Το νόημα της
μόρφωσης
Κώστας Σταμάτης*
Σε τι μπορεί να
συνίσταται το μορφωτικό ιδεώδες που οι
προοδευτικοί άνθρωποι θα ήθελαν να κατισχύσει,
τόσο στην παρούσα όσο και στην καθʼ υπόθεση
καλύτερη κοινωνία του μέλλοντος; Γιατί είναι
καλό να μορφώνονται οι άνθρωποι, με ποιο βασικό
αξιακό πρόσημο και με ποιο γενικό πνεύμα δέον να
διεξάγεται η εκπαιδευτική διεργασία; Αυτά είναι
κατʼ ουσίαν ερωτήματα πρακτικής φιλοσοφίας, που
αρμόζει να τίθενται και να απαντώνται ως τέτοια.
Σύνδεση γνώσης, ελευθερίας και ευθύνης
Η γνώση εν γένει δεν εξαντλείται στα στενά
πλαίσια της αυτοσυντήρησης. Ούτε σε τεχνικά
εφόδια για τις τρέχουσες ανάγκες της παραγωγής
και ανταλλαγής. Επεκτείνεται πολύ πέρα από αυτά,
ανοίγεται στα μεγάλα ζητήματα της ανθρώπινης
ζωής, της φύσης, της κοινωνίας, του κόσμου, αλλά
και της ίδιας της γνώσης. Η γνώση και η μάθηση
αξίζουν για κάτι περισσότερο από το να
συνεισφέρουν στην ικανοποίηση άμεσων βιοτικών
αναγκών ή στην αναπλήρωση της φυσικής ένδειας.
Διαμορφώνουν ορίζοντα νοήματος και επιτρέπουν
στα πρόσωπα να αναπτύξουν τον εαυτό τους εν
κοινωνία και με ενδιαφέρον για τους άλλους.
Η γνώση έχει εκδηλωθεί και ως ευρύτερη
πνευματική διάπλαση των ανθρώπων, ως συστατικός
όρος μιας σοφίας περί τον βίο. Αυτή
υπερακοντίζει το επίπεδο μιας παθητικής
προσαρμογής στις εξωτερικές συνθήκες της ζωής. Η
εμπλοκή των ανθρώπων στον κοινωνικό βίο ήδη από
τις απαρχές των ιστορικών χρόνων άρχισε να
ψηλαφεί όρους για δράση ορθολογική ως προς τους
σκοπούς της. Αναζήτησε δράση πρόσφορη για
ενεργητική προσαρμογή των ανθρώπων στις
κοινωνικές συνθήκες, αντεπιδρώντας σʼ αυτές,
καλλιεργώντας αντίστοιχες μορφές συνείδησης,
ατομικά και ομαδικά.
Τα πρόσωπα εγκοινωνίζονται, αλλά και σκέπτονται
μέσα σε έναν κόσμο με προσυνεστημένες δομές,
κοινωνικές, γλωσσικές και επικοινωνιακές. Μέσα
σε κοινωνικά περιβάλλοντα ήδη συγκροτημένα,
προσπαθούν να στοχασθούν τα δεδομένα της
συγκρότησης του κόσμου, κατά κάποιον τρόπο εκ
των υστέρων, με την ελπίδα να τα τροποποιήσουν
και να τα βελτιώσουν. Αναπτύσσουν έτσι όρους για
αναστοχασμό πάνω στο υπάρχον, με την ιδέα ότι
αυτό θα μπορούσε και θα όφειλε να είναι αλλιώς
καμωμένο, με σχέσεις λιγότερο άδικες,
περισσότερο ελεύθερες, ισωτικές, αλληλέγγυες.
΄Hδη η σύλληψη της ενότητας μεταξύ Λόγου και
ελευθερίας θέτει εξ υπαρχής ένα ζήτημα ευθύνης
των υποκειμένων. Οι άνθρωποι υπέχουν ευθύνη για
το γεγονός ότι ανέχονται να διαιωνίζονται
καταστάσεις και δομές που καθηλώνουν την
ανθρωπότητα σε ανωριμότητα, σε ετεροκαθορισμό
της σκέψης και της πράξης, του βίου τους τελικά.
Επομένως, βαρύνονται με το ηθικό χρέος να
τολμούν να προάγουν τη γνώση γύρω από την
πραγματική ζωή και τη φύση της κοινωνίας,
προκειμένου να μπορέσουν να τη μετασχηματίσουν
προς το καλύτερο.
Γιατί λοιπόν να μορφωνόμαστε;
Η απολυταρχική ιδεολογία της αγοράς πρεσβεύει
ότι σκοπός της παιδείας είναι να πλάθει άτομα
που παρωθούνται αποτελεσματικά από την επιδίωξη
κέρδους ή τίθενται αποδοτικά στην υπηρεσία της
κερδοφορίας του κεφαλαίου άλλων, για την
ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Η αντίληψη
αυτή αναιρεί την αυτονομία των προσώπων. Η
Αριστερά οφείλει να αντιτάξει ότι αποστολή της
παιδείας είναι να διαπαιδαγωγούμαστε οι άνθρωποι
χάριν ημών των ιδίων και του κοινού καλού, όχι
προς εξυπηρέτηση κάποιου αυθέντη ή αφεντικού.
Ο σκοπός της μόρφωσης συνίσταται σε καλλιέργεια
των θεωρητικών, των ηθικοπρακτικών και των
αισθητικών δυνάμεων των ανθρώπων. Δηλαδή την
επιδίωξη, πρώτον, να καταστούμε ικανοί για
θεωρητικό λογισμό, μπορώντας να διακρίνουμε το
αληθές από το ψευδές, το εύλογο από το
παραπλανητικό. Αυτό, όμως, αξιώνει σταθερά να
δεσμευόμαστε από την αναζήτηση της αλήθειας, ως
κανονιστική αρχή της γνώσης, διατηρώντας
συγχρόνως το πρακτικό ενδιαφέρον η γνώση να
αποβεί και επωφελής στον κοινωνικό βίο.
Δεύτερον, αιτούμενο είναι να καταστούμε επίσης
ικανοί για έλλογη δράση ηθική, πολιτική και
δικαιική, πετυχαίνοντας να διακρίνουμε το ηθικό
από το ανήθικο, το δίκαιο από το άδικο. Και
τρίτον, ζητείται να γίνουμε δεκτικοί αισθητικής
απόλαυσης, μπορώντας να διακρίνουμε το ωραίο από
το άσχημο ή το ακαλαίσθητο.
Αποστολή της παιδείας και της αγωγής, συνεπώς,
δεν μπορεί να είναι άλλη από την εκλέπτυνση της
ανθρώπινης κοινωνικότητας. Είναι η καλλιέργεια
ως εξευγενισμένη ικανότητα πραγμάτωσης σκοπών, η
παρακίνηση των εκπαιδευομένων να ανασυγκροτούν
δημιουργικά τη γνώση. Να επινοούν και όχι απλώς
να μαθαίνουν την επιστήμη και τη φιλοσοφία.
Είναι να καλλιεργούνται σε όλες τις βαθμίδες της
εκπαίδευσης συνεκτικά πλέγματα ευρύτερων
γνώσεων, ώστε να διασφαλίζεται στον καθέναν ένα
μορφωτικό κεκτημένο ικανό για ανανέωση και
περαιτέρω εμπλουτισμό του στον ενεργό βίο
καθενός.
Παρά ταύτα, στην εκπαιδευτική διαδικασία
παρεμβάλλονται οι διδάσκοντες, οι παιδαγωγοί, οι
καθηγητές, όσοι ασκούν την εκπαιδευτική πολιτική
του Κράτους, δηλαδή πρόσωπα με ιστορική
υπόσταση, τα οποία έχουν και τα ίδια ανάγκη να
διαπαιδαγωγηθούν. Γιατί να δείχνει κανείς
εμπιστοσύνη ή ακόμη και να προασπίζει, αν
απαιτηθεί, τους εκπαιδευτικούς θεσμούς της
αστικής κοινωνίας, το εκπαιδευτικό προσωπικό
τους και –τουλάχιστον μερικά από– τα εκάστοτε
καλλιεργούμενα μορφωτικά περιεχόμενα; Στην
αστική κοινωνία διενεργείται εκ της λογικής του
συστήματος εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο,
γεννάται κοινωνική –και όχι μόνο– ανισότητα και
αδικία, θεσμικά επικυρωμένη από το αστικό κράτος
και το νομικοπολιτικό του συγκρότημα. Γιατί τότε
να επιδειχθεί εμπιστοσύνη στους εκπαιδευτικούς
μηχανισμούς, αν αυτοί λειτουργούν ως ιδεολογικοί
μηχανισμοί του αστικού κράτους;
Κατʼ αρχάς προαπαιτούμενο για αυθεντική γνώση
της φύσης, του κόσμου, του ανθρώπινου βίου, της
κοινωνίας και της οικονομίας δεν μπορεί να είναι
η καθυπόταξη της –είτε τακτικής είτε δια βίου–
εκπαίδευσης στην «οικονομία», δηλαδή εντέλει
στις επιταγές της καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Απεναντίας, είναι επάναγκες η εκπαίδευση να
ανακτήσει τη σχετική αυτονομία της απέναντι στις
εικαζόμενες ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής
και ανταλλαγής. Η αποστολή της δεν εξαντλείται
στην προετοιμασία των παιδιών και των νέων για
την επαγγελματική ένταξή τους στην «παραγωγή»,
δηλαδή, ακριβέστερα, στις οικονομικές
διαδικασίες που συμφύονται στον καπιταλιστικό
καταμερισμό εργασίας, όπως αυτός αναπτύσσεται
ιστορικά.
Πώς όμως η κατάσταση της παιδείας στο εκάστοτε
ιστορικό παρόν, με δεδομένους ιστορικούς και
κοινωνικούς περιορισμούς της, μπορεί να παράσχει
ερείσματα για εκλέπτυνση της ανθρώπινης φύσης
μέσω της αγωγής; Αν επιδειχθεί εμπιστοσύνη στην
εκάστοτε υπάρχουσα κατάσταση παιδείας και
εκπαίδευσης, πώς μπορεί να συσταθεί κριτική των
κακώς κειμένων σʼ αυτήν;
Η παιδεία δικαιώνεται στην προοπτική ιστορικής
προόδου για την ανθρωπότητα
Προς απάντηση του προηγούμενου ερωτήματος
προσήκει να παρακαμφθεί η οπτική γωνία του
ατόμου ως μεμονωμένου υποκειμένου, είτε
εκπαιδευτή είτε εκπαιδευόμενου. Εάν η αποστολή
της παιδείας εκτείνεται στο διηνεκές, τότε
υπερφαλαγγίζει καταφανώς την πεπερασμένη
υπόσταση των μεν και των δε. Αυτός είναι ο λόγος
για τον οποίο μονάχα στην προοπτική διηνεκούς
αναπαραγωγής του ανθρώπινου γένους συνολικά
μπορεί να αναζητηθεί, μακροπρόθεσμα, η προαγωγή
της παιδείας και γενικότερα του πολιτισμού.
Η μακροϊστορική προοπτική της ανάπτυξης του
ανθρώπινου γένους είναι συνθήκη αναγκαία, όχι
όμως και επαρκής για τη διάχυση των αγαθών του
πολιτισμού και της παιδείας σε περισσότερους
ανθρώπους. Απαιτείται κάτι θετικότερο και πιο
απτό. Δεν αρκεί η τυπική αναγνώριση της
αμοιβαιότητας των εμπλεκόμενων υποκειμένων στην
εκπαιδευτική σχέση. Προσαπαιτείται η ετοιμότητά
τους να αλληλοσυγκροτηθούν ως συμμέτοχοι στη
μορφωτική διαδικασία, σε σχέση αμφίπλευρης
διαπαιδαγώγησης.
Σε αυτή τη διαδικασία αλληλεπίδρασης και
αμοιβαίας διαπαιδαγώγησης αποδεικνύεται ότι η
γνώση δεν είναι απλώς κάτι το μεταδόσιμο από τη
μία πλευρά προς την άλλη. Το ζητούμενο είναι,
αρνητικά διατυπωμένο, να βρεθεί κοινή ατραπός
για την απαλλαγή των εκπαιδευτών και των
εκπαιδευομένων από την άγνοια, το παγιωμένο
ψεύδος, τον σκοταδισμό και τις προκαταλήψεις.
Θετικά εκπεφρασμένο, έγκειται στην αμοιβαίως
επωφελή και τερπνή αναζήτηση της αλήθειας, της
ορθότητας, του ωραίου. Σε αμφότερα τα σκέλη του,
το αίτημα αυτό αξιώνει την κινητοποίηση της
προσωπικής σκέψης καθενός, τη χρήση της ίδιας
διανοίας. Ως εξάσκηση αυτονομίας, τόσο στην
κατάκτηση της θεωρητικής γνώσης όσο και στο
ακόνισμα του ηθικού κριτηρίου στα ζητήματα του
πρακτέου.
Η αποστολή της εκπαίδευσης είναι διττή. Το ένα
σκέλος της, ιδίως στα ανώτερα σκαλοπάτια της,
αναφέρεται ασφαλώς σε εκπαίδευση ειδική, ενώ το
άλλο σκέλος της σε εκπαίδευση γενική. Αφενός,
λοιπόν, ως ανώτατη εκπαίδευση αποβλέπει στη
δημιουργική παροχή ενός συνεκτικού συμπλέγματος
γνώσεων πάνω σε ορισμένη βασική επιστήμη, τόσο
στις θεωρητικές της συντεταγμένες όσο και στις
πρακτικές της διαστάσεις. Αφετέρου, όμως, σε
όλες τις βαθμίδες της, επεκτείνεται στην
καλλιέργεια ουσιαστικής μόρφωσης, ικανής να
αναδείξει τους νέους ανθρώπους σε «ελεύθερους
και υπεύθυνους πολίτες», εγκρατείς μιας καλής
βασικής παιδείας.
Ζητείται, λοιπόν, εκπαίδευση που επιτρέπει στους
ανθρώπους να καταστούν κοινωνικοί, δημιουργικοί,
ικανοί για έντιμη συνεργασία, μέσα στους
επαγγελματικούς χώρους, αλλά και έξω από αυτούς,
στον ελεύθερο χρόνο τους, καθώς και στην
επικοινωνιακή δράση τους. Για όλους τους
ανθρώπους και όχι μόνο για ένα κλάσμα τους, που
θα ήταν το απολύτως αναγκαίο για τη στελέχωση
των διάφορων κλάδων της «οικονομίας», με τους
υπόλοιπους ανθρώπους ριγμένους στην αθλιότητα
της μακρόχρονης ανεργίας, στον κυκεώνα του
κοινωνικού αποκλεισμού.
Η αποστολή αυτή, δηλαδή η καλλιέργεια της
γενικής ικανότητας για ελεύθερη αυτοπραγμάτωση
των ανθρώπων, θα μπορούσε να θεραπεύεται κατʼ
εξοχήν, τουλάχιστον σε μακρά κλίμακα, σε
κοινωνία δίχως εκμετάλλευση, χωρίς καταπίεση των
κλίσεων και των αναγκών. Θα μπορούσε να
προάγεται σε κοινωνία στην οποία η πλειονότητα
των μελών της θα νοιαζόταν πραγματικά, με
αγωνιστικούς και αλληλέγγυους τρόπους, να
μειώσει την κοινωνική δραστικότητα της
εκμετάλλευσης και της συνεπακόλουθης ανισότητας
γενικώς στον βίο των ανθρώπων και ειδικότερα
στις μορφωτικές προοπτικές καθενός.
Οι σκέψεις αυτές δεν υποδηλώνουν απλώς μια
ιστορική δυνατότητα για το καλύτερο. Απηχούν μια
ρυθμιστική ιδέα για την εκπαιδευτική και
γενικότερα για την πολιτική δράση, που δεσμεύει
ήδη σήμερα αλλά και εσαεί τους ανθρώπους, ως
παιδαγωγούς, εκπαιδευόμενους, εργαζόμενους και
πολίτες, προς τη χειραφετητική κατεύθυνση που
αναφέρθηκε προηγουμένως. Μόνο μέσα από παρόμοια
προοπτική φαίνεται δυνατή η ικανοποιητική
απάντηση σε εύλογα ερωτήματα του είδους: πώς και
σε ποιον βαθμό μπορεί να δικαιώνεται η
εκπαιδευτική πρακτική και τα περιεχόμενά της,
εδώ και τώρα, σε ιστορικές κοινωνίες
περιορισμένης ελευθερίας και μερικής ισότητας,
μέσα στις οποίες, εντούτοις, δρούμε και
στοχαζόμαστε;
Η κατεύθυνση στην οποία μπορεί να αναζητηθεί η
απάντηση είναι ότι η παιδεία δέον να
προσανατολίζεται προς την καλύτερη δυνατή
κατάσταση του ανθρώπινου γένους προσεχώς και όχι
να προσκολλάται στην εκάστοτε ενεστώσα. Μαζί με
κατάλοιπα του παρελθόντος κουβαλά μέσα της και
σπόρους του μέλλοντος. Η παιδεία τού σήμερα
μπορεί να δικαιώνεται, λοιπόν, στον βαθμό που
αγωνίζεται να υπερβεί τον εαυτό της προς το
καλύτερο, ως μία πτυχή της γενικότερης ευθύνης
των παιδαγωγών ως πολιτών για να οδεύσει και η
κοινωνία εν συνόλω, εθνική και παγκόσμια, προς
το καλύτερο.
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/04/2010 ΑΥΓΗ – ΕΝΘΕΤΟ
ΠΑΙΔΕΙΑ
[Περιεχόμενα
Αρθρων]
[άρθρα
προηγούμενων ετών]