Η κυρίαρχη αφήγηση της Επιστήμης ήταν
ανέκαθεν διατυπωμένη με φυλετικούς όρους. Η
γνώση, η εφευρετικότητα, η αντίληψη και η
λογική θετική σκέψη θεωρούνται – αν και
οξύμωρα - γένους αρσενικού[1],
ενώ η φύση, παθητικό πεδίο προς εξερεύνηση
και άσκηση της αντρικής δραστηριότητας, στα
πλαίσια ενός ιδιότυπου αντρικού
Οριενταλισμού[2],
αντιπροσωπεύει το γυναικείο φύλο. Ο
γυναικείος ιδεότυπος υπήρξε ανέκαθεν ένα
σύνολο συμβιβασμών και επιβεβλημένων
περιορισμών,
που στηρίζονταν
στο
«δεδομένο»
της γυναικείας τρωτότητας, ευαισθησίας και
ευπάθειας[3].
Η φύση αντιπροσωπεύει αυτό που η γυναίκα
εκπροσωπεί για τον άντρα, την ταυτότητά της
και την άρνησή αυτής, το βασίλειό της και
ταυτόχρονα έναν τόπο εξορίας της, το
Όλο με το προσωπείο του Άλλου (Simone
de Beauvoir, 1953 :710-711)[4].
Η αινιγματική ιδιότητα της γυναίκας να
επικοινωνεί με το θείο και να αναπτύσσει
υπερφυσικές ικανότητες, τη συνδέουν με την
λατρεία της μητριαρχίας,
το δαιμονικό και χθόνιο στοιχείο, που ο
δυτικός πολιτισμός κατάφερε να δυσφημίσει,
να υποβαθμίσει και να εξαλείψει. Η αντίληψη
σχετικά με την έμφυτη κλίση και ικανότητα
των γυναικών να αναπτύσσουν μια μυστικιστική
σχέση με τη φύση, ή να είναι προικισμένες με
θεραπευτικές ιδιότητες έλκει την καταγωγή
της από την αρχαιότητα, όπου και εντοπίζεται
μια ισχυρή παράδοση, τόσο στην ελληνική όσο
και στη ρωμαϊκή κουλτούρα, που συσχετίζει
τις γυναίκες με τη χρήση των φαρμάκων και
εκφράζει το φόβο των ανδρών για την
υποχρεωτική υπαγωγή τους στη γυναικεία αυτή
αυθεντία (King
Helen, 1998: 163)[5].
Αντιπροσωπευτικό είναι το παράδειγμα των
μαγισσών του Μεσαίωνα, που διώχθηκαν με
φανατισμό, εξαιτίας πολιτικών και
οικονομικών σκοπιμοτήτων που εκμεταλλεύτηκαν
το σκοταδισμό και την άγνοια των πολλών (Ζερβού,1996,
:28-30)[6].
Έτσι η χαρισματική γυναικεία φύση
παρουσιάστηκε ως παρέκκλιση, το Έτερον που
απειλεί να διασαλεύσει την ανδροκρατούμενη
κοινωνική
τάξη και οργάνωση.
Το καθολικό μοντέλο της ομοιογενούς
ανθρώπινης φύσης που υποστήριζε η
πατριαρχική πολιτισμική άποψη από το
Διαφωτισμό και εξής, αναφερόταν σε λευκούς
άρρενες μεσαίας κοινωνικής τάξης, ενώ οι
γυναίκες προορίζονταν για ρόλους
υποστηρικτικούς, εξαρτημένους και
δευτερεύοντες. Οι άντρες συνιστούσαν την
κουλτούρα κι οι γυναίκες τη φύση.
[7]
Στη λογοτεχνία, από τα κοινά και
επαναλαμβανόμενα στη γυναικεία μυθοπλασία
μοτίβα[8]
(Pratt
Annis, 1981 : 168) σε κανένα οι γυναίκες δεν ασκούν ελεύθερα το δικαίωμά
τους στην επιλογή, αλλά κατευθύνονται και
επηρεάζονται από τις κοινωνικές νόρμες που
τους υπαγορεύουν το ρόλο του αδύναμου και
εξαρτημένου ατόμου. Η ιδιαίτερη όμως σχέση
της γυναίκας με τη φύση υπερχρησιμοποιήθηκε
στο αντρικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης ως το
μέσο δια του οποίου ο ήρωας,
προσανατολισμένος στις πρακτικές και
τεχνικές πλευρές του βίου, επιτύγχανε την
αποκατάσταση και ενίσχυση των δεσμών του με
τη φύση (Pratt
Annis,
1972: 476-490 )[9]
. Σύμφωνα με την αρχετυπική εξέλιξη της
γυναικείας μοίρας στην συντριπτική
πλειοψηφία της λογοτεχνικής παράδοσης του
περασμένου αιώνα[10]
αλλά και στη σύγχρονη μυθιστορία[11],
ακόμα κι όταν οι ηρωίδες έφταναν στην οριακή
φάση της αυτοανακάλυψης, στο μεταίχμιο της
ολοκλήρωσής τους, αμέσως μετά υπαναχωρούσαν
και αναδιπλώνονταν. Το μυθιστόρημα
ενηλικίωσης για τις γυναίκες υπήρξε
περισσότερο Entwicklungsroman
απ’ ότι
Bildungroman[12],
υπό την έννοια ότι απέδιδε κυρίως το πέρασμα
από μια ηλικία στην άλλη, τη φυσική ανάπτυξη
μιας γυναίκας χωρίς την απαραίτητη
πνευματική και ψυχολογική εξέλιξη.
[13]
Από την άλλη, η αυξανόμενη σήμερα
αντιπροσώπευση του γυναικείου φύλου σε
πρωταγωνιστικούς ρόλους, συμβαδίζει με την
ολοένα και συχνότερη ενασχόληση γυναικών
συγγραφέων με τη λογοτεχνική γραφή .
Συνήθως οι ανατροπές των γυναικείων
στερεότυπων εντοπίζονται σε βιβλία γραμμένα
από γυναίκες, όπου επιστρατεύονται όλες οι
τεχνικές εμμεσότητας και διακριτικότητας της
γυναικείας γραφής, ώστε προωθημένες απόψεις
να μεταμφιέζουν σε καθησυχαστικά σχήματα.
(Ζερβού,1996:57 /73)[14].
Η ιδιαιτερότητα της γυναικείας γραφής
άρχισε να γίνεται αποδεκτή αφότου
κυκλοφόρησαν οι κριτικές μελέτες των
Ellen
Moers,
Literary
Women (1976),
Elaine
Showalter,
A
Literature
of
Their
Own (1977)
and
Sandra
Gilbert
and
Susan
Gubar,
The
Madwoman
in
the
Attic
(1979). Αυτά τα τρία βιβλία όρισαν μια
διακεκριμένη γυναικεία λογοτεχνική παράδοση,
στη βάση της συνεχώς επαναπροσδιοριζόμενης
σχέσης των γυναικών με την κοινωνία, που σε
καμιά περίπτωση βέβαια δεν οφείλεται σε
βιολογικό ντετερμινισμό (Toril
Moi, 1985: 51/172)[15].
Η φανταστική λογοτεχνία (Παπαντωνάκης Γ. ,
2001 :15-22, 29-38)[16],
κατά τα προσδοκώμενα που γεννά και το όνομά
της, δεν τιθασεύεται εύκολα σε μονοσήμαντους
και αποκρυσταλλωμένους ορισμούς και δεν
υποτάσσεται σε παραδοσιακές ταξινομήσεις (Armitt
Lucie, 1996 :3)[17].
Σύμφωνα με μια κριτική άποψη (Jackson
Rosemary, 1981 : 3-4)[18]
το Φανταστικό υποβάλλει σε κριτικό έλεγχο τα
κυρίαρχα καταπιεστικά, εξουσιαστικά,
κοινωνικοπολιτικά συστήματα και
οραματίζεται μια ριζική κοινωνική αλλαγή[19].
Οι φανταστικές περιπετειώδεις ιστορίες
επιστρατεύονται συχνά ως μέσο υποβολής και
προώθησης εναλλακτικών κοινωνικών ιεραρχιών
και άρθρωσης φεμινιστικού αντίλογου (Seelinger
Trites
Rebecca, 1997:40). Από την άλλη, κεντρικός άξονας που διατρέχει κάθε
φεμινιστική κίνηση[20]
είναι η υποστήριξη των γυναικείων επιλογών
και η διεκδίκηση της κοινωνικής αναγνώρισης
του δικαιώματός τους στην ελεύθερη επιλογή (Seelinger
Trites
Rebecca,
1997 :2)[21].
Το φεμινιστικό μυθιστόρημα και η
φεμινιστική κριτική θεωρία γενικότερα είναι
κατά βάση φανταστικές – ουτοπικές γραφές,
καθώς σημείο εκκίνησής τους είναι αυτό που
δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί (the
«not
yet») (Frances
Bartkowski, 1989 :12)
[22].
Αυτό αποτελεί και τον κοινό τόπο πάνω στον
οποίο συναντιούνται φεμινιστικός λόγος και
λογοτεχνία του φανταστικού.
Ειδικότερα, η επιστημονική φαντασία (Ε. Φ. )
ως γένος εξετάζει τη αλληλοδιείσδυση των
ορίων ανάμεσα σε προβληματικά Εγώ και μη
αναμενόμενους Άλλους, αλλά και ασχολείται
με την εξερεύνηση πιθανών κόσμων σε
περιβάλλοντα υπερεθνικής τεχνοεπιστήμης[23].
Πολλοί θεωρούν ως προδρομικό ή αφετηριακό
κείμενο του είδους, τον
Frankenstein
(1818) της
Mary
Shelley.
Στην Ε. Φ. όμως, οι ηρωίδες έχουν το
προνόμιο – εξ ορισμού- να απομακρύνονται με
ριζοσπαστικό τρόπο από το δεδομένο
κοινωνικό- ιστορικό περίγυρο και συνεπώς να
απαλλάσσονται από τις χωροχρονικά
συγκεκριμένες έμφυλες νόρμες και συμβάσεις,
που προδιαγράφουν τελεσίδικα την εξέλιξή
τους[24].
Κατά παράδοση το γένος της επιστημονικής
φαντασίας υπήρξε ανδροκρατούμενο, καθώς η
επιστήμη κι η τεχνολογία θεωρούνταν
αποκλειστικά πεδία των ανδρών[25].
Ένα πολύ χτυπητό, πρώιμο παράδειγμα Ε. Φ.
προσαρμοσμένης στην αρσενική ματιά,
αποτελεί το 'Helen
O'Loy'
(1938) του Lester
del
Rey, το οποίο εμφανώς ανακαλεί στη μνήμη συνειρμικά την Ωραία Ελένη της
Τροίας (
Hollinger
Veronica,ό. π. :126). Η θηλυκή παρουσία, η
Ελένη, δεν είναι παρά ένα ρομπότ
προγραμματισμένο να είναι η τέλεια γυναίκα
σύμφωνα με τις αντρικές φαντασιώσεις και
κατά συνέπεια, ανήκει ουσιαστικά στη χορεία
των κειμένων που υποστυλώνουν τον μακραίωνο
γυναικείο αποκλεισμό στη δυτική κουλτούρα.
Παρομοίως, ο
Isaac
Asimov στη σειρά των
Robot
του απεικονίζει τη γυναίκα επιστήμονα
Susan
Calvin να υιοθετεί κατά κάποιον τρόπο αρσενικές ιδιότητες, όπως ψυχρότητα,
συναισθηματική ουδετερότητα, ή εμμονή με
την εκλογίκευση, για να είναι πειστική στο
ρόλο της .
Ο αντίλογος όμως δεν άργησε να αρθρωθεί.
Λίγα χρόνια μετά (1944) η
Catherine
L. Moore με το
No
Woman
Bornκαι την ιστορία της
Deidre, διάσημης ηθοποιού και χορεύτριας, που κάηκε ολοσχερώς σε πυρκαγιά και
αναγεννήθηκε τεχνητά μέσα στο μεταλλικό
κορμί ενός
cyborg, αμφισβητεί τον οντογενετικό προκαθορισμό στη γυναικεία συμπεριφορά,
υπέρ της προωθημένης άποψης της ανάθεσης και
υπόδυσης ενός πολιτιστικά διατεταγμένου
ρόλου.
Από τη δεκαετία του 50 και εξής, μια
σημαντική μερίδα γυναικών συγγραφέων
κατέστησαν τις γυναίκες ορατές σε έργα Ε.
Φ. ή προτίμησαν να γράψουν μέσα από τη
γυναικεία οπτική γωνία
[26]. Μολονότι οι πρώιμες
αυτές ιστορίες (Zenna
Henderson's'Subcommittee',
Judith
Merril's'That
Only
a
Mother'
(1948) κατακρίθηκαν ως ροζ γλυκές οικιακές
ιστορίες (Ladies’
magazine
Fiction[27]),
το γεγονός και μόνο ότι τοποθετούσαν τη
γυναικεία σφαίρα στο κέντρο του
ανδροκρατούμενου σύμπαντος ενός λογοτεχνικού
γένους, που αναφέρεται στην επιστήμη, τα
διαγαλαξιακά ταξίδια και τις ηρωικές
αναζητήσεις, τους προσδίδει ανατρεπτικό
δυναμικό που προκαλεί ρωγμές στο αρραγές
σώμα των πολιτισμικών στερεότυπων.
Το κυριότερο μέσο της Ε. Φ. μέσα από το
οποίο επιτυγχάνει την άσκηση κριτικής στην
επικρατούσα πολιτισμική κατάσταση είναι αυτό
της από- οικειοποίησης[28]
(το κοινό παραξένισμα των Ρώσων
Φορμαλιστών). Έτσι συμπεριφορές και ρόλοι
που θεωρούνται δεδομένοι κι αναπόφευκτοι ως
βιολογικοί, με την αποστασιοποίηση που
επιβάλλουν οι τεχνητοί κόσμοι της Ε. Φ. ,
επανεξετάζονται, εκτίθενται στη βάσανο της
κριτικής θεώρησης και εντέλει αποδεικνύεται
η ιστορικότητά τους.
Σήμερα, η διαπιστωμένη ανυπαρξία ακλόνητων
βεβαιοτήτων, η αδυναμία προβλεψιμότητας, η
απατηλότητα των συμπερασμάτων, η εντροπία
των φυσικών συστημάτων, η αταξία, η μη
γραμμικότητα[29]
και η αντικατάσταση εν γένει της καρτεσιανής
προσέγγισης έναντι της σύγχρονης κβαντικής,
επιτρέπει, αν όχι επιβάλλει, αναθεωρήσεις σε
όλο το φάσμα των πολιτισμικών πεδίων και των
κατασκευασμένων ιδεότυπων. Η
Ursula
Le
Guin,
καταξιωμένη συγγραφέας μυθιστορημάτων Ε. Φ.
, κατά την απονομή σε αυτήν του Εθνικού
Βραβείου Βιβλίου το 1972, υποστήριξε ότι οι
έμπειροι και εκλεπτυσμένοι αναγνώστες
αντιλαμβάνονται ότι σε έναν κόσμο δύσκολα
κυβερνούμενο και ελεγχόμενο, γεμάτο
απιθανότητες όπως ο σημερινός, είναι φυσικό
και απαραίτητο να παράγεται μια εξίσου
απίθανη, υποθετική τέχνη. Ο ρεαλισμός δεν
αρκεί για να ανταποκριθεί στις απίστευτες
συνθήκες της ύπαρξής μας. Ο συγγραφέας Ε.
Φ. , είτε χρησιμοποιεί τα αρχέτυπα του μύθου
είτε τα καινότυπα[30]της επιστήμης και της τεχνολογίας,
αποκτά τρόπο τινά κύρος κοινωνιολόγου, καθώς
ασχολείται άμεσα με την ανθρώπινη κατάσταση
όπως αυτή βιώνεται, όπως θα μπορούσε και
όπως ίσως θα έπρεπε να βιωθεί[31].
Περισσότερο εξελιγμένους γυναικείους
χαρακτήρες βρίσκουμε στα γραπτά του
Robert
Heinlein, όπου προπορευόμενος της εποχής του απέδωσε ανεξάρτητους,
δυναμικούς και ευφυείς γυναικείους τύπους,
κυρίως στα νεανικά του μυθιστορήματα, όπως
τα
Have
Spacesuit
Will
Travel (1958),
Tunnel
in
the
Sky
(1955) (που συμπεριλαμβάνει και μια Αφρικανή
ως χαρακτήρα) και
Podkayne
of
Mars (1963). Παρόλα αυτά, στην πλειοψηφία τους προσαρμόζονται
στην κανονιστική νόρμα της επιδίωξης από
μέρους της γυναίκας της αντρικής αποδοχής .
Στην εποχή μας, οι επιστημονικές
ανακαλύψεις, κυρίως στη βιολογία και τα
επιτεύγματα της τεχνολογίας και δη αυτά της
επικοινωνιακής, χρησιμοποιούνται ως θέματα,
μεταφορές ή αφηγηματικές δομές στη
λογοτεχνία και την τροφοδοτούν, εκβάλλοντας
στο γένος της επιστημονικής φαντασίας, ενώ η
λειτουργία του εγκεφάλου, η μετάλλαξη, η
γενετική μηχανική, η αναπαραγωγική
διαδικασία, η βιόσφαιρα κ. ά. παρέχουν το
πλαίσιο μέσα από το οποίο η
δυναμική γυναίκα πραγματική
διασαλεύει την ανδροκρατούμενη κοινωνική
τάξη και οργάνωση.
H παρουσία των γυναικών, , επαπειλούμενη ή συμβολικά
αναπαριστώμενη (μέσω των διαφόρων μορφών των
Άλλων,
cyborgs,
aliens
κ. λ. π. ή της Μητέρας Γης) προσφέρεται
συνεκδοχικά ως πεδίο εξερεύνησης ποικίλων
τύπων διχοτομιών, μέσα από τις οποίες
φυσικοποιείται η εκμετάλλευση και οι σχέσεις
ανισότητας στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Εναλλακτικές- πειραματικές μορφές συμβίωσης
(π. χ. κοινοβιακή ζωή, μονοφυλετικές
κοινωνίες ), γονικών ρόλων (π. χ. η
μητρότητα μπορεί να μοιράζεται μεταξύ πολλών
προσώπων ακόμα και αντρών), σεξουαλικών
σχέσεων (π. χ. νομιμοποιούνται τρόπο τινά
όλες οι δυνατές μορφές σεξουαλικότητας και
απενοχοποιούνται),αλλά και αναπαραγωγικών
διαδικασιών (π. χ. τεχνητοί μηχανισμοί
επωμίζονται την ευθύνη της αναπαραγωγής της
ζωής, χωρίς ανθρώπινη και δη γυναικεία
συμμετοχή), έρχονται να κλονίσουν τις
οροθετημένες και αυστηρά περιγεγραμμένες
έμφυλες συμπεριφορές και στάσεις, τις
αποσπούν από ζητήματα ιδιοκτησίας, δύναμης
και κοινωνικής διάρθρωσης[32],
και εντέλει τις αποδομούν.
Στο Female
Man
(1975) της
Joanna
Russασκείται σαρωτική κριτική στα γυναικεία στερεότυπα και
προτείνεται μια προωθημένη μεταμοντέρνα
εκδοχή της θηλυκότητας. Στον ουτοπικό κόσμο
του
Whileaway γυναίκα σημαίνει άνθρωπος και εργάζεται,
αγαπά και αναπαράγεται χωρίς την ύπαρξη
αντρών. Την ίδια εποχή επανακάμπτει η
ουτοπία ως λογοτεχνικό είδος και
εμφανίζονται μερικά από τα πιο
αντιπροσωπευτικά έργα, όπως της
Marge
Piercy
Woman
on
the
Edge
of
Time (1976). Στο
Mattapoisett
μια υποδειγματική ανδρόγυνη και οικολογικά
βιώσιμη κοινωνία, τεχνητές μήτρες δίνουν ζωή
και το μητρικό ρόλο ασκούν εξίσου άντρες και
γυναίκες. . Στα
δύο
πρώτα
μυθιστορήματα
της
Suzy McKee Charnas Walk to the End of the
World (1974) και Motherlines
(1978) καθώς
και
στης
Tiptree το Houston, Houston, Do You
Read?
(1976),οι άντρες εκλείπουν παντελώς. Οι
θετικές συμβιωτικές αξίες που προβάλλονται
ως γυναικείες επιλογές, καταγγέλλουν
εμμέσως τα λάθη και τις αδυναμίες των
σύγχρονων ανδροκρατούμενων κοινωνιών[33].
Στο βραβευμένο ''Bloodchild' (1984) της
Octavia
Butler
η μυθοπλαστική εκδοχή της αναπαραγωγικής
διαδικασίας είναι τόσο τερατώδης όσο και
στον Φρανκενστάιν. Στο σώμα του αρσενικού
ήρωα εκκολάπτεται το έμβρυο ενός
αποκρουστικού άλιεν, αφήνοντας υπαινιγμούς
ότι το φύλο τελικά δεν είναι μόνο φύση αλλά
θέση. Στης
Eleanor
Arnason το
Ring
of
Swords (1993), ομόφυλες κοινωνίες και ομοφυλοφιλικές σχέσεις
είναι όχι μόνο ο κανόνας, αλλά παρόμοιες
επαφές μεταξύ γήινων και εξωγήινων του ιδίου
φύλου παρουσιάζονται ως φυσικές (ο
Nicholas
Sanders
και το
hwarhath,
πρώτος υπερασπιστής
Ettin
Gwarha).
Σύμφωνα με την
Haraway, τα διαφόρων ειδών
cyborgs που κατακλύζουν τα κείμενα της Ε. Φ.
θέτουν υπό αμφισβήτηση την βιολογική
κατάσταση αλλά και την κοινωνική
κατηγοριοποίηση των αντρών και των γυναικών,
καθώς και το καθεστώς των φυλετικών
διακρίσεων, των ατομικών ταυτοτήτων και των
σωματικών χαρακτηριστικών[34]
. Ο κατεξοχήν ρόλος της γυναίκας, η
μητρότητα, αμφισβητείται καθώς συχνά
προβάλλεται ή υπαινίσσεται η ασεξουαλική
αναπαραγωγή (Με την Ανδρομέδα στο Γαλάζιο
Πλανήτη, Λ. Ψαραύτη, Τα παιδιά των
Μουλτιβόλων, Χ. Σιμάτου)[35].
Τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνονται και
επεκτείνονται οι αναπαραστάσεις των φύλων σε
μια πλατιά γκάμα ποικίλων συνδυασμών και
δυνατοτήτων. Η επικοινωνία – παραδοσιακά
θεωρούμενη θηλυκή ιδιότητα- χρησιμοποιείται
στην επιστημονική της διάσταση, όπως σε έργα
των
Sheri
S. Tepper
After Long Silence
(1987),
Suzette Haden Elgin
Native Tongue
(1984),
Sheila Finch
Triad
(1986).
Ο τυπικός άντρας ήρωας των στρατιωτικών-
πολεμικών διαστημικών περιπετειών
μεταμορφώνεται και εκθηλύνεται, όπως στου
Lois
McMaster
Bujold
Vorkosigan
series(1986). Το φυσικό του παρουσιαστικό, η
ευαισθησία του και οι φιλικές σχέσεις του με
γυναίκες,ασύμβατες με το κλασικό μοντέλο του
ήρωα, τον καθιστούν ανθρωπινότερο και
πρωτοποριακό.
Υπό την προοπτική του 21ου αι. ο
προβληματισμός έχει γίνει πιο περίπλοκος και
σύνθετος, συνεξετάζοντας το γυναικείο ζήτημα
παράλληλα με θέματα που σχετίζονται με την
μετα- αποικιακή νέο- ιμπεριαλιστική
κατάσταση, την οικολογία, την κριτική των
εφαρμογών και χρήσεων της δυτικής επιστήμης
και τη μεταξύ τους συνάφεια. Το 1991
θεσπίστηκε από τους
Karen
Joy
Fowler
και
Pat
Murphy, το Βραβείο
James
Tiptree,
Jr που απονέμεται σε έργα Ε. Φ. τα
οποία « διευρύνουν και εξερευνούν την
αντίληψή μας για τις έμφυλες σχέσεις»[36].
Στην Ελλάδα, η επί μακρόν αγκίστρωση της
λογοτεχνικής παράδοσης στα δίκτυα του
επιστημολογικού πεδίου του Ρομαντικού
Ουμανισμού και η κυριαρχία της γενιάς του
’30 ως προτύπου, οδήγησε στην επιβολή μιας
ενιαιοποιημένης λογοτεχνικής γραφής-
αντίβαρου του επικρατούντος πολυγλωσσισμού.
Έτσι,την εποχή της άνδρωσης του κατεξοχήν
πολυφωνικού είδους, του μυθιστορήματος, η
πνευματική ηγεσία ανέλαβε μια συστηματική
εκστρατεία για την επίτευξη της γλωσσικής
συμμόρφωσης και με σκοπό την προβολή της
ελληνικής πολιτισμικής συνέχειας και
ομοιογένειας[37].
Ταυτόχρονα οι κεντρομόλες συντηρητικές
τάσεις της ελληνικής κοινωνίας διαμόρφωσαν
μια ιδιαίτερη ιθαγενή αισθητική[38].
Αυτή λειτουργούσε ανασχετικά, ως ανάχωμα
που απορροφούσε τους κραδασμούς και απέκρουε
τις απειλές από τις απόπειρες των ξένων
ρευμάτων να διεισδύσουν στον ελληνικό
λογοτεχνικό χώρο. Μετά το 1950 η λογοτεχνία
αρχίζει να αποδεσμεύεται από τις κρατικές
σκοπιμότητες και τα εθνικά συλλογικά οράματα
[39] και κυρίως μετά το
1974 παρατηρείται μια αυξανόμενη χρήση
ποικίλων κειμενικών στοιχείων, που
προετοιμάζουν το έδαφος για μια ιδιότυπη
ετερογλωσσία, ένα είδος παστίς[40].
Το είδος της επιστημονικής φαντασίας στην
Ελλάδα έμοιαζε με μόσχευμα που το απέβαλλε ο
ιδεαλιστικά και φορμαλιστικά διατυπωμένος
εθνικός οργανισμός, ως μη συμβατό στη
φυσιολογία του. Μολονότι μπορούμε να
θεωρήσουμε ως γενέθλιο αφετηρία της το
μυθιστόρημα του Δημοσθένη Βουτυρά (1929) Από
τη Γη στον Άρη[41],
η παραγωγή κειμένων Ε. Φ. είναι ισχνή,
μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του '80, οπότε
και σημειώνεται ο αριθμός ρεκόρ των 68
έργων, διπλάσιων από την προηγούμενη
δεκαετία και πενταπλάσιων τουλάχιστον από τη
δεκαετία του '60[42].
Την ίδια περίοδο επίσης, οι γυναίκες
συγγραφείς εκδηλώνουν ενδιαφέρον και
ασχολούνται με την επιστημονική φαντασία. Η
δε δυναμική γυναικεία παρουσία ως
μυθιστορηματική μορφή περιμένει εξίσου τη
δεκαετία του '80 για να αναδυθεί (Μαυρέλης
Σάκης, Μαννεκέν, Λιβάνης, Αθήνα,
1985/ Σαραντόπουλος Κωνσταντίνος, Χαμένοι
Κόσμοι, Καλαμπαλίδης, Πειραιάς, 1988).
Είναι όμως γεγονός ότι επιβαίνοντας στο
όχημα της Ε. Φ. οι γυναικείες μορφές, ακόμα
και στα κείμενα παιδικής λογοτεχνίας, που
συνήθως διακρίνονται για συντηρητισμό,
απελευθερώνονται από τα δεσμά της
πατριαρχικής παράδοσης και καταργούν την
πολωτική δυϊστική λογική, που θέλει τον
άντρα συνώνυμο του πολιτισμού και της
επιστήμης και τη γυναίκα ταυτισμένη με τη
φύση.
Συμπερασματικά θα καταλήγαμε ότι οι
ηγεμονικές, δυτικού τύπου, πατριαρχικές,
ιδεολογικές αναπαραστάσεις του γυναικείου
φύλου ανατρέπονται, μέσα από τη μυθιστορία
Ε. Φ., της οποίας οργανικό συστατικό είναι
τα νέα επιστημονικά δεδομένα. Η
επιστημονική φαντασία, κύριο εργαλείο της
μεταμοντέρνας κριτικής σκέψης, μέσα από τις
μυθοπλαστικές της προτάσεις, προσελκύει την
προσοχή στον τεχνητό χαρακτήρα των
πολιτισμικών ταυτοτήτων και πολώσεων και
οραματίζεται την κοινωνική αλλαγή και τη
γυναικεία χειραφέτηση.
[1]
Brian Attebery,
'Science Fiction and the Gender of
Knowledge', in Andy Sawyer and David
Seed, eds., Speaking Science
Fiction (Liverpool: Liverpool
University Press, 2000) : 134.
[2]
Ο οριενταλισμός ήταν εν μέρει η
εκλογίκευση της αποικιακής
κυριαρχίας, αλλά ταυτόχρονα αυτή
ήταν εκ των προτέρων νομιμοποιημένη
από τον οριενταλισμό. Απλά η
περίοδος της τεράστιας ανάπτυξής του
συνέπεσε με την περίοδο της άνευ
προηγουμένου ευρωπαϊκής επέκτασης.
Πρόκειται για μια φανταστική
γεωγραφία, τα γεωγραφικά όρια της
οποίας ακολουθούν τα κοινωνικά,
εθνικά και πολιτισμικά κατά
αναμενόμενους τρόπους (Said
Edward,1996, Οριενταλισμός
(μτφρ. Τερζάκης Φώτης), Αθήνα,
Νεφέλη :57 / 73).
[3]
Brownmiller, S., Femininity,
New York, Fawcett Columbine,
1984:14-19.
[4]Simone de
Beauvoir, 1952 , The Second Sex,
Knopf :
710-711.
[5]
King Helen, 1998, Hippocrates’
Woman: Reading the female body in
ancient Greece, Routledge : 163.
[6]
Εδώ γίνεται αναφορά στις
ραδιοφωνικές εκπομπές του
Walter Benjamin
(Hexenprozesse),
όπου με τρόπο πλάγιο και υπαινικτικό
μιλούσε για διάφορα ιστορικά θέματα,
θέλοντας να προκαλέσει συνειρμικά
σκέψεις για το
ναζιστικό παρόν της Γερμανίας.
[7]
Hollinger Veronica, Feminist Theory
and Science Fiction, in Edward
James - Farah Mendlesohn, 2003,
Cambridge Companion to Science
Fiction, Cambridge University
Press :
125-126.
[8]
(1)Η ανάπτυξη του γυναικείου
κεντρικού χαρακτήρα κατά την είσοδό
του στην ενηλικίωση (2) η
ερωτοτροπία και ο γάμος (3) η
εναλλακτική επιλογή της σεξουαλικής
ελευθερίας και της αγαμίας (4) η
μεταμόρφωση και αναγέννηση της
γυναίκας στην ωριμότητα.
[9]
Pratt Annis, 1972,
Women and Nature in Modern Fiction,
Contemporary Literature, 13 :
476-490
[10]Elaine
Showalter, A Literature of Their
Own. British Women Novelists from
Bronte to Lessing (Princeton,
N.J.: Princeton University Press,
1977) :180
.
[11]
“Women protagonists of the
Bildungsroman grow up and then grow
down”
υποστηρίζει ηAnnis
Pratt εν
Annis Pratt and al., Archetypal
Patterns in Women’s Fiction,
Bloomington, Indiana University
Press, 1981
:14.
[12]
Το πρώτο αποδίδεται στα ελληνικά με
τον όρο μυθιστόρημα ανάπτυξης και το
δεύτερο διαμόρφωσης. Για έναν
εκτενέστερο ορισμό τους βλέπε :
Moretti Franco
,1987,The way
of the world ,
Thetford Press,
Norfolk,
1987: 4-10 /
Jurgen Jacobs, 1972, Wilhelm Meister
und seine Bruder, Wilhelm Fink
Verlag,
Munchen : 10-16
[13]
White Barbara, The Novel of
Development, in Annis Pratt and
al., Archetypal Patterns in
Women’s Fiction, Bloomington,
Indiana University Press, 1981:36.
[14]
Ζερβού Αλεξάνδρα,1996, Η Αλίκη
στη χώρα των θαυμάτων, Πατάκης,
Αθήνα :57 /73.
[15]
Toril Moi (1985), Sexual Textual
Politics, London and N.Y.,
Methuen and co.:51/172.
[16]
Για τις απαρχές και τις κατηγορίες
της λογοτεχνίας του φανταστικού,
βλέπε : Παπαντωνάκης Γ., Εισαγωγή
στο ελληνικό μυθιστόρημα
επιστημονικής φαντασίας, Αθήνα,
Κέδρος, 2001 : 15-22, 29-38
[17]
Armitt Lucie, 1996, Theorizing
the Fantastic, London, Arnold :
3.
[18]
Jackson Rosemary, 1981, Fantasy,
The Literature of Subversion,
London, Routledge : 3-4.
[19]Κατά
μια άλλη άποψη, η λογοτεχνία του
Φανταστικού διερωτάται μεν για τη
φύση του πραγματικού, αλλά εκβάλει
σε δύο κατευθύνσεις : αυτήν που
εκφράζει την επιθυμία της αλλαγής
και της ανατροπής των ισχυόντων
αξιακών δεδομένων και εκείνη που
απορρίπτει την αλλαγή από το φόβο
της διασάλευσης της υπάρχουσας τάξης
(desire
recovering //desire
expelling fantasies) (Gupta
Suman, 2001,Re-reading
Harry Potter,N.Y.,
Palgrave
Macmillan :60)
[20]
Για μια ιστορική θεώρηση των μορφών
και της ιστορικής εξέλιξης του
φεμινισμού, βλέπε :
Rosemarie Putnam Tong,
1998,
Feminist Thought:
A More Comprehensive Introduction,
2d
ed.
New York: Harper Collins,1–2.Βλέπε
επίσης Μary
Wollstonecraft, A Vindication of
the Rights of Woman.Το
βιβλίο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1792.
Σύμφωνα με το
Webster's
Collegiate Dictionary,
tenth edition,
1995, ο όρος “feminism”
πρωτοεμφανίστηκε το 1895,αλλά οι
γενικές αρχές του φιλελεύθερου
φεμινισμού για την προάσπιση των
γυναικείων δικαιωμάτων είχαν τεθεί
από την
Wollstonecraft.
[22]
Frances Bartkowski,
1989 , Feminist Utopias,
University of Nebraska Press
Lincoln and London :12.
[23]
Donna Haraway, 'The Promises of
Monsters: A Regenerative Politics
for Inappropriated Others', in
Lawrence Grossberg, Cary Nelson and
Paula Treichler, eds., Cultural
Studies (New York: Routledge,
1992), pp. 295–337, (300).
[24]
Η διαμόρφωση βοηθητικής ή
δευτερεύουσας προσωπικότητας, η
θυσιαστήρια θυματοποίηση, η τρέλα ή
ο θάνατος μοιάζουν οι μοναδικές
επιλογές για τη γυναικεία ολοκλήρωση
(White Barbara,
1981 )
[25]Merick Helen,
Gender in Science Fiction, in Edward
James - Farah Mendlesohn, 2003,
Cambridge Companion to Science
Fiction, Cambridge University
Press :
241.
[26]
Judith Merril,
personal correspondence, cited in
Justine Larbalestier and Helen
Merrick, 'The Revolting Housewife',
Paradoxa 18 (June 2003) :
136–56.
[27]
Joanna Russ, 'The
Image of Women in Science Fiction'
(1971), Vertex 1:6 (February
1974) : 55.
[28]
Darko Suvin's
definition, in Metamorphoses of
Science Fiction (New Haven, CT:
Yale University Press, 1979).
[29]Gwyneth
Jones, 1999, Deconstructing
the Starships , Science, Fiction
and Reality,
Liverpool University Press :27.
[30]
Καινότυπο είναιη αρχετυπική έννοια/
εικόναστην οποία προσδίδεται
καινούρια σημασία
(βλέπε:Epstein
Michail,1988,
Paradoksy Novizny,
Moscow,
Sovetkij
pisatel, από
Nikolajeva Maria,1996,
Children’s
literature
:Comes
of age
:toward
a new aesthetic,
New York
–
London,
Garland
:145-146)
[31]
Ursula K. Le Guin, "National Book
Award Acceptance Speech," in The
Language of the Night: Essays on
Fantasy and Science Fiction, ed.
Susan Wood ( New York: Putnam, 1979)
: 57-58.
[32]
Suzy McKee Charnas, 1981, 'A Woman
Appeared' in Barr, ed., Future
Females : 106–7.
[33]Joanna
Russ,1981, 'Recent Feminist
Utopias', in Marleen S. Barr, ed.,
Future Females: A Critical
Anthology (Bowling Green, OH:
Bowling Green State University
Popular Press, 1981) : 71–85, (81).
[34]
Donna Haraway, 'A
Manifesto for Cyborgs', reprinted in
Elizabeth Weed, ed.,1989, Coming
to Terms New York: Routledge :
173–204.
[35]Παπαντωνάκης
Γ.,2004, Η γυναικεία παρουσία σε
ελληνικά παιδικά κείμενα
επιστημονικής φαντασίας, σε Το
σύγχρονο ελληνικό παιδικό- εφηβικό
μυθιστόρημα (επιμ. Τσιλιμένη
Τασούλα), Αθήνα, Σύγχρονοι
Ορίζοντες:169/171.
[37]
Τζιόβας Δημήτρης,(2002 - 1993-)
Το Παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης,
(β΄ έκδοση) Οδυσσέας, Αθήνα :172-191
[38]
Χουρμούζιος Αιμ., 1979,
Λογοκακοτεχνία σε Ο Αφηγηματικός
Λόγος, Έργα Ζ΄, Αθήνα, Οι
Εκδόσεις των Φίλων: 247-48 (εδώ
προτείνεται μια αισθητική της
καλολογίας απαλλαγμένη από τη γλώσσα
της αγοράς).