές αληθινή αξιολόγηση μπορεί να κάνει κοινότητα τα μέλη της οποίας σε γενικές γραμμές τιμούν την ακαδημαϊκή τους ιδιότητα και λειτουργούν ως ενιαία ακαδημαϊκή μονάδα (collegium). Τεκμηριωμένη γνώμη, άρα και ελπίδα για ποιοτική αξιολόγηση, μπορεί να προκύψει μονάχα μέσα από συνεχή ροή αμοιβαίας πληροφόρησης και με διεργασίες διαβούλευσης σε συλλογικά σώματα, η οποία εκτείνεται και μεστώνει στον χρόνο. Και όχι από στιγμιαία και μοναχική συμπλήρωση κάποιου ερωτηματολογίου.

2) Η ανεξάρτητη διοικητική αρχή για την αξιολόγηση των ΑΕΙ μπορεί να αναθέτει την εξωτερική αξιολόγηση του δικού της έργου σε «αξιολογητές ή οργανισμούς ή λοιπούς φορείς, που αναπτύσσουν συναφή δραστηριότητα διεθνώς» (άρθ. 10§5). Ερωτάται:

α) ΄Αραγε ιδιωτική εταιρεία αξιολόγησης θα ήταν σε θέση να προβαίνει σε αξιολόγηση με κριτήρια ακαδημαϊκά και ουσιαστικά, όχι απλώς τεχνοκρατικά και τυπικά; Αλλά και τι είδους «οργανισμοί», με ποιο πνεύμα και με ποιες προθέσεις θα αναλάμβαναν τέτοιο έργο, κατά τους συντάκτες του νόμου; Θα μπορούσε π.χ. να είναι και ειδική υπηρεσία διεθνούς οικονομικού οργανισμού;

β) Επειδή η ΑΔΙΠ θα συμπυκνώνει το πνεύμα και τη συνολική κατεύθυνση της αξιολόγησης εν γένει, μήπως η εξωτερική κρίση της ιδίας από διεθνείς αξιολογητές αποτελέσει αγωγό για μελλοντική αλλαγή της κατεύθυνσης αυτής ως προς την αξιολόγηση και των ίδιων των ΑΕΙ; Το ενδεχόμενο αυτό προκαλεί βάσιμη ανησυχία, δεδομένου ότι η ΑΔΙΠ έχει την αρμοδιότητα να αναθεωρεί κάθε φορά τα κριτήρια και τους δείκτες αξιολόγησης των πανεπιστημιακών μονάδων (άρθ. 3§3).

Συνέπειες της αξιολόγησης


1) Οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες που θα κάνουν εξωτερική αξιολόγηση θα διατυπώνουν «συστάσεις και υποδείξεις» προς τα αξιολογούμενα Τμήματα (άρθ. 7§3). Ποια θα είναι η δεσμευτικότητα αυτών των συστάσεων και υποδείξεων; Επιτρέπεται άραγε αυτές να επεκτείνονται και σε υποδείξεις για αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών, ζήτημα στο οποίο μόνη αρμόδια είναι η Γενική Συνέλευση καθενός Τμήματος;

2) Εξαγγέλλεται ότι τόσο από το ΑΕΙ που έχει αξιολογηθεί όσο και από το Κράτος θα λαμβάνονται μέτρα για διασφάλιση και βελτίωση της ποιότητας του συνολικού πανεπιστημιακού έργου (άρθ. 1§2). Κατά τη χρονικά επόμενη αξιολόγηση θα εξετάζεται επίσης κατά πόσο αντιμετωπίσθηκαν οι αδυναμίες που θα έχουν επισημανθεί κατά την προηγούμενη αξιολόγηση (άρθ. 2§2).

Σε ό,τι αφορά σε αδυναμίες και αποκλίσεις που οφείλονται αποκλειστικά στην ευθύνη ή ολιγωρία του ίδιου του ΑΕΙ, αυτό είναι κατανοητό. Ωστόσο, ως επί το πλείστον, τέτοιες αδυναμίες οφείλονται σε χρόνιες διαρθρωτικές ελλείψεις σε υποδομές, αίθουσες, διδακτικά μέσα και προσωπικό. Αυτές όμως πηγάζουν από την πενιχρή κρατική οικονομική πολιτική ως προς τα Πανεπιστήμια, επί ολόκληρες δεκαετίες. Δεν οφείλονται σε ευθύνη των ίδιων των ΑΕΙ. Μήπως λοιπόν είναι καλό να ελέγχεται και να αποτιμάται η ευθύνη της ίδιας της Πολιτείας για τις απογοητευτικές επιδόσεις της στην κρατική χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης;

3) Ο νόμος 3374/2005 πρέπει να ερμηνεύεται συστηματικά με εκείνες τις ρυθμίσεις του μεταγενέστερου νόμου 3549/2007, που επίσης αφορούν στην αξιολόγηση των ΑΕΙ. Πράγματι, ο νόμος-πλαίσιο 3549/2007 συνδέει με πολύ ειδικό τρόπο την αξιολόγηση των πανεπιστημίων με τον τετραετή αναπτυξιακό προγραμματισμό, τον οποίο αυτά καλούνται στο εξής να καταστρώνουν. Τέτοιος προγραμματισμός θα καταλήγει σε ad hoc «προγραμματική συμφωνία» καθενός ΑΕΙ με το Υπουργείο (άρθρα 5 και 7 του ν. 3549/2007). Κατά συνέπεια, η κρατική επιχορήγηση θα είναι κυμαινόμενη και υπό όρους, τους οποίους το Υπουργείο θα επιβάλλει σε ιδιαίτερη διαπραγμάτευση με καθένα πανεπιστήμιο χωριστά.

Προς τούτο καθένα ΑΕΙ θα αξιολογείται ευθέως πλέον από την ίδια την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου με βάση τον βαθμό εκπλήρωσης στόχων που θα του έχει υπαγορεύσει προηγουμένως η εκάστοτε κυβέρνηση. Αξίζει να προσεχθεί ότι για προσεχή χρηματοδότηση θα προσμετράται η «συμμόρφωση» του ΑΕΙ (sic) προς τα αποτελέσματα της διαδικασίας αξιολόγησης που θα έχει μεσολαβήσει. Σαν να επρόκειτο για μία απλή, απροβλημάτιστη και καθαρώς διοικητική διαδικασία, που μπορεί να διεκπεραιωθεί ευχερώς και ταχέως, υπό την πιεστική επιτήρηση του αρμόδιου Υπουργείου.

Ωε εκ τούτου η αξιολόγηση των ΑΕΙ, εν συνόλω και κατʼ αποτέλεσμα, θα ρυμουλκείται από την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική ως προς τους στόχους και τον προγραμματισμό των πανεπιστημίων. Στον νόμο 3549/2007, στις ίδιες διατάξεις, προβλέπεται μάλιστα μία πρωτάκουστη αντίληψη απόλυτης συλλογικής ευθύνης και συλλογικής τιμωρίας καθενός ΑΕΙ, σε περίπτωση που αυτό θα υπολειφθεί των στόχων που, θέλοντας και μη, θα έχει αναλάβει απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο Κράτος. Με το να τιμωρείται συνολικά ένα ολόκληρο Πανεπιστήμιο για την τυχόν αρρυθμία ή την ολιγωρία κάποιου Τμήματός του, η άδικη κύρωση θα αποβαίνει εξοργιστικά επαχθής εις βάρος εκείνων των Τμημάτων του που θα έχουν καταφέρει να λειτουργούν εύρυθμα και αποδοτικά!

Τελική εκτίμηση


Οι παραπάνω ενδοιασμοί καθόλου δεν υπαινίσσονται το αδύνατον οποιασδήποτε μορφής αξιολόγησης του έργου των πανεπιστημιακών Τμημάτων από τα ίδια. Αξιολόγηση είναι κατʼ αρχήν και δυνατή και επιθυμητή, ως κατά προσέγγιση μεν, αλλά πάντως ειλικρινής αποτίμηση των διάφορων πτυχών της ακαδημαϊκής λειτουργίας. Δύσκολα όμως μπορεί να διενεργηθεί τέτοια με τη μέγιστη δυνατή πρόθεση αυτογνωσίας και αυτοκριτικής, εάν υπόκειται σε αυστηρές διαδικασίες διοικητικού τύπου, άνωθεν και έξωθεν προκαθορισμένες. Ατυχώς όμως τέτοιες διαδικασίες επιβάλλονται πλέον από την κειμένη νομοθεσία. Τούτο γίνεται μάλιστα υπό την πρωτοφανή απειλή για επιβολή δρακόντειων κυρώσεων εις βάρος των ΑΕΙ της χώρας, κατά παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου αυτοδιοικήτου των πανεπιστημίων.

Η επιβαλλόμενη στα ελληνικά πανεπιστήμια αξιολόγηση προσήκει να ερμηνεύεται κατά συστηματική ερμηνεία των νόμων 3374/2005 και 3549/2007. Οι οικείες διατάξεις συνθέτουν ένα πλαίσιο αξιολόγησης με πνεύμα πειθάρχησης των ΑΕΙ βάσει στενού εξωτερικού, διοικητικού ελέγχου, εκ μέρους της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, παρά την ίδρυση ανεξάρτητης διοικητικής αρχής. Καθιερώνεται ένα βαρύ, δυσκίνητο και γραφειοκρατικό σχήμα διαρκούς αξιολόγησης, με σπατάλη ενέργειας, δυνάμεων και πολύτιμων πόρων. Δικαιούμαστε να εικάσουμε ότι αυτό θα αποβεί ατελέσφορο και δυσεφάρμοστο, όπως και ο τετραετής αναπτυξιακός προγραμματισμός, με τον οποίο έχει άρρηκτα συνδεθεί.

Στον καλόπιστο αναγνώστη αυτών των νομοθετημάτων δίνεται η εντύπωση ότι απώτερος στόχος της αξιολόγησης δεν είναι ακριβώς η βελτίωση της λειτουργίας των ελληνικών πανεπιστημίων. Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε άλλωστε πριν από όλα δραστική βελτίωση της ίδιας της εδραιωμένης κυβερνητικής πολιτικής για την ανώτατη παιδεία. Πίσω από τις γραμμές των παραπάνω νομοθετημάτων διαφαίνεται η πιθανότητα να χρησιμοποιηθεί η αξιολόγηση για σκοπούς οικονομικής πολιτικής της εκάστοτε κυβέρνησης. Έτσι όπως βαίνουν τα πράγματα, φαίνεται ότι αυτή θα είναι ολοένα πιο σφιχτή ως προς την κρατική χρηματοδότηση των ελληνικών πανεπιστημίων. Τούτο πιστοποιείται άλλωστε ανοιχτά σε δημόσια δήλωση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κ. Στυλιανίδη, ότι το ποσοστό της χρηματοδότησης της ανώτατης παιδείας από τον κρατικό προϋπολογισμό είναι υπερβολικά υψηλό σε σύγκριση με τον κοινοτικό μέσο όρο.

Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 2009

Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ, 27/09/2009


 

 

 

 

[Περιεχόμενα Αρθρων]

[άρθρα προηγούμενων ετών]

[Κεντρική Σελίδα]

[εισαγωγική σελίδα]

[Forum]

 

 

Το νέο βιβλίο της ψυχολόγου Νένας Γεωργιάδου



Το νέο βιβλίο της Νένας Γεωργιάδου



Το νέο βιβλίο της ψυχολόγου Νένας Γεωργιάδου