Παιδεία: Δυο
κόσμοι διαφορετικοί
ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΤΣΙΚΑ
Η ανακοίνωση των φετινών βάσεων εισαγωγής στα
Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ ανέδειξε ένα μεγάλο
χάσμα. Χάσμα στις βάσεις (από 8.500 μέχρι
19.500), στους υποψήφιους και στις βαθμολογίες
τους, (11.000 αριστούχοι ο μεγαλύτερος αριθμός
από το 2001 και μετά από τη μια και 33%
υποψήφιοι κάτω από τη βάση από την άλλη), χάσμα
στις προσδοκίες! Άλογα κούρσας και ουραγοί!
Οι βάσεις απογειώνονται στις ήδη πολύ
υψηλόβαθμες σχολές και παίρνουν την κατιούσα
στις ήδη πολύ χαμηλόβαθμες! Παράδοξο και
πρωτότυπο; Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε άλλη
φορά κίνηση των βάσεων με αυτά τα χαρακτηριστικά
σε τέτοια τουλάχιστον ένταση και έκταση. Από την
άλλη η «κατασκευή» 11.000 αριστούχων με όχημα τα
ευκολότερα θέματα δεν κατάφερε να περιορίσει το
ποσοστό των υποψηφίων που γράφουν κάτω από τη
βάση, πολλοί από αυτούς με λευκή κόλλα. Ένας
στους τρεις υποψήφιους έγραψε φέτος κάτω από τη
βάση και από αυτούς περισσότεροι από τους μισούς
έδωσαν σχεδόν λευκή κόλλα!
Τι συμβαίνει;
Σαν να αντανακλά η ίδια η κοινωνία πάνω στην
κίνηση των βάσεων. Μια κοινωνία όπου οι φτωχοί
γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι
πλουσιότεροι. Και στη μέση σμπαραλιασμένα τα
μlon;σαία στρώματα.
Από την άλλη, φαίνεται καθαρά ότι έχει
συντελεστεί αθέατα αλλά σταθερά μια σημαντική
αλλαγή στους υποψήφιους. Δίπλα στα «άλογα
κούρσας» με τα 18άρια και τα 19άρια που τινάζουν
τις βάσεις στον αέρα διαμορφώνονται οι ουραγοί,
μια μεγάλη ομάδα (ίσως η μεγαλύτερη μετά τη
μεταπολίτευση) παιδιών, κυρίως από τα λαϊκά
στρώματα (γόνοι αγροτών, εργατών, μικροϋπαλλήλων
κ.λπ.) οι οποίοι έχουν γυρίσει την πλάτη στην
σχολική εκπαίδευση σαν απάντηση στο γεγονός ότι
η τελευταία δεν έχει έχει πλέον να τους
προσφέρει αυτό που απλόχερα, στο πεδίο των
επαγγελματικών προοπτικών, πρόσφερε στο
παρελθόν.
Το τέλος της κινητικότητας
Πριν από περίπου 30 χρόνια, την Ακαδημαϊκή
χρονιά 1981/82, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της
συντριπτικής πλειοψηφίας των φοιτητών - τριών
που απάντησαν στην ερώτηση «νομίζετε ότι στη
σημερινή ελληνική κοινωνία τα άτομα έχουν τη
δυνατότητα να μεταπηδούν σε μια κοινωνική τάξη
ανώτερη από αυτή στην οποία βρίσκονται οι γονείς
τους;» η καταφατική απάντηση συγκέντρωσε
συνολικά το 95% των φοιτητών/τριών.
Διαπιστώθηκε μάλιστα ότι δεν υπήρχε στην
απάντηση αυτή σχέση ανάμεσα στην κοινωνική
προέλευση των φοιτητών και στην αντίληψή τους
για τις πιθανότητες κοινωνικής ανόδου. Στην ίδια
έρευνα, η οποία διεξήχθη την περίοδο εκείνη από
την πανεπιστημιακό Ιωάννα Λαμπίρη - Δημάκη,
τονίζεται κι ένα άλλο εξ ίσου σημαντικό εύρημα.
Φοιτητές και φοιτήτριες θεωρούσαν, την περίοδο
αυτή, την μόρφωση κύριο μέσο κοινωνικής ανόδου.
Πρόκειται, βέβαια, για πεποίθηση που «χρώσταγε»
τα οικοδομικά υλικά του σχηματισμού της σε
εκείνη την περίοδο (και ακόμη προγενέστερα) στην
οποία, πράγματι, η εκπαίδευση διαδραμάτισε
αποφασιστικό ρόλο στην ένταξη εκατοντάδων
χιλιάδων νέων από όλα τα κοινωνικά στρώματα στις
πολλαπλές νέες θέσεις εργασίας που «αναφύονταν»
κατά χιλιάδες. Γιατί ως γνωστόν στη χώρα μας,
στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, μέχρι και
τις αρχές περίπου της δεκαετίας του ΄80, η
αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, το
«άνοιγμα» του δημόσιου τομέα και η διόγκωση του
τριτογενούς τομέα, των υπηρεσιών κ.λπ. έδωσαν
την ευκαιρία στον εκπαιδευτικό μηχανισμό να
διαδραματίσει κυριαρχικό ρόλο στην ένταξη
χιλιάδων νέων παιδιών εργατών και φτωχών
αγροτών, της βασανισμένης ελληνικής υπαίθρου,
στις νέες θέσεις του καταμερισμού εργασίας. Οι
πανεπιστημιακοί τίτλοι και τα διπλώματα αποκτούν
την ίδια περίοδο τη λειτουργία που είχαν
παλαιότερα οι «τίτλοι ευγενείας» για την
κατάληψη μιας ευνοημένης επαγγελματικής θέσης
και φυσικά μαγνητίζουν, ιδιαίτερα, εκείνα τα
τμήματα του πληθυσμού που προσπαθούν να
«σπρώξουν» τα παιδιά τους - μέσω της εκπαίδευσης
- στην «άλλη» πλευρά του λόφου, εκεί όπου
απουσιάζει η χειρωνακτική εργασία, η ανασφάλεια
και τα χαμηλά εισοδήματα.
Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει σημαντικά.
Μιλάμε για ανατροπή στις καταστάσεις, στα
δεδομένα και στις πεποιθήσεις. Το «κλειδί του
παραδείσου», το Πανεπιστήμιο, που την
προηγούμενη περίοδο πρόβαλε σαν το σκαλοπάτι που
έπρεπε ν' ανέβουν τα παιδιά των λαϊκών
οικογενειών για να "αποκατασταθούν -
εξασφαλιστούν", δεν υπάρχει πια. Ακόμα και το
παιδί μιας οικογένειας εκπαιδευτικών ή δημοσίων
υπαλλήλων ή μικρεμπόρων με το πτυχίο στο χέρι,
είναι πιθανόν να βρεθεί σε χειρότερη θέση
επαγγελματικά, κοινωνικά, οικονομικά από τους
γονείς του. Τα πτυχία έχουν χάσει την
αποτελεσματικότητα που είχαν στο παρελθόν ως
μέσα επαγγελματικής προώθησης καθώς η ολοένα και
αυξανόμενη ανεργία «σαρώνει» όλων των ειδών τους
τίτλους, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύονται από
υψηλή καταγωγή, «δίκτυο σχέσεων - γνωριμιών» και
«κληρονομικά δικαιώματα».
Ακυρώνεται έτσι ένα ολόκληρο φάσμα κοινωνικών
προσδοκιών, συγκροτημένο εδώ και αρκετές
δεκαετίες για τη δυνατότητα εργασιακής
απασχόλησης και κοινωνικής ανέλιξης μέσα από την
πρόσβαση στην εκπαίδευση και τα διαπιστευτήριά
της.