σύμβολο του
μεταμοντέρνου κατακερματισμού της
προσωπικότητας
Μουλά
Ευαγγελία, Δ.φ.
Την Ωραία
Ελένη συνοδεύει μια πλούσια και αντιφατική
μυθογραφική- διακειμενική παράδοση. Παρά τη
θετική απεικόνισή της στην Οδύσσεια
ως φιλόξενη οικοδέσποινα του Τηλέμαχου (ο,
στ.126-127), τη δικαιολόγηση της
συμπεριφοράς της από την Πηνελόπη (ψ,
στ.218-224), αλλά και τη ίδια της τη
μεταμέλεια στο Ζ της Ιλιάδας και τη
μετέπειτα αθώωσή της από το Στησίχορο (Παλινωδία)[1],
τον Ηρόδοτο[2]
(2.112-120 και το Γοργία (Ελένης Εγκώμιο),
η κυρίαρχη εικόνα της είναι αυτή που
παραδίδεται στον Αγαμέμνονα του
Αισχύλου, ως απειλή για το συζυγικό θεσμό
(τ.62), αλλά και στην Ηλέκτρα του
Ευριπίδη (στ.1060-1066), όπου παραλληλίζεται
με την ολέθρια και σατανική Κλυταιμνήστρα.
Στη διαδικασία της συνεχούς
επανασυγκειμενοποίησής[3]
της η πολυσυζητημένη μυθική μορφή και σε
σχέση με τις δυναμικές που ανέπτυσσε με τα
διάφορα κείμενα και τις εποχές, μολονότι
επαναπροσδιοριζόταν συνεχώς[4]
, κατέληξε στιγματισμένη από την μία και
μοναδική πράξη του ξελογιάσματός της από το
γοητευτικό Πάρη[5].
Ακόμα και σε έργα της νεώτερης
δραματουργίας, που αυτονομούνται σημαντικά
από τη μυθική παράδοση και τη χρησιμοποιούν
μόνο ως περίβλημα για τις μορφολογικές και
αισθητικές τους αναζητήσεις, όπως η Ελένη
του
Goethe,
κι εδώ παρά τις χωροχρονικές υπερβάσεις, –
στη δεύτερη πράξη το σκηνικό είναι η αυλή
ενός μεσαιωνικού κάστρου- , η Ελένη πάλι
σαγηνεύει την καρδιά ενός σπουδαίου άντρα,
του Φάουστ, επισφραγίζοντας τη φήμη της ως
καρδιοκατακτήτριας[6].
Στην πραγματικότητα από τα
Ομηρικά ως τα Κύπρια έπη και από τον Ησίοδο
ως τον Αισχύλο, η Ελένη παρουσιάζεται θύμα
της ομορφιάς της, δόλωμα στα δίχτυα της
θεάς του έρωτα και παρά τις ευθύνες των
ανόσιων πράξεών της, διατηρεί πάντα το
φωτοστέφανο μιας υπερφυσικής αγνότητας[7]
που εκπορεύεται από την ομορφιά της, η οποία
ανάγεται σε ιδεοληπτικό τόπο[8].
Η Ελένη, ως θηλυκός Πρωτέας, μεταμορφώνεται
πάντα σύμφωνα με τους πόθους των ανδρών[9].
Η Ωραία
Ελένη
της Μαρί Γκουντό (εκδόσεις Κέδρος, 2003)
προτείνει μια ανατρεπτική σε σχέση με την
παράδοση εικόνα της Ωραίας Ελένης. Σύμφωνα
με τα παρακειμενικά δεδομένα, το βιβλίο
απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας από 12 ετών
και άνω. Η περίληψη στο οπισθόφυλλο
παραπέμπει στην τεχνική της
Mainstream
λογοτεχνίας και προκαλεί μέσα από την
έντεχνη διατύπωσή της το ενδιαφέρον του
επίδοξου αναγνώστη. Το ερώτημα – κλειδί με
το οποίο κλείνει η περίληψη «έφταιξε όμως
πράγματι η Ελένη για όλες αυτές τις συμφορές
που της έχουν αποδοθεί από την αρχαιότητα ως
σήμερα;» μας συνδέει υπαινικτικά με την
τραγική εκδοχή της Ευριπίδειας ηρωίδας.
Η συνοδεία
της περίληψης – τύπου κινηματογραφικού
προγράμματος «η συνέχεια επί της οθόνης», με
τα σε διαφορετική γραμματοσειρά κριτικά
αξιολογικά σχόλια, προσθέτει στο στοιχείο
του συναρπαστικού της αφήγησης και το προσόν
της επιμορφωτικής λειτουργίας, που
υπερισχύει και παραδόξως κατατάσσει το
βιβλίο στην κατηγορία των βιβλίων γνώσεων
(!!). Σε αυτό συνάδουν και τα κεφάλαια-
παραρτήματα του βιβλίου (Επίλογος, Ελένη η
γυναίκα με τα χίλια πρόσωπα, Η αλήθεια των
μύθων, Το πεπρωμένο είναι γραμμένο στα
ονόματα).
Από άποψη
αφηγηματικής τεχνικής το κείμενο τηρεί την
πεπατημένη. Ο τριτοπρόσωπος πανεπόπτης
αφηγητής που είναι ετερο- και εξω -διηγητικός,
βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με
τον αναγνώστη, καθώς από την αρχή κιόλας
ορίζει το χρονικό σημείο απ’ όπου αφηγείται
την ιστορία ως υστερόχρονο των αφηγουμένων,
πράγμα που του επιτρέπει να προοικονομεί,
συχνά σε βάρος της απαιτούμενης για την
ποιότητα της αφήγησης ,απαραίτητης έκπληξης[10]
(«από το μυαλό κανενός δεν θα περνούσε να
την ονομάσει τότε Ελένη της Τροίας.» «Ήταν
πριν από το μεγάλο πόλεμο που κράτησε δέκα
ολόκληρα χρόνια …μυαλά χυμένα στο χώμα»).
Παρ’ όλα αυτά η συγγραφέας αξιοποιεί την
τεχνική του «ελεύθερου πλάγιου λόγου» και
έτσι είναι σα να ακούμε τη φωνή του αφηγητή
συντονισμένη με αυτή της ηρωίδας.[11]
Ο ελεύθερος πλάγιος λόγος είναι ένας
υβριδικός μηχανισμός[12]
που εξασφάλιζε ανέκαθεν στη γυναικεία γραφή
τη δυνατότητα να ασκεί κριτική και να
ερμηνεύει την κοινωνία, μέσα από την
παρουσίαση της εστιαζόμενης γυναικείας
συνείδησης, από την εποχή ακόμα της
Jane Austen[13]
μέχρι τις σύγχρονες Αφρο- Αμερικανίδες
συγγραφείς[14].
Η ετεροδιηγητική εξωτερική αφήγηση
προστατεύει το περιεχόμενο και παρέχει
εχέγγυα αληθοφάνειας και εγκυρότητας. Μια
παρόμοια ανατρεπτική επαναφήγηση της
ιστορίας της Ελένης μέσα από την προσωπική
της γυναικεία οπτική, συναντάμε ήδη πολύ
νωρίτερα, από τη
Sophie Chaveau[15]στο
μυθιστόρημά της
Memoires d’
Helene
(1988), στα πλαίσια της ευρύτερης τάσης
«εκθήλυνσης της αφήγησης»[16],
αλλά και σε πολύ πρόσφατα μυθιστορήματα,
όπως στην «Πηνελοπιάδα» της Μάργκαρετ
Άτγουντ, όπου παρακολουθούμε την ιστορία
την Πηνελόπης και των 12 θεραπαινίδων της,
που σφάχτηκαν από τον Οδυσσέα, μέσα από την
εσωτερική οπτική της ομώνυμης ηρωίδας[17].
Σαφώς δεν
πρόκειται για μια διασκευή του Ευριπίδειου
έργου. Καταπιάνεται με το μύθο της Ελένης
ολιστικά, από την εποχή της πρώτης της
νεότητας μέχρι και τα γεράματά της. Κάνει
χρήση και συνδυάζει διάφορα στοιχεία των
αλλεπάλληλων επιστρωματώσεων των μύθων, που
έχουν πλεχτεί γύρω από το θρυλικό όνομά της.
Εκεί που η διασκευή όμως διαφέρει από τις
προηγούμενες αλλά και από το πρωτότυπο,
είναι κυρίως σε δύο διαφορετικούς
χειρισμούς δεδομένων, που την αποσπούν από
τα προδιαγεγραμμένα πλαίσια και μεταπλάθουν
τα γεγονότα και τα πρόσωπα, ανεπηρέαστα από
την ποιητική παράδοση. Ο Λόγος της Ελένης
της Γκουντό αποδεσμεύεται πρώτον, από το
ζητούμενο της Ελληνικότητας και ακυρώνει
κατά δεύτερον, την εμπρόθετη γραφή του
Ευριπίδη να αναβαπτίσει την ηρωίδα και να
την απαλλάξει από τις ως τότε απαγγελθείσες
σε βάρος της κατηγορίες, δημιουργώντας μια
πρότυπη συνεκτική προσωπικότητα χωρίς
αντιφάσεις. Η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του
έργου του Ευριπίδη είναι ότι μετέτρεψε την
Ελένη σε μια γυναίκα ορκισμένη να
αντιμετωπίσει την οντολογική της ασάφεια
…..αποσυσχετίζοντας την ηρωίδα από τις
υπόλοιπες φαντασιακές και αρνητικές
διαστάσεις της, προσδίδοντάς της ως
δεσπόζουσα ιδιότητα αυτήν της Ελένης, κόρης
του Δία[18].
Η διασκευή αντιθέτως, θα μπορούσε να
διαβαστεί ως σύμβολο της μεταμοντέρνας
κατάστασης της διασποράς του νοήματος, της
απώλειας της αίσθησης κέντρου, της
σύγχυσης των ορίων και της πολυπρισματικής
διάθλασης της σύγχρονης εαυτότητας, ή
αλλιώς, σύμφωνα με τον ορισμό του
μεταμοντέρνου του Jameson[19],
ως την αποσύνθεση και κατάρρευση της σχέσης
μεταξύ των σημαινόντων, μια εμπειρία
απομονωμένων , αποκομμένων και ασυνεχών
δεδομένων, που αδυνατούν να αποκαταστήσουν
μεταξύ τους μια συνεπή και κατανοητή
ακολουθία.
Η Ελένη
μάλιστα βρίσκεται υπό το καθεστώς μιας
διπλής αντίφασης. Εντός της συνυπάρχουν τόσο
μια «διπλή συνείδηση»[20],
υπό την έννοια ότι αντιλαμβάνεται τον εαυτό
της κατά κάποιον τρόπο που διαφέρει από τον
τρόπο που την βλέπουν οι άλλοι, όσο και μια
«διχασμένη συνείδηση»[21],
που αντανακλά την επίγνωση του διχασμού που
υφίσταται στην ψυχή της. Το Εγώ της
μετατρέπεται σε Έτερον , τη μία εξαιτίας
εξωτερικών κοινωνικών καταναγκασμών και την
άλλη εξαιτίας εσωτερικών ψυχικών διεργασιών.
Το πρώτο σημείο, που τα
παραπάνω επιβεβαιώνονται, εντοπίζεται στον
τρόπο που η οικογένειά της αντιμετώπισε την
προοπτική απαγωγής της κόρης από τον Πάρη.
Εδώ, το οικογενειακό της περιβάλλον όχι μόνο
συνεργάζεται σιωπηρά και συναινεί , αλλά
ευλογεί και παροτρύνει την ανάπτυξη του
δεσμού τους και την εκπλήρωση του χρησμού
(σσ.21-24). Η Ελένη αντιθέτως, παρά τη
γοητεία του Πάρη, μοιάζει να μπορούσε να
του αντισταθεί ,καθώς τελικά η επιλογή της,
που σημειωτέον έγινε χωρίς καμία σπουδή,
προοιωνιζόταν τις μετέπειτα αμφιβολίες της ,
που αποτελούν και τη βασική ερμηνευτική
στροφή στην απόδοση του χαρακτήρα της.
Στην Ελένη
του Ευριπίδη παρακολουθούμε, εμμέσως πλην
σαφώς, την αντιπαράθεση του ανώτερου
Ελληνικού με τον βαρβαρικό - Αιγυπτιακό-
πολιτισμό. Η Ήρα σε συνεργασία με τη Θεονόη,
που αντιπροσωπεύει την Αθηνά, συγκρούονται
με τη Φρυγική Αφροδίτη και η επικράτησή τους
αποτελεί έναν ύμνο στην ελληνική τιμή και
επινοητικότητα έναντι της βαρβαρικής
βαναυσότητας και κτηνωδίας[22].
Ο τιμητικός ρόλος που ο Ηρόδοτος είχε
αποδώσει στους Αιγυπτίους ως προστάτες της
ηθικής τάξης, εφόσον είχαν παρακρατήσει την
Ελένη κατά την διέλευσή της από την Αίγυπτο
με το πλοίο του Πάρη, στην ευριπίδεια
διανομή ανατίθεται στους Έλληνες, στους
οποίους επιστρέφεται και η δόξα για την
αποκατάσταση της ηθικής ισορροπίας[23].
Επιπλέον, η λειτουργικότητα του όρου
«βαρβαρικός», μείζονος σημασίας σε όλο το
έργο, καθώς αναφέρεται εικοσιέξι φορές και
συχνά συνδέεται με το «κρεβάτι», έγκειται
στο να απαλλάξει την Ελένη από το στίγμα
της όποιας συνάφειάς της με αυτό και να
εξαγνίσει την εικόνα της, παρουσιάζοντάς την
ως πρότυπη Ελληνίδα[24].
Από την άλλη πλευρά, η Ελένη
της εν λόγω διασκευής, όχι μόνο δεν είναι
αντιπροσωπευτικό δείγμα Ελληνίδας, αλλά
ταλανίζεται από τραγικές εσωτερικές
συγκρούσεις, που φέρνουν αντιμέτωπα τα
αντιφατικά στοιχεία που συνθέτουν την
ταυτότητά της. Σε ένα βαθμό βιώνει αυτό που
ο
Foucault
αποκαλεί «εμπειρία Ετεροτοπίας»[25],
κινούμενη μεταξύ διαφορετικών οντολογικών
επιπέδων που της προσδίδουν ρευστότητα,
αστάθεια και εν τέλει συνειδησιακή
πληθυντικότητα. Δεν φλέγεται από πατριωτικά
αισθήματα, δεν υποφέρει απαχθείσα, δεν
βαρυγκωμά από απέχθεια για την εξορία της.
Είναι όμως μια γυναίκα διχασμένη ανάμεσα σε
δύο πατρίδες, που αμφιταλαντεύεται
βασανιστικά σε όλη της τη ζωή, χωρίς να
μπορεί ποτέ η ζυγαριά των αισθημάτων της να
γείρει λυτρωτικά προς μια πλευρά (σελ.34,
35, 54, 59,66,78, 83 κ. α.). Σε κρίσιμες
στιγμές κλονίζεται και δεν μπορεί να
ξεκαθαρίσει τι νιώθει, τόσο που φτάνει σε
σχιζοειδή συναισθήματα. Δεν ξέρει που
ανήκει, ποιον να συμπονέσει και να
υπερασπιστεί . Αυτή γίνεται η γέφυρα μέσα
από την οποία οι δύο πολιτισμοί
συναντιούνται και αλληλοκατανοούνται. Η
καρδιά της κλείνει μέσα της τόσο την Ελλάδα
,όσο και της Τροία .
H
Ελένη συνιστά κατά κάποιον τρόπο την
ενσάρκωση του
Alter Ego
του σύγχρονου Έλληνα, ο οποίος ταλανίζεται
από την απωθημένη του σχέση με το ένδοξο
παρελθόν και τη διάστασή του προς το
αναντίστοιχο α- κλεές παρόν του , καθώς και
από τη συγκρουσιακή συνύπαρξη των
αντινομικών στοιχείων της ταυτότητάς του,
Ανατολής και Δύσης[26].
Ως προς αυτό
το διακριτικό γνώρισμα ταυτίζεται σημαντικά
με τη Μήδεια και τη μοίρα της. Η Ελένη
είναι στιγματισμένη από το πεπρωμένο που
είναι γραμμένο στο όνομά της. Αυτό ,σύμφωνα
με την ετυμολογική ερμηνεία της διασκευής ,
σημαίνει «αυτήν που σαγηνεύει ,αλλά και
αυτήν που σαγηνεύεται» ή ακόμα «αυτήν που
την απάγουν. Την ξελογιάστρα» . Αυτές της οι
ιδιότητες προσιδιάζουν σε χαρισματικό
άτομο με ιδιαίτερες «μαγικές» δυνάμεις,
όπως ήταν και η Μήδεια. Επιπλέον ζουν και οι
δύο το ίδιο αβάσταχτο μαρτύριο της
εσωτερικής ανεστιότητας . Πλάσματα
αποκομμένα από την πατρίδα που τις έθρεψε,
αγωνίζονται να αποκτήσουν ρίζες στην νέα
τους πατρίδα, την οποία υιοθετούν για χάρη
του αγαπημένου τους, αλλά ποτέ δεν
καταφέρνουν να προσαρμοστούν απόλυτα. Το
ψυχικό δράμα της Μήδειας , συγγενές με το
δράμα της Ελένης στο έργο της Μαρί Γκουντό,
αποτυπώνει με ενάργεια και ευαισθησία στη
σύγχρονη λογοτεχνία η Κρίστα Βολφ[27].
Η συνεχής ανακάλυψη όμως
κοινών στοιχείων ανάμεσα στις κουλτούρες των
Αχαιών και των Τρώων από την Ελένη, αντί να
την ανακουφίσει, τη συνθλίβει, καθώς
αντιλαμβάνεται ολοένα και πιο έντονα, ότι
αυτή υπήρξε η αφορμή ενός στην ουσία
«αδελφοκτόνου» πολέμου και το τέλειο
άλλοθι στις επεκτατικές βλέψεις των Αχαιών.
Η αυτοκριτική της είναι δριμεία, αλλά
αναποτελεσματική. Την οδηγεί σε ψυχική
αδράνεια και της γεννά ένα αδιέξοδο αίσθημα
ματαιότητας ( «να βοηθήσει τους Τρώες…; Να
βοηθήσει τους Έλληνες;…» « η Ελένη
μοιραζόταν την τύχη των γυναικών …μα δίχως
να παίρνει μέρος στο θρήνο και το πένθος
τους…»). Η μόνη αναφορά που συσχετίζει το
κείμενο με την τραγωδία του Ευριπίδη και
λειτουργεί ως υπερκείμενο –(υπό την έννοια
που ισχύει στη γλώσσα της πληροφορικής -Hyper
link[28])
που θα μπορούσε να μας συνδέσει με αυτήν
την υπόθεση, είναι στη σελ.26 , η
υπαινικτική για τους γνώστες φράση «Η Ελένη
αποχώρησε από την Αίγυπτο με νοσταλγία και
με ένα αίσθημα πως, φεύγοντας, άφηνε εκεί
ένα κομμάτι από τον εαυτό της». «Κάνοντας
κλικ» στη φράση, θα οδηγιόμασταν κατευθείαν
στη σελ. 87 και κατόπιν στις σσ.92-93 των
παραρτημάτων, όπου η διασκευάστρια
αναφέρεται στην εκδοχή του Ευριπίδειου έργου
και στην ιστορία της, από τον Στησίχορο
μέχρι τον Σεφέρη. Δηλώνει δε σαφώς, ότι
αυτή η ερμηνεία «είναι αυτή που αγαπούσαν
κυρίως οι ποιητές», υπαινισσόμενη τη
διάστασή της από την όποια ιστορική αλήθεια.
Η φιγούρα της Ελένης, όπως σκιαγραφήθηκε εδώ
διαφέρει από την ελληνολατρική οπτική των
νεώτερων χρήσεων της τραγωδίας, που – είτε
μέσα από τη διδασκαλία του κειμένου στο
σχολείο, είτε μέσα από τις τρέχουσες
παιδικές διασκευές- προβάλλεται ως πρότυπη
Ελληνίδα σύζυγος και άμωμη ηθική
προσωπικότητα, η οποία μπορεί να
λειτουργήσει παραδειγματικά και να
προτυποποιηθεί. Το νεωτερικό στοιχείο της
διασκευής είναι η τήρηση ίσων αποστάσεων από
οιαδήποτε αξιολογικά συμπεράσματα, η
περιγραφική αμεροληψία της όσο αναφορά
στους αντιπάλους και εντέλει η παρουσίαση
της Ελένης ως τραγικής φιγούρας σε κρίση
ταυτότητας, που βασανίζεται από αμφιβολίες
και αναπάντητα μέχρι το τέλος ερωτηματικά.
Έτσι ξεφεύγει σαφώς από την τροχιά
αναζήτησης συμβόλων
Ελληνικότητας
και αποφετιχοποιώντας την μυθική μορφή, τη
χρησιμοποιεί ως εργαλείο του σύγχρονου
κόσμου για να ελέγξει τις ερμηνείες του
παρελθόντος του.
[2]Herodotus
and Helen in Egypt, in Norman
Austin, Helen of Troy and her
Shameless Phantom, Cornell
University Press, Ithaca and London,
1994, σσ.118-136.
[3]
Για τον όρο
recontextualisation,
Schaeffer Jean
– Marie .,
Qu’
est-ce
qu’ un genre
littéraire,Paris-
Seuil,
1989, σσ.147-150.Ένα κείμενο μπορεί
να αντιμετωπιστεί σαν να ανήκει σε
πολλά διαφορετικά γένη και να γίνει
αντικείμενο μιας πολυεδρικής
εξέτασης που να φωτίζει διαφορετικά
δυνάμει ή εν σπέρματι χαρακτηριστικά
του. / Εδώ χρησιμοποιούμε τον όρο
αναφορικά με τη δυνατότητα πολλαπλών
αναγνώσεων και ανίχνευσης καινούριων
χαρακτηριστικών σε ήρωες με
στερεοτυπικά γνωρίσματα, μέσα από
νέες πολυεστιακές παρουσιάσεις τους.
[4]
βλέπε : Goldhill
Simon, the Failure of Exemplarity,
σε De
Jong F.- Sullivan J.P., Modern
critical theory and classical
literature, E. J. Brill, Leiden,
Netherlands, 1994, σσ.66-70.
[5]Μια
σπάνια και ίσως μοναδική περίπτωση
απενοχοποίησης της ωραίας Ελένης
παρατηρείται στο ευφάνταστο
μυθιστόρημα για παιδιά ηλικίας 8 –
12, του Bruce
Coville, Juliet Dove,
Queen of Love,
Harcourt inc.,
2003. Εδώ ο εγκείμενος μύθος της
Ωραίας Ελένης, που διαπλέκεται με τη
βασική αφήγηση και την τροφοδοτεί,
απαλλάσσει την Ελένη από κάθε
ευθύνη, καθώς για την ακαταμάχητη
γοητεία της έφταιγε το περιδέραιο
που της είχε χαρίσει η Αφροδίτη,
μέσα στο οποίο η θεά είχε φυλακίσει
το γιο της Έρωτα, για να τον
τιμωρήσει για την άπρεπη αγάπη του
προς τη θνητή Ψυχή.
[6]Suzuki
Mihoko,
Metamorphoses of Helen,
Authority,
Difference and the Epic,
Cornell University Press,
Ithaca and London,
1989 / Σιαφλέκης Ζ.Ι., Η
Εύθραυστη Αλήθεια, Εισαγωγή στη
θεωρία του Λογοτεχνικού Μύθου,
Αθήνα,
Gutenberg,
(1994), 1998, σσ.58-66.
[7]
Βέβαια η υπεράσπιση της Ελένης
απέναντι στην Εκάβη στις Τρωάδες
του Ευριπίδη, που στηρίζεται
ολόκληρη στο μύθο για την κρίση του
Πάρη και την ευθύνη της Αφροδίτης,
κάθε άλλο παρά πειστική ακούγεται
(στ..981-990).
[8]Από τη Μήδεια στη Σαπφώ.
Ανυπότακτες Γυναίκες στην Αρχαία
Ελλάδα, Υπουργείο Πολιτισμού,
Icom
–Ελληνικό Τμήμα, εκδόσεις Καπόν,
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, 20
Μαρτίου- 10 Σεπτεβμρίου 1995 (
έκθεση – αφιέρωμα στους αγώνες και
τις ιδέες της Μελίνας
Μερκούρη),σσ.123-124.
[10]Για
το πώς τα στοιχεία της αγωνίας, της
περιέργειας και της έκπληξης
καθοδηγούν την πορεία της πρόσληψης
μιας αφήγησης, βλέπε:
Hoeken,
Hans,
Mario
vanVliet,
Suspense,
curiosity,
and
surprise:
How
discourse
structureinfluences
the
affective
and
cognitive
processing
of
a
story,
Poetics27,
Issue
4, (2000) σσ. 277-286.
[11]Ζερβού
Αλεξάνδρα, Εσωτερική εστίαση και
(επαν)αφηγήσεις κλασικών για παιδιά
και ενήλικες : διαδραστικά φαινόμενα
και ιδεολογικές φορτίσεις,
Σύγκριση,
Νοέμβριος
2005, σσ.83-118(91)
[12]Σύμφωνα
με την ορολογία της
Cohn
αποκαλείται «αφηγημένος μονόλογος»
(σσ.139-192) και υποστηρίζεται ότι
ως προς την απόδοση της συνείδησης,
βρίσκεται σε σχέση με τις δύο άλλες
εναλλακτικές τεχνικές (ψυχοαφήγηση
και παρατιθέμενο μονόλογο) στο
ενδιάμεσο και κυμαίνεται από τον
πόλο του ειρωνικά έως τον πόλο του
συγκινησιακά δοσμένου μονόλογου, που
πετυχαίνει άλλοτε τη δυσαρμονική κι
άλλοτε την αρμονική με το χαρακτήρα
αφήγηση.
Βλέπε
:Cohn Dorrit, Transparent Minds.
Narrative Modes for presenting
Consciousness
]in Fiction,
Princeton University Press,
Princeton, 1978 (Διαφανή
πρόσωπα.
Αφηγηματικοί τρόποι για την
παρουσίαση της συνείδησης στη
μυθοπλασία,
(μτφρ. Δήμητρα Γ.
Μπεχλικούδη)
Αθήνα,
Παπαζήση,
2001,σσ.
187-189).
[13]Lanser
Sniader Susan,Fiction of Authority. Women
writers and Narrative Voice,
Cornell University Press, Ithaca,
1992,
σελ.74.
[15]Zervou
A., Homere et les enfants de la
videosphere . Instruments de
recherche
hybrides et
reception(s) interactive(s), L’
edition pour jeunesse entre heritage
et culture de masse,
Διεθνές Συνέδριο
25-28 Νοεμβρίου
2004, Ινστιτούτο
Ch.
Perrault,
Πανεπιστήμιο
Paris XIII, Πανεπιστήμιο
Paris VII, Afreloce ( υπό
έκδοση), 2005 (σελ.3,
υποσημ.21)
[16]Ζερβού
Αλεξάνδρα, Εσωτερική εστίαση και
(επαν)αφηγήσεις κλασικών για
παιδιά και ενήλικες , ό.π.,
σσ.83-118 (89-96)
[18]
βλέπε : Austin Norman,
Helen
of Troy and her Shameless Phantom,
Cornell
University Press,
Ithaca and
London,
1994, σσ.8-9.
[19]Jameson
Frederic, Postmodernism and consumer
society in Post Modern Culture
(Hal Foster, ed), London, Pluto
Press, 1985, σσ.111-125
( 119)
[20]Du
Bois W.E.B.,The Souls of Black Folk
in Writings, (ed.Nathan
Irrin Huggins) New York,, Library of
America, 1986,
σελ.364.
[21]Travisano
Thomas, Of Dialectic and Divided
Consciousness : Intersections
between Children’s Literature and
Childhood Studies, in Children’s
Literature, Vol.28, Yale
University Press, New Haven and
London, 2000, σσ.
22-29 ( 23).
[24]Austin Norman,
ό.π. σελ.143 και υποσημείωση 11.
[25]Foucault
Michel, The Order of
Things :
An Archeology of Human Sciences
, New York,
Pantheon,
1970, xviii
( “Oι
Ετεροτοπίες κλονίζουν , διότι
μυστικά υπονομεύουν τη γλώσσα καθώς
καθιστούν αδύνατο να ονομαστεί αυτό
κι εκείνο , καθώς καταστρέφουν τη
σύνταξη εκ προοιμίου και όχι μόνο τη
σύνταξη με την οποία κατασκευάζουμε
προτάσεις , αλλά επιπλέον τη
λιγότερο ορατή σύνταξη που συνέχει
τις λέξεις και τα πράγματα και τα
συγκρατεί μαζί»- η απόδοση του
πρωτότυπου είναι δική μας).
[26]Για
τη λειτουργία της τεχνικής του
Alter
Ego
των αφηγηματικών προσώπων και το
ρόλο του στην ερμηνευτική και
γενικότερα αναγνωστική πολιτική ,
βλέπε :
Chambers
R.,
Alter
Ego,
Intertextuality,Irony
and
the
Politics
of
Reading,
in
Worton
m.-
Still
J.,
Intertextuality
:
theories
and
practices,
Manchester
University
Press,
1990,
pp.
143-158.
[27]Εκτός
από το ομώνυμο έργο της (Μήδεια,
1996) μια ακόμα Τρωική ηρωίδα η
Κασσάνδρα της
Christa
Wolf
(1983), μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο
,παρέχει μια διαφορετική εκδοχή του
πολέμου, σε αντίθεση με τη
μιλιταριστική άποψη του βασιλιά
πατέρα της και των πολεμιστών (βλέπε
: Ζερβού
Αλεξάνδρα, Εσωτερική εστίαση και
(επαν)αφηγήσεις κλασικών για παιδιά
και ενήλικες : διαδραστικά φαινόμενα
και ιδεολογικές φορτίσεις,
Σύγκριση, Νοέμβριος 2005,
σσ.83-118 (90)
[28]
Ως υπερκείμενο ορίζεται τυπικά κάθε
κείμενο που περιέχει ηλεκτρονικές
παραπομπές ανοίγοντάς το σε
συγχρονική ανάπτυξη προς
διαφορετικές και πρακτικά ισότιμες
κατευθύνσεις. Βασικό χαρακτηριστικό
του είναι ο σύνδεσμος, που συνδέει
τα δεδομένα, καταργώντας την
οργάνωση του κειμένου σε
προκαθορισμένη γραμμική σειρά (βλέπε
: Καγιαλής Τ., Η λογοτεχνία στην
εκπαίδευση : η χρήση του Διαδικτύου
και των νέων τεχνολογιών, εν
Γλώσσα και Λογοτεχνία στην
Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια
Εκπαίδευση, Αθήνα, Μεταίχμιο,
2005, σσ.77-87 (86) )