Η
ανάπτυξη
Κοινωνικών
Δεξιοτήτων
στο πλαίσιο
υλοποίησης
προγραμμάτων
Περιβαλλοντικής
Αγωγής σε
Ενήλικες.
Διαμόρφωση
Δεικτών
Ποιότητας
για την
αξιολόγησή
τους
Ιωσήφ Γ.
Φραγκούλης
Δρ.
Περιβαλλοντικής
Αγωγής
Διδάσκων ΠΔ.
407/80
Π.Τ.Δ.Ε
Πανεπιστημίου
Πατρών
Περίληψη:
Οι διεθνείς
συνδιασκέψεις
για την
προστασία
του
περιβάλλοντος
επισημαίνουν
στα θεσμικά
τους κείμενα
τη
δυνατότητα
όλων των
μορφών
εκπαίδευσης
στην
αντιμετώπιση
των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων
που απειλούν
ολόκληρο τον
πλανήτη. Τα
τελευταία
χρόνια τόσο
στο
Ευρωπαϊκό
όσο και στο
Διεθνές
επίπεδο
έχουν
ξεκινήσει
προσπάθειες
εφαρμογής
της
Περιβαλλοντικής
Αγωγής όχι
μόνο στις
μορφές
τυπικής
εκπαίδευσης,
αλλά και σε
μορφές μη
τυπικής και
άτυπης
εκπαίδευσης,
όπως η
Εκπαίδευση
Ενηλίκων.
Φορείς μη
τυπικής
εκπαίδευσης,
όπως Κέντρα
Περιβαλλοντικής
Εκπαίδευσης,
Πολιτιστικοί
Σύλλογοι,
Περιβαλλοντικές
Οργανώσεις,
υλοποιούν
προγράμματα
Περιβαλλοντικής
Αγωγής
προσπαθώντας
να
ευαισθητοποιήσουν
τους
ενήλικες
απέναντι στα
οξυμένα
οικολογικά
προβλήματα
της εποχής
και να
συμβάλλον
στην
υιοθέτηση εκ
μέρους τους
ενός άλλου (οικολογικοποιημένου)
τρόπου
σκέψης,
δράσης και
συμπεριφοράς
( Μορέν
κ.ά.,1990:13-14,
Φραγκούλης,2003:2).
Στόχος
της
υλοποίησης
προγραμμάτων
Περιβαλλοντικής
Αγωγής δεν
είναι μόνο η
απόκτηση
γνώσεων,
αλλά η
καλλιέργεια
δεξιοτήτων,
η υιοθέτηση
στάσεων και
συμπεριφορών
φιλικών προς
το
περιβάλλον (UNESCO-UNEP,
1985).
Οι
κοινωνικές
δεξιότητες
δεν είναι
εύκολο να
αποτιμηθούν.
Το ίδιο
δύσκολη
είναι και η
αναγνώριση
των
αποτελεσμάτων
της
εκπαίδευσης
σε αυτές, αν
και συχνά
αυτές
ασκούνται
μέσα από
άτυπες
μορφές
εκπαίδευσης.
Στην εργασία
αυτή
περιγράφουμε
τις
κοινωνικές
ικανότητες
και
δεξιότητες
που πρέπει
να διαθέτουν
οι ενήλικες,
προκειμένου
να υλοποιούν
με επιτυχία
προγράμματα
Περιβαλλοντικής
Αγωγής.
Προτείνουμε
τη
δημιουργία
και χρήση
δεικτών
ποιότητας
για την
αξιολόγηση
Προγραμμάτων
Περιβαλλοντικής
Εκπαίδευσης
με στόχο
τον
αποτελεσματικότερο
σχεδιασμό
εκπαιδευτικών
δράσεων των
Ενηλίκων στο
χώρο της
Περιβαλλοντικής
Αγωγής.
Λέξεις
Κλειδιά:
Κοινωνικές
Δεξιότητες,
Περιβαλλοντική
Αγωγή,
Ποιότητα,
Δείκτες
Ποιότητας,
Αξιολόγηση
1.
Εισαγωγή
Τα τελευταία
χρόνια
ακούμε
καθημερινά
να γίνεται
λόγος για
παγκόσμια
οικολογική
κρίση. Ότι
υπάρχει
κρίση είναι
κάτι που
κανένας δεν
μπορεί να
αμφισβητήσει,
ιδιαίτερα αν
την συνδέσει
με τη βαθιά
κρίση που
περνά στις
μέρες μας
ολόκληρος ο
κοινωνικός,
πολιτικός
και ηθικός
βίος του
κόσμου (Μπούκτσιν
1992,
Μορέν 1993,
Μοδινός
1996).
Η εξάντληση
των φυσικών
πόρων, των
νερών και
των εδαφών,
το φαινόμενο
του
θερμοκηπίου,
η καταστροφή
των
οικοσυστημάτων,
η εξάντληση
των πηγών
ενεργείας, ο
υπερπληθυσμός
της γης
είναι μερικά
από τα
σύγχρονα
προβλήματα
που
χρήζουν
άμεσης
παρέμβασης
και λύσης αν
ενδιαφερόμαστε
πραγματικά
για την
επιβίωση μας
στον πλανήτη
κατά τα
επόμενα
χρόνια
(Κρίβας,1996:21,
Κρίβας,
2002).
Οι
συνδιασκέψεις
για την
προστασία
του
περιβάλλοντος
(Στοκχόλμη
1972,
Βελιγράδι,
1975) και
ιδιαίτερα η
συνδιάσκεψη
της Τυφλίδας
κατέδειξαν
πως το θέμα
της
οικολογικής
κρίσης μας
αφορά όλους
και
χρειάζεται
να
παρέμβουμε
δυναμικά, αν
ενδιαφερόμαστε
να
συμβάλλουμε
στη
διαδικασία
διατήρησης
της ζωής
στον
πλανήτη μας
τα επόμενα
χρόνια. (Φλογαϊτη,
1993:
132-144).
Η συνδιάσκεψη της Τυφλίδας απέδειξε και κάτι ακόμα. Τη
δυνατότητα
της
εκπαίδευσης
να συμβάλλει
στην
αντιμετώπιση
των
οικολογικών
προβλημάτων.
Η επίλυση
αυτών των
προβλημάτων
δεν είναι
και τόσο
εύκολη
υπόθεση.
Υπάρχουν
αρκετές
δυσκολίες
ατομικές,
κοινωνικοοικονομικές,
πολιτικές
και
πολιτισμικές.
Φαίνεται
όμως
αναγκαία,
ιδιαίτερα αν
αναλογιστούμε
τα αδιέξοδα
στα οποία
έχει
περιέλθει ο
πλανήτης μας
εξαιτίας της
αλόγιστης
υιοθέτησης
και χρήσης
συγκεκριμένων
οικολογικών
και
κοινωνικών
μοντέλων
ανάπτυξης (Φραγκούλης,
2003).
Προκειμένου
να
αντιμετωπίσουμε
τη συνεχώς
αυξανόμενη
περιβαλλοντική
κρίση
χρειαζόμαστε
πολίτες
ευαισθητοποιημένους
και
ενημερωμένους
στα
περιβαλλοντικά
προβλήματα,
οι οποίοι
έχουν
αναπτύξει
δεξιότητες
επίλυσης
περιβαλλοντικών
προβλημάτων
και είναι σε
θέση να
ενεργούν
προς την
κατεύθυνση
τόσο της
προστασίας
του
περιβάλλοντος,
όσο και της
επίλυσης
σύνθετων
περιβαλλοντικών
προβλημάτων.
Οι διεθνείς
συνδιασκέψεις
για την
προστασία
του
περιβάλλοντος(
Στοκχόλμη
1972,
Βελιγράδι
1975,
Τυφλίδα
1977, Μόσχα
1987, Ρίο
1992,
Θεσσαλονίκη,1997)
στα θεσμικά
τους κείμενα
τονίζουν την
ανάγκη να
εξοπλιστούν
οι πολίτες,
εκτός από
βασικές
γνώσεις σε
θέματα
σχετικά με
το
περιβάλλον
και με
κοινωνικές
ικανότητες
και
δεξιότητες,
ιδιαίτερα
στον τομέα
της
αναγνώρισης,
κατανόησης
και επίλυσης
των
Περιβαλλοντικών
Προβλημάτων
(Γεωργόπουλος,2005).
Ωστόσο, ο
ορισμός των
κοινωνικών
ικανοτήτων
δεν αποτελεί
μια εύκολη
διαδικασία.
Στη
βιβλιογραφία
τις συναντά
κανείς με
διάφορες
ονομασίες
και με
διαφορετικό
περιεχόμενο.
Επομένως
πρέπει να
διαχωριστεί
η έννοια της
ικανότητας
από την
έννοια της
δεξιότητας,
ώστε να
διασαφηνιστεί
αν ο στόχος
είναι η
απόκτηση
κοινωνικών
δεξιοτήτων ή
ανάπτυξη
κοινωνικών
ικανοτήτων.
Σύμφωνα με
το
CEDEFOP(2002)
ως
δεξιότητα
ορίζεται η
γνώση και η
εμπειρία που
έχει το
άτομο και
είναι
αναγκαία για
την εκτέλεση
ενός
συγκεκριμένου
καθήκοντος ή
μιας
εργασίας,
ενώ ως
ικανότητα
ορίζεται η
αποδεδειγμένη
δυνατότητα
του ατόμου
να αξιοποιεί
τεχνογνωσία,
δεξιότητες,
προσόντα ή
γνώσεις ώστε
να
διαχειρίζεται
με επιτυχία,
τόσο οικείες
όσο και νέες
επαγγελματικές,
κοινωνικές
καταστάσεις
και
απαιτήσεις.
Η δεξιότητα
αφορά
συνήθως την
εκτέλεση
εργασιών που
μαθαίνονται
μέσα από
πρακτική
άσκηση και
ενασχόληση
με
καθημερινά
προβλήματα,
χωρίς να
απαιτείται
μεγάλη
εμβάθυνση
στη λογική
που υπάρχει
πίσω από
αυτές.
Με βάση τις
προαναφερόμενες
διαφοροποιήσεις
,
προτείνουμε
τη χρήση του
όρου “κοινωνικές
ικανότητες”,
αντί του
όρου
“κοινωνικές
δεξιότητες”,
σύμφωνα με
τις νέες
κοινωνικές
και
οικολογικές
απαιτήσεις.
2.
Εννοιολογικός
προσδιορισμός
του όρου
κοινωνικές
ικανότητες
Σύγχυση
όμως,
εντοπίζεται
και στη
χρήση του
όρου “κοινωνικές
ικανότητες”.
Κατά την
επισκόπηση
της
βιβλιογραφίας
δύσκολα
ανακαλύπτει
κανείς μια
συγκεκριμένη
και ξεκάθαρη
εικόνα του
συνόλου των
ικανοτήτων
κάτω από τον
όρο
“κοινωνικές”,
εφόσον
εμφανίζεται
με πολλές
διαφορετικές
παραλλαγές
όπως:
μεταβιβάσιμες
ικανότητες,
βασικές
ικανότητες,
συναισθηματικές
ικανότητες.
Ανεξάρτητα,
ωστόσο, από
την
ανομοιογένεια
που
παρουσιάζεται
στη χρήση
του όρου,
υπάρχει ένας
αδιαμφισβήτητος
πυρήνας
συγκεκριμένων
ικανοτήτων
κοινός σε
κάθε ορισμό
που αφορά
την έννοια “κοινωνικές”.
Μία από τις
βασικότερες
ομάδες
ικανοτήτων
που
συγκαταλέγεται
στον όρο
κοινωνικές
είναι οι
επικοινωνιακές
ικανότητες,
οι
οποίες
επιτρέπουν
στον ενήλικα
εκπαιδευόμενο
να εκφράζει
σαφή και
πειστικά
μηνύματα και
να διαθέτει
ενεργητική
ακρόαση (Goleman,
2000).
Ακριβώς
επειδή οι
νέες
συνθήκες
εργασίας
εμπλέκουν
πολλούς
ανθρώπους σε
ένα έργο η
δυνατότητα
να
επικοινωνούν
μεταξύ τους
με
αποτελεσματικό
τρόπο, ώστε
πραγματικά
να κατανοούν
τι είναι
απαραίτητο
να γίνει σε
κάθε
περίπτωση,
αποτελεί
σημείο
κλειδί.
Στο
«ρεπερτόριο»
των
κοινωνικών
ικανοτήτων
εντάσσονται
και αυτές
της
συνεργασίας
και της
ομαδικής
εργασίας.
Θα πρέπει
δηλαδή
κανείς να
είναι σε
θέση να
συνεργάζεται
με άλλους
προς την
επίτευξη
κοινών
στόχων,
επίλυση
προβλημάτων
και
ταυτόχρονα
να μπορεί να
καλλιεργεί
και να
διατηρεί τη
συνοχή στην
ομάδα για
την επίτευξη
των στόχων
αυτών (Goleman,
2000). Ο
σύγχρονος
ρόλος των
ενήλικων
εκπαιδευόμενων
περιλαμβάνει
σημαντικό
χρόνο σε
ομαδικές
εργασίες και
προσπάθειες
και η
εκπαίδευση
των ατόμων
στον τρόπο
με τον οποίο
πρέπει να
μάθουν να
λειτουργούν
ομαδικά
είναι
ιδιαίτερα
σημαντική.
Η
ικανότητα
χειρισμού
διαφωνιών
και
αποτελεσματικών
διαπραγματεύσεων
(Goleman,
2000),
αποτελεί
κοινωνική
ικανότητα
που
θεωρείται
πολύτιμη
στην
καθημερινή
πρακτική,
εφόσον ακόμη
και αν οι
ενήλικοι
έχουν
αναπτύξει
τις
επικοινωνιακές
και
συνεργατικές
τους
ικανότητες
πολύ συχνά
έρχονται
αντιμέτωποι
με
συγκρούσεις,
κρίσεις και
διαφωνίες με
άλλους
ευαισθητοποιημένους
στα
περιβαλλοντικά
προβλήματα
πολίτες, οι
οποίοι
έχουν
τελείως
διαφορετική
αντίληψη για
τον τρόπο με
τον οποίο
πρέπει να
γίνει η
προσέγγιση
και η
επίλυση ενός
ζητήματος.
Συνακόλουθα
με την
αποδοχή των
αλλαγών
είναι
απαραίτητη
για τον
ενήλικα και
η κοινωνική
ικανότητα να
μαθαίνει
συνεχώς και
να μπορεί
να μαθαίνει
πώς να
μαθαίνει.
Θεμελιώδης
είναι η
σπουδαιότητα
της
απόκτησης
ικανοτήτων
που
επιτρέπουν
στα άτομα να
ασχοληθούν
με την
περαιτέρω
μάθηση, η
οποία
αποτελεί
βάση για
προσωπική
ολοκλήρωση,
ενεργητική
παρουσία των
πολιτών σε
διαδικασίες
λήψης
αποφάσεων
και
επίλυσης
πολύπλοκων
περιβαλλοντικών
προβλημάτων.
Μία ακόμη
αναγκαία
κοινωνική
ικανότητα
είναι η
οργάνωση.
Οι σύγχρονες
κοινωνίες
σήμερα
ζητούν από
τα μέλη τους
να μπορούν
να θέτουν
σωστά
προτεραιότητες
και να
οργανώνουν
αποτελεσματικά
τις
ενέργειές
τους, να
κατανέμουν
σωστά το
χρόνο τους,
ώστε να
ανταποκρίνονται
έγκαιρα και
με επιτυχία
στις
διαδικασίες
που
απαιτούνται
για την
επίλυση των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων.
Μια άλλη
κοινωνική
ικανότητα
που
αποδεικνύεται
ανεκτίμητη
σε άτομα με
θέσεις
ευθύνης
είναι η
αποτελεσματική
ηγεσία
η οποία
περιλαμβάνει
τη
δυνατότητα
κινητοποίησης
των άλλων
για την πιο
αποτελεσματική
επίλυση των
προβλημάτων.
Είναι
σημαντικό
για ένα
ηγέτη να
έχει
αυτεπίγνωση,
αντίληψη της
προοπτικής,
ενεργό
παρουσία και
δημιουργικότητα,
να μπορεί να
αναθέτει
εργασίες
στους
κατάλληλους
ανθρώπους,
να
συντονίζει
την ομάδα
και κυρίως
να μπορεί να
δημιουργεί
και να
εμπνέει
όραμα σε
αυτή (Goleman,
2000).
Βέβαια καμία
από τις
παραπάνω
ικανότητες,
από μόνη της
δεν μπορεί
να
εξασφαλίσει
την
αποτελεσματική
επίλυση των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων.
Οι
ικανότητες
συγκροτούνται
σε ομάδες.
Για να
μπορούν τα
άτομα να
συμβάλλουν
αποφασιστικά
προς την
κατεύθυνση
επίλυσης των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων
απαραίτητο
είναι να
διαθέτουν
ένα σύνολο
ικανοτήτων.
Οι
ικανότητες
αυτές τα
βοηθούν ώστε
να
αντιλαμβάνονται
σφαιρικότερα
τις
διαστάσεις
των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων
και να
οδηγούνται
σε
σταθερότερες
μακροβιότερες
λύσεις.
3. Λόγοι
που
υπαγορεύουν
την ανάπτυξη
των
κοινωνικών
ικανοτήτων
και
δεξιοτήτων
των Ενηλίκων
στην
Περιβαλλοντική
Αγωγή
Στις διεθνής
συνδιασκέψεις
για την
Περιβαλλοντική
Εκπαίδευση(
Βελιγράδι
1975,
Τυφλίδα
1977) πέρα
από τους
σκοπούς και
στόχους της
Περιβαλλοντικής
Αγωγής
προσδιορίσθηκαν
οι
ικανότητες
που πρέπει
να
καλλιεργήσουν
και να
αναπτύξουν
οι πολίτες
με στόχο την
αποτελεσματικότερη
προσέγγιση
και επίλυση
των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων
( Φλογαίτη,
1993). Οι
ικανότητες
αυτές
ξεπερνούν
την απλή
γνώση των
φαινομένων
και δεν
αφορούν μόνο
τον
αποτελεσματικό
χειρισμό
τεχνικών
θεμάτων που
σχετίζονται
με τη λύση
των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων.
Είναι
ικανότητες
που
σχετίζονται
με τη
διερεύνηση,
τη διάγνωση
των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων,
τον
εντοπισμό
των
παραμέτρων
που
παρεμβαίνουν
στην
εμφάνισή
τους,
ικανότητες
που
σχετίζονται
με την
κριτική
ανάλυση των
καταστάσεων,
τη
διασαφήνιση
αξιών που
στηρίζουν
και ευνοούν
αποφάσεις
και επιλογές
σε
κοινωνικό,
πολιτικό και
οικονομικό
επίπεδο,
ικανότητες
τέλος που
σχετίζονται
με την
αξιολόγηση
των
προτεινόμενων
λύσεων (Φλογαίτη,
1993:190-191).
Στις πιο
πάνω
συνόδους
προσδιορίστηκαν
με σαφήνεια
και ακρίβεια
οι
κοινωνικές
ικανότητες
και
δεξιότητες
που πρέπει
να
αναπτύξουν
οι ενήλικες
σε σχέση με
την
Περιβαλλοντική
Αγωγή. Ως
τέτοιες
περιγράφονται
οι
ακόλουθες:
-
η
αποτελεσματική
επικοινωνία
-
η
ομαδική
εργασία
-
συνεργασία
-
ο
χειρισμός
των
διαφωνιών
-
η
αποδοχή
των
συνεχών
αλλαγών
και
εξελίξεων
-
η
ευελιξία
και η
προσαρμοστικότητα
-
η
οργάνωση
-
η
υπευθυνότητα
-
η
ανάληψη
πρωτοβουλιών
-
η
επίλυση
προβλημάτων
Επομένως, η
εκπαίδευση
των ενηλίκων
τόσο σε
θέματα
σχετικά με
την
Περιβαλλοντική
Αγωγή, όσο
και σε
θέματα
σχετικά με
τις
κοινωνικές
ικανότητες
θεωρείται
σήμερα
επιβεβλημένη
ανάγκη,
καθώς μπορεί
να επηρεάσει
την
αποτελεσματικότητα
της
περιβαλλοντικής
αγωγής των
ενήλικων και
τις
πιθανότητες
να
ανταποκριθούν
με επιτυχία
στις
αυξημένες
απαιτήσεις
της εποχής
αναπτύσσοντας
την
προσαρμοστικότητά
τους στις
νέες
συνθήκες.
Χαρακτηριστικά
σε Υπόμνημα
της
Ευρωπαϊκής
Επιτροπής
αναφέρεται
ότι:
«Ορισμένες
κοινωνικές
δεξιότητες
όπως η
αυτοπεποίθηση,
ο
αυτοπροσανατολισμός,
η ανάληψη
ρίσκου, η
επίλυση
περιβαλλοντικών
προβλημάτων
αποκτούν όλο
και
περισσότερη
αξία, επειδή
οι άνθρωποι
θα πρέπει να
είναι σε
θέση να
δρουν πολύ
πιο αυτόνομα
και υπεύθυνα
από ότι κατά
το παρελθόν
(Council
of Europe,2003).
Η εκπαίδευση
στον τρόπο
κατανόησης
της φύσης,
των
μηχανισμών
και των
αιτιών
γένεσης των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων
αποτελούν
στις μέρες
μας γενικές
ικανότητες
που θα
πρέπει να
αναπτύξει ο
καθένας. Οι
ικανότητες
αυτές θα
βοηθήσουν τα
άτομα στο να
αξιολογούν
με ορθό και
αντικειμενικό
τρόπο τα
μέτρα και
τις
πρωτοβουλίες
που
λαμβάνονται
για το
περιβάλλον
και τα
εκπαιδευτικά
προγράμματα
που
υλοποιούνται
για την
προστασία
του σε σχέση
με
οικολογικές,
πολιτικές,
οικονομικές
και
αισθητικές
παραμέτρους
( Φλογαίτη,
1993).
4. Η
έννοια της
ποιότητας
Αν και οι
κοινωνικές
δεξιότητες
θεωρούνται
ιδιαίτερα
σημαντικός
παράγοντας
για την
αποτελεσματική
και
δημιουργική
ένταξη των
ατόμων στην
παραγωγική
και
κοινωνική
διαδικασία,
το γεγονός
ότι κατά ένα
μεγάλο
μέρος
παράγονται
μέσα από μη
τυπικές και
άτυπες
μορφές
μάθησης,
δημιουργεί
εμπόδια στην
αναγνώρισή
τους και
στην
ανάδειξη των
ιδιαίτερων
χαρακτηριστικών
που
συνδέονται
με αυτές.
Η ποιότητα
των
κοινωνικών
ικανοτήτων
και
δεξιοτήτων
που διαθέτει
ένας
άνθρωπος
είναι
δύσκολο να
αποτιμηθεί
και κατά
συνέπεια να
αξιολογηθεί.
Η έννοια της
ποιότητας
ξεκινά από
τα αρχαία
χρόνια με
τον
Αριστοτέλη
(330 π.Χ.) ο
οποίος
πρώτος
διέκρινε το
«ποιόν» και
τα
χαρακτηριστικά
του και
συνεχίζεται
αργότερα με
τους
σχολαστικούς
φιλοσόφους.
(Ξένος,
2003). Η
έννοια της
ποιότητας
είναι μια
έννοια
πολυεδρική
και το νόημά
της είναι
ανοικτό σε
ερμηνείες
και χρήσεις
ανάλογα με
το
κοινωνικό,
οικονομικό
και πολιτικό
πλαίσιο (Jarvis,
2004).
Ο Διεθνής
Οργανισμός
Προτυποποίησης
(International
Standards
Organization,
ISO
8402, 1985)
ορίζει την
ποιότητα
ως το σύνολο
των
γνωρισμάτων
και των
χαρακτηριστικών
του
προϊόντος ή
της
υπηρεσίας
που έχουν
σχέση με τη
δυνατότητα
ικανοποίησης
και κάλυψης
καθορισμένων
αναγκών.
Μέτρηση
είναι η
διαδικασία
με την οποία
αριθμοί ή
σύμβολα
αντιστοιχούνται
σε ιδιότητες
οντοτήτων
του
πραγματικού
κόσμου, έτσι
ώστε να τις
περιγράφουν
σύμφωνα με
τα
καθορισμένους
κανόνες.
Σε αυτό το
σημείο
τίθεται το
ερώτημα:
Πως μπορούμε
να
μετρήσουμε
τις
κοινωνικές
ικανότητες
και
δεξιότητες
με ακριβή
και έγκυρο
τρόπο;
Η χρήση
προτύπων και
η διαχείριση
ολικής
ποιότητας
στα
προγράμματα
δια βίου
εκπαίδευσης
και
κατάρτισης
μπορούν να
διασφαλίσουν
τον έλεγχο
της
ποιότητας
των
κοινωνικών
ικανοτήτων.
Ένα πρόβλημα
σχετικά με
την
εξασφάλιση
της
ποιότητας
της
εκπαίδευσης
ενηλίκων σε
κοινωνικές
δεξιότητες
και
κοινωνικές
ικανότητες
είναι η
έλλειψη
αυστηρά
καθορισμένων
μετρήσιμων
κριτηρίων
και
διαδικασιών
μέτρησης.
Ενώ είναι
εφικτό να
μετρήσουμε
την απόκτηση
γνώσεων και
τεχνικών
δεξιοτήτων,
αντίστοιχη
μέτρηση δεν
μπορεί να
γίνει με
αντικειμενικό
τρόπο στην
περίπτωση
των
κοινωνικών
ικανοτήτων
και
δεξιοτήτων.
Η
αντιμετώπισης
αυτού του
προβλήματος
μπορεί να
επιτευχθεί
με κατάλληλη
αξιοποίηση
των
δυνατοτήτων
που
προσφέρουν
τόσο οι
μεθοδολογίες
εξασφάλισης
ποιότητας
όσο και η
διαχείριση
ολικής
ποιότητας.
Με τον όρο
πρότυπο
εννοούμε μια
τεκμηριωμένη
σύμβαση που
περιέχει
τεχνικές
προδιαγραφές
ή άλλα
ακριβή
κριτήρια
χρησιμοποιούμενα
ως κανόνες
και
κατευθυντήριες
γραμμές για
την
εξασφάλιση
της
τυποποίησης
υλικών
προϊόντων,
διεργασιών
και
υπηρεσιών,
για τη
διευκόλυνση
της διεθνούς
ανταλλαγής
αγαθών και
υπηρεσιών,
για την
ανάπτυξη της
συνεργασίας
στη σφαίρα
των
επιστημονικών,
τεχνολογιών
και
οικονομικών
ενεργειών.(
Παπαδάκης &
Φραγκούλης,2005)
Με τον όρο
διαχείριση
ολικής
ποιότητας
αναφερόμαστε
στον τρόπο
διοίκησης
ενός
οργανισμού,
ενός έργου ή
προγράμματος
εκπαίδευσης
που
εστιάζεται
στην
ποιότητα,
βασίζεται
στη
συμμετοχή
όλων των
μελών του
και στοχεύει
στη
μακροπρόθεσμη
επιτυχία,
μέσω της
ικανοποίησης
του πελάτη
και στην
παροχή
οφελών σε
όλα τα μέλη
του
οργανισμού
και
ιδιαίτερα
στην
κοινωνία.(
Παπαδάκης &
Φραγκούλης,2005)
Η ποιότητα
δεν αποτελεί
καινούργιο
αντικείμενο
στο χώρο της
περιβαλλοντικής
εκπαίδευσης.
Τόσο στο
χώρο της
τυπικής
εκπαίδευσης,
όσο και στο
χώρο της μη
τυπικής
έχουν
αναπτυχθεί
μέθοδοι,
τυπολογίες,
διαδικασίες
που
διευκολύνουν
τον έλεγχο
και έχουν ως
στόχο να
διασφαλίσουν
την ποιότητα
των
εκπαιδευτικών
προγραμμάτων
και
διαδικασιών.
Το πλαίσιο
της
διασφάλισης
ποιότητας
δεν είναι
κάτι
σταθερό.
Αποτελεί ένα
σύστημα
παραγόντων
το οποίο
είναι
δυναμικό,
συνεχώς
εξελισσόμενο
και
βελτιούμενο
σε σχέση
τόσο με αυτό
που
αξιολογείται,
όσο και με
το ίδιο το
πλαίσιο
αξιολόγησης
της
ποιότητας. (Moran,2001).
Επομένως για
τη
διασφάλιση
της
ποιότητας σε
προγράμματα
περιβαλλοντικής
εκπαίδευσης
απαιτείται
διαρκής
αποτίμηση
πέντε
μεθοδολογικά
διαχωρισμένων
συστατικών
της
εκπαιδευτικής
διαδικασίας:
α) του
έμψυχου
υλικού,
β) των
εκπαιδευτικών
τεχνικών και
μέσων,
γ) του
περιεχομένου,
δ) των
εκπαιδευτικών
διαδικασιών
και ε) των
εκροών –
αποτελεσμάτων.
5.
Δείκτες
ποιότητας
για την
αποτίμηση
των
κοινωνικών
δεξιοτήτων
και
ικανοτήτων
των ενηλίκων
σε
Προγράμματα
Περιβαλλοντικής
Αγωγής
Οι
δείκτες
ποιότητας
αποτελούν
μια απλή ή
σύνθετη,
συνήθως,
ποσοτική
έκφραση που
συσχετίζουν
τα διάφορα
στοιχεία ή
παραμέτρους
διάρθρωσης
της
εκπαίδευσης
και των
διαδικασιών
της και
είναι
χρήσιμοι στη
λήψη
αποφάσεων
που
στοχεύουν
στη βελτίωσή
της (Savelson
et al.,
1987).
Αποτελούν
βασικό
εργαλείο στη
διαδικασία
διασφάλισης
της
ποιότητας σε
ένα
εκπαιδευτικό
πρόγραμμα.
Προσφέρουν
ακριβή
δεδομένα για
την
υλοποίηση
των στόχων
του
προγράμματος,
και παρέχουν
αναγκαίες
πληροφορίες
προκειμένου
το πρόγραμμα
να γίνει
περισσότερο
λειτουργικό
και
αποτελεσματικό
στα σημεία
που
απαιτείται (Βασιλού-Παπαγεωργίου,
2004).
Επιπλέον η
χρήση των
δεικτών
διευκολύνει
στην
τυποποίηση
της έκθεσης
των
αποτελεσμάτων
και
διευκολύνει
τις
συγκρίσεις,
όπου αυτές
είναι
απαραίτητες
(Van
den Berghe,1997).
Η διαδικασία
προσδιορισμού
δεικτών
ποιότητας
ενισχύει τον
αναστοχασμό
και τη
συζήτηση για
τα επιθυμητά
αποτελέσματα
ανάμεσα
στους
συντελεστές
ενός
εκπαιδευτικού
προγράμματος.
Στο πεδίο
της
Εκπαίδευσης
Ενηλίκων τα
τελευταία
χρόνια
γίνεται
προσπάθεια
για τη
δημιουργία
κριτηρίων -
δεικτών
ποιότητας.
Ενώ τα
προηγούμενα
χρόνια
γίνονταν
αναφορά
στους
σκοπούς,
στους
στόχους των
προγραμμάτων
εκπαίδευσης
καθώς και
στα
εκπαιδευτικά
αποτελέσματα
σε επίπεδο
προσόντων,
σήμερα το
ενδιαφέρον
εστιάζεται
στα
μαθησιακά
αποτελέσματα
και στην
αξιολόγηση
των
διαδικασιών
μάθησης (Βασιλού-
Παπαγεωργίου,
2004).
Οι ίδιοι οι
εκπαιδευόμενοι
σε
προγράμματα
εκπαίδευσης
ενηλίκων
δίνουν
σημασία στο
κύρος του
προγράμματος
και στην
ποιότητα της
διδασκαλίας
(τι
μαθαίνουν,
πως
μαθαίνουν,
ποιες
μέθοδοι
χρησιμοποιούνται)
(European
Commission,2002).
Σύμφωνα με
την Βασιλού
–
Παπαγεωργίου
(2004) οι
δείκτες
ποιότητας
στο χώρο της
εκπαίδευσης
ενηλίκων
μπορούν να
ομαδοποιηθούν
σε
λειτουργικές
κατηγορίες,
με δεδομένο
πως σε κάθε
σύστημα
εκπαίδευσης
και
κατάρτισης
υπάρχουν
τέσσερα
αλληλοεπιδρώντα
υποσυστήματα.
Τα
υποσυστήματα
αυτά είναι
τα ακόλουθα:
1.
Ο σχεδιασμός
και η
στρατηγική
2.
Η διοίκηση
και το
προσωπικό
3.
Τα αναλυτικά
προγράμματα
και η
εφαρμογή
τους
4.
Οι
μαθησιακές
εμπειρίες
και τα
αποτελέσματα
Με βάση τα
πιο πάνω
υποσυστήματα
προκύπτουν
δύο επίπεδα
ανάλυσης στα
οποία
μπορούν να
εφαρμοστούν
οι
αντίστοιχοι
δείκτες για
την
αξιολόγηση
προγραμμάτων
Περιβαλλοντικής
Αγωγής:
-
δείκτες
ποιότητας
σχετικά
με το
σχεδιασμό,
την
οργάνωση,
την
υλοποίηση
και την
αξιολόγηση
των
προγραμμάτων
Περιβαλλοντικής
Αγωγής
-
δείκτες
ποιότητας
σχετικά
με τη
φύση της
μαθησιακής
εμπειρίας
και τα
αποτελέσματα
από την
εφαρμογή
των
προγραμμάτων
(Seyfried
et al.,1999)
Στην παρούσα
εργασία
παρουσιάζουμε
δείκτες
ποιότητας
που
αναφέρονται
στους
βασικότερους
άξονες του
πρώτου
υποσυστήματος
ενός
προγράμματος
εκπαίδευσης
ενηλίκων
στην
Περιβαλλοντική
Αγωγή. Ως
δείκτες
ελέγχου
ποιότητας
αναφέρουμε
τους
ακόλουθους:
α) την
προετοιμασία
και τη
σχεδίαση του
προγράμματος,
β) το
περιεχόμενο
του
προγράμματος,
γ) τη
διεξαγωγή
του
προγράμματος,
δ) τις
εκπαιδευτικές
μεθόδους,
τεχνικές και
τα εποπτικά
μέσα
υλοποίησής
του, ε) το
εκπαιδευτικό
υλικό
στήριξης του
προγράμματος,
στ) την
επικοινωνία
του
εκπαιδευτή
με τους
εκπαιδευόμενους,
ζ) την
αξιολόγηση
των
εκπαιδευτικών
διαδικασιών
και των
μαθησιακών
αποτελεσμάτων
του
προγράμματος,
η) την
αξιολόγηση
της
διαδικασίας
αξιολόγησης
του
προγράμματος.
Ως δείκτες
ποιότητας
για την
προετοιμασία
και τη
σχεδίαση
του
προγράμματος
προτείνουμε:
·
Τη μελέτη
της
υπάρχουσας
κατάστασης
σε σχέση με
το προς
διερεύνηση
περιβαλλοντικό
πρόβλημα
·
Την
διερεύνηση
των
επιμορφωτικών
αναγκών
εκπαιδευόμενων
μέσω
ερωτηματολογίών,
συνεντεύξεων,
συζητήσεων
·
Την
επιλογή του
αντικειμένου
μελέτης του
προγράμματος
σύμφωνα με
τις
επιμορφωτικές
ανάγκες και
τα
χαρακτηριστικά
της ομάδας
των
εκπαιδευόμενων
·
Την
αποσαφήνιση
των σκοπών
και στόχων (
σε επίπεδο
γνώσεων,
δεξιοτήτων,
στάσεων –
συμπεριφορών)
του
προγράμματος
·
Την
προσαρμογή
των στόχων
στις
ανάγκες, τα
ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά
και τα
ενδιαφέροντα
των
εκπαιδευόμενων
·
Την
Επιλογή
κατάλληλων
Εκπαιδευτικών
Μεθόδων
–Τεχνικών
για την
υλοποίηση
του
προγράμματος
·
Την
Επιλογή του
κατάλληλου
Εποπτικού
υλικού
Ως δείκτες
ποιότητας
για το
περιεχόμενο
του
προγράμματος
προτείνουμε:
·
Την
εναρμόνιση
του
περιεχομένου
του με τις
εκπαιδευτικές
ανάγκες, τα
ενδιαφέροντα,
τα
χαρακτηριστικά
και τις
εμπειρίες
των
εκπαιδευομένων
·
Την
εναρμόνιση
του
περιεχομένου
του σύμφωνα
με το
κοινωνικο-οικονομικό
και
μορφωτικό
επίπεδο των
εκπαιδευομένων,
το διαθέσιμο
χρόνο τους
και το ρυθμό
με τον οποίο
μπορούν να
συμμετέχουν
στο
πρόγραμμα
·
Την
εναρμόνιση
του
περιεχομένου
του στα
ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά
και τη
φυσιογνωμία
του
προγράμματος
Την
αξιοποίηση
διεπιστημονικών
προεκτάσεων
στη μελέτη
των
επιμέρους
γνωστικών
αντικειμένων
Ως δείκτες
ποιότητας
για τη
διεξαγωγή
του
προγράμματος
προτείνουμε:
·
Την
ενεργοποίηση
του
ενδιαφέροντος
των
εκπαιδευόμενων
με
αξιοποίηση
βιωματικών
συμμετοχικών
εκπαιδευτικών
τεχνικών
·
Τη
διαμόρφωση
Παιδαγωγικού
Συμβολαίου
με τους
εκπαιδευόμενους
·
Τον
καθορισμό
των στόχων
του
προγράμματος
και τη
διασύνδεση
τους με
προϋπάρχουσες
γνώσεις και
εμπειρίες
της ομάδας
·
Τη
δημιουργία
ομάδων
εργασίας από
τους
εκπαιδευόμενους
·
Τη
συμμετοχή
των
εκπαιδευόμενων
στις ομάδες
εργασίας,
ανάλογα με
τις
ιδιαίτερες
ανάγκες
,επιθυμίες,
κλίσεις,
ενδιαφέροντα
τους
·
Τον
καθορισμό
των
αντικειμένων
εργασίας των
μελών των
ομάδων
·
Το Βαθμό
μελέτης και
ανάλυσης
αντικειμένων
του
προγράμματος
σε σχέση με
το επίπεδο
των
εκπαιδευόμενων,
τις ανάγκες
τους και το
διαθέσιμο
χρόνο τους
·
Τη
σύνδεση του
προγράμματος
με την
τοπική
κοινωνία
·
Τον
κατάλληλο
Χειρισμό του
χρόνου
(ενέργειες
αναγκαίες,
χρήσιμες,
σχετικές)
·
Τη
προσαρμογή
της ροής του
προγράμματος
στο ρυθμό
των μελών
των ομάδων
εργασίας
·
Την
αξιοποίηση
βιβλίων –
εντύπων,
διαδικτυακών
και άλλων
πηγών για
την
πραγματοποίηση
του
προγράμματος
·
Την άμεση
και πρακτική
αξιοποίηση
των
αποτελεσμάτων
του
προγράμματος
στην
καθημερινή
ζωή
Ως δείκτες
ποιότητας
για τις
εκπαιδευτικές
μεθόδους,
τεχνικές
και
τα
εποπτικά
μέσα
υλοποίησής
του
προγράμματος
προτείνουμε:
·
Την
Αξιοποίηση
συμμετοχικών
εκπαιδευτικών
μεθόδων και
τεχνικών
·
Τη χρήση
ενεργητικών
βιωματικών
συμμετοχικών
τεχνικών
προσαρμοσμένων
στα
χαρακτηριστικά
των
εκπαιδευόμενων
και στην
ιδιαίτερη
φυσιογνωμία
του
προγράμματος
·
Τη
διασύνδεση
των
εκπαιδευτικών
μέσων με τις
χρησιμοποιούμενες
εκπαιδευτικές
τεχνικές
·
Την
επιλογή και
χρήση
καταλλήλων
με τις
χρησιμοποιούμενες
εκπαιδευτικές
τεχνικές
και τη
μορφή του
προγράμματος
εποπτικών
μέσων
διδασκαλίας
·
Το σωστό
χειρισμό των
εποπτικών
μέσων
διδασκαλίας
Ως δείκτες
ποιότητας
για το
εκπαιδευτικό
υλικό
στήριξης του
προγράμματος
προτείνουμε:
·
Την
καταλληλότητά
του σε σχέση
με τα
χαρακτηριστικά
των μελών
της ομάδας
και την
ιδιαίτερη
φυσιογνωμία
του
προγράμματος
·
Την
Επάρκειά του
·
Τη
λειτουργικότητά
του σε
σχέση με το
σκοπό και
τους στόχους
του
προγράμματος
·
Την
προσέλκυση
της προσοχής
και του
ενδιαφέροντος
των
εκπαιδευόμενων
·
Τη
Φιλικότητά
του με τους
Εκπαιδευόμενους
·
Τη
σαφήνεια του
περιεχομένου
του
·
Την
ποικιλία του
( έντυπο,
ηλεκτρονικό,
πολυμεσικό)
·
Την ομαλή
χρονική
ενσωμάτωσή
του στο
πρόγραμμα
·
Την ομαλή
διασύνδεσή
του με το
περιεχόμενο
του
προγράμματος
Ως δείκτες
ποιότητας
για την
επικοινωνία
του
εκπαιδευτή
με τους
εκπαιδευόμενους
προτείνουμε:
·
Την
ειλικρινή,
φυσική και
όχι τυπική,
φιλική,
υποστηρικτική
,
ενθαρρυντική
επικοινωνία
·
Τη σωστή
χρήση της «
γλώσσας του
σώματος»
·
Τη σωστή
χρήση του
χώρου
·
Την επαφή
μέσω του
βλέμματος
με τις
ομάδες των
εκπαιδευόμενων
·
Τη
διαμόρφωση
κλίματος
εμπιστοσύνης
με τους
εκπαιδευόμενους
·
Την
ικανοποίηση
των
ιδιαίτερων
αναγκών,
επιθυμιών
των
εκπαιδευόμενων
κατά τη
διάρκεια
υλοποίησής
του
προγράμματος
Ως δείκτες
ποιότητας
για την
αξιολόγηση
των
εκπαιδευτικών
διαδικασιών
και των
μαθησιακών
αποτελεσμάτων
του
προγράμματος
προτείνουμε:
·
Την
ενεργητική
συμμετοχή
των
εκπαιδευόμενων
σε όλες τις
φάσεις
υλοποίησής
του
·
Την
ανάπτυξη
πρωτοβουλιών,
εκτέλεση
ασκήσεων,
συμμετοχή σε
διαδικασίες
επίλυσης
προβλημάτων
από τα μέλη
της ομάδας
·
Την
απόκτηση
γνώσεων,
καλλιέργεια
δεξιοτήτων,
υιοθέτηση
θετικών
στάσεων και
συμπεριφορών
των
εκπαιδευόμενων
σε σχέση με
το
μελετώμενο
πρόβλημα
·
Τη
δυνατότητα
εφαρμογής
και
αξιοποίησης
των
αποκτηθέντων
γνώσεων,
δεξιοτήτων,
στάσεων και
συμπεριφορών
σε ανάλογες
περιπτώσεις
Ως δείκτες
ποιότητας
για την
αξιολόγηση
της
διαδικασίας
αξιολόγησης
του
προγράμματος
προτείνουμε:
·
Την
ενεργητική
συμμετοχή
στο
σχολιασμό
του
παραγόμενου
έργου από
τις ομάδες
εργασίας
·
Την
αυτό-αξιολόγηση
του τρόπου
λειτουργίας
των μελών
των ομάδων
εργασίας
·
Τον
κριτικό
αναστοχασμό
των μελών
των ομάδων
·
Τον
εντοπισμό
και την
αναγνώριση
λαθών
·
Τον
εντοπισμό
και
αναθεώρηση
μη
αποτελεσματικών
μεθόδων και
διαδικασιών
υλοποίησης
του
προγράμματος
·
Την
αναγνώριση
των δυνατών
–και των
αδύνατων
σημείων της
λειτουργίας
των ομάδων
εργασίας σε
σχέση με την
αξιολόγηση
του
προγράμματος
7.
Συμπεράσματα
Η ανάγκη για
ανάπτυξη και
εκπαίδευση
του
ανθρώπινου
δυναμικού σε
κοινωνικές
ικανότητες
ισχυροποιείται
και αποτελεί
μόνιμη
αναζήτηση
στον τομέα
ανάπτυξης
ανθρωπίνων
πόρων.
Ιδιαίτερα
στο χώρο της
Περιβαλλοντικής
Αγωγής των
Ενηλίκων η
ανάπτυξη των
κοινωνικών
ικανοτήτων
αποτελεί
άμεσο
ζητούμενο,
καθώς
θεωρείται
πως η
ανάπτυξη και
καλλιέργειά
τους από
τους
ενήλικες, θα
συμβάλει
αποφασιστικά
τόσο στον
εντοπισμό
και στην
κατανόηση
της φύσης
των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων,
όσο και στην
ενεργοποίησή
των πολιτών
προς την
κατεύθυνση
επίλυσής
τους (Φλογαίτη,
1993). Οι
ενήλικες δεν
είναι μόνο
απλά μέλη
ενός
κοινωνικού
συστήματος,
αλλά είναι
σε αρκετές
περιπτώσεις
είναι φορείς
εξουσίας
(πολιτικοί,
εκπαιδευτικοί,
διευθυντές
υπηρεσιών,
προϊστάμενοι
οργανισμών)
το
παράδειγμα
και οι
αποφάσεις
των οποίων
επηρεάζουν
σημαντικά τη
διαμόρφωση
συνειδήσεων
σε θέματα
σχετικά με
το
περιβάλλον,
καθώς και
τις
διαδικασίες
επίλυσης των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων
(Φραγκούλης,
2003;Φραγκούλης,
2008).
Οι
περιβαλλοντικά
υπεύθυνοι
πολίτες
εκτός από
γνώσεις σε
θέματα
σχετικά με
το
περιβάλλον
πρέπει να
έχουν
καλλιεργήσει
και μια
σειρά από
κοινωνικές
ικανότητες,
όπως
ικανότητες
συνεργασίας,
δημιουργικότητας,
προσαρμοστικότητας,
ανάληψης
πρωτοβουλιών,
ηγεσίας,
οργάνωσης,
επικοινωνίας,
επίλυσης
προβλημάτων.
Οι
ικανότητες
αυτές
βοηθούν τα
άτομα στο να
υιοθετούν
νέες
στάσεις,
αξίες,
κώδικες
συμπεριφοράς
σε θέματα
σχετικά με
το
περιβάλλον
και να
επηρεάζουν
με τη στάση
και το
παράδειγμά
τους άτομα
που
βρίσκονται
τόσο στο
στενό , όσο
και στο
ευρύτερο
περιβάλλον
τους (
Fragoulis,1998).
Για τον
έλεγχο της
ποιότητας
των
περιβαλλοντικών
προγραμμάτων
των
ενηλίκων,
είναι
απαραίτητη η
ύπαρξη
δεικτών
μέτρησης και
συστημάτων
διαχείρισης
ολικής
ποιότητας. Η
εξασφάλιση
υψηλής
ποιότητας
στα
προγράμματα
περιβαλλοντικής
εκπαίδευσης
ενηλίκων
αποτελεί
άμεσο
ζητούμενο
από όλους
τους
εμπλεκόμενους
σε αυτά
(σχεδιαστές,
οργανωτές,
εκπαιδευτές,
αξιολογητές),
καθώς οι
συμμετέχοντες
έχουν
συγκεκριμένες
ανάγκες,
προσδοκίες
και υψηλές
απαιτήσεις.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Cedefop.(2002).
Κατάρτιση
και Μάθηση
με Στόχο την
Απόκτηση
Ικανοτήτων:
Περίληψη των
Κυριότερων
Σημείων
Council of
Europe
(2003).
Learning and
teaching in
the
communication
society,
Stransburg:
Council of
Europe
European
Commission.(2002).
European
report on
quality
indicators
of lifelong
learning:
fifteen
quality
indicators,
Brussels
Fragoulis,
I.
(1998).
"The
Necessity of
applying
Environmental
Education in
Adult
Education".
In
Modernization
and
Peripheral
Community.
Roskilde/
Anogia
Workbooks
3,pp.73-86.
Goleman,
D.
(2000). Η
Συναισθηματική
Νοημοσύνη
στο Χώρο
της
Εργασίας,
ζ΄
Έκδοση,
Ελληνικά
Γράμματα,
Αθήνα
Jarvis,
P.
(2005).
Συνεχιζόμενη
εκπαίδευση
και
κατάρτιση:
θεωρία και
πράξη (μτφρ.
Αλεξ.
Μανιάτη),
Μεταίχμιο,
Αθήνα
Moran,
J.
(2001).
Assessing
adult
learning: a
guide for
practitioners,
Krieger
P.C.,
Florida
Savelson,
R.,
D.
C.
Phillips,
L.
Towne,
Feuer M.
(1987).
On the
Science of
Education
Design
Studies.
Educational
Researcher,
32(1): 25-28
Seyfried,
E.
Kohlmeyer
&
K.
Futh-Riedesser,
R.
(1999).
Supporting
quality in
vocational
training
through
networking,
CEDEFOP,
Thesaloniki
UNESCO-UNEP.
(1985).
International
Environmental
Education
Programme.
Paris:
Unesco /Environmental
Education
Series, 10
UNESCO-UNEP.
(1985).
International
Environmental
Education
Programme.
Paris:
Unesco /Environmental
Education
Series, 12
Van den
Berghe,W.
(1997).
Indicators
in
perspective:
the use of
quality
indicators
in
vocational
education
and
training,
Thessaloniki:
CEDEFOP
Βασιλού-
Παπαγεωργίου,
Β.(
2004).
Δείκτες
Ποιότητας
στην
Εκπαίδευση
Ενηλίκων: Το
Παράδειγμα
του Εθνικού
Προγράμματος
Εκπαίδευσης
Εκπαιδευτών
στα «Πρακτικά
1ου
Συνεδρίου
της
Επιστημονικής
Ένωσης
Εκπαίδευσης
Ενηλίκων»,
Μεταίχμιο,
Αθήνα
Γεωργόπουλος,
A.(2005).
Η
Περιβαλλοντική
Εκπαίδευση,Gutenberg,
Αθήνα
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή.
(9/11/2000).
Υπόμνημα
σχετικά με
την
Εκπαίδευση
καθ’ όλη τη
Διάρκεια της
Ζωής
Κόκκος, Α.(2005). Μεθοδολογία εκπαίδευσης ενηλίκων, τόμος Α, ΕΑΠ,
Πάτρα
Κρίβας, Σ.
(1996). Οικολογικοποίηση των σχολικών εγχειριδίων και της σχολικής
Πρακτικής,
Αχαϊκές Εκδόσεις, Πάτρα
Κρίβας, Σ.(2002). Παιδαγωγική Επιστήμη:Βασική Θεματική,
Gutenberg,
Αθήνα
Μοδινός, Μ.
(1996). Η
κατάσταση
του πλανήτη,
Σαββάλας,
Αθήνα
Μορέν, Ε &
Ρομπέν, Ζ &
Μοδινός, Μ &
Σάχς, Ι.(1990).
Η
Οικολογικοποίηση
της Σκέψης,
Κομμούνα,
Αθήνα
Ξένος, Μ.
(2003).
Ποιότητα
Λογισμικού,
Φιλομάθεια,
Πάτρα.
Παπαδάκης, Σ
& Φραγκούλης,
Ι.(2005).
Η
ανάπτυξη
Κοινωνικών
Ικανοτήτων
και η
απόκτηση
Κοινωνικών
Δεξιοτήτων
στο πλαίσιο
της δια βίου
μάθησης,
στην
Κοινωνία της
Πληροφορίας:
Διαμόρφωση
Δεικτών
Ποιότητας
για την
αξιολόγησή
τους,
Πρακτικά 2ου
Διεθνούς
Συνεδρίου
Εκπαίδευσης
Ενηλίκων,
Μεταίχμιο,
Αθήνα
Φραγκούλης,Ι.(2003).
Δια Βίου
Εκπαίδευση
και
Περιβαλλοντική
Αγωγή:Διδακτικές
Προσεγγίσεις,
Παπαζήσης,Αθήνα
Φραγκούλης,Ι.(2008).Παραδόσεις
στο μάθημα
Περιβαλλοντική
Αγωγή,
Διδασκαλείο
Δημοτικής
Εκπαίδευσης,
Πανεπιστήμιο
Πατρών,Πάτρα.
Φλογαΐτη Ε.
(1993).
Περιβαλλοντική
Εκπαίδευση,
Πανεπιστημιακές
Εκδόσεις,
Θεσσαλονίκη.