Η
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΦ ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΤΟ
AlfaVita KAI TH ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ
Η ομάδα Φιλοσοφίας της ΠΕΦ επεξεργάστηκε το περιεχόμενο της
επιστολής της κ. Χ. Τουρνά, μέλους της συγγραφικής ομάδας του βιβλίου «Αρχές
Φιλοσοφίας» της Β΄ Λυκείου, που δημοσιεύτηκε στη «Φιλολογική», τεύχος 106/ 2009,
και αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει προκειμένου να ξεπεραστούν παρανοήσεις
και διαστρεβλώσεις.
Η επιστολή αντανακλά το περιεχόμενο και τη μέθοδο του
εγχειριδίου και εκφράζει το πνεύμα των συγγραφέων με τις οποιεσδήποτε
διαφοροποιήσεις που πιθανώς υπάρχουν, αλλά δεν γίνονται φανερές. Το επιθετικό
και απαξιωτικό ύφος της επιστολής, η οποία δεν απαντά στα ουσιαστικά ερωτήματα,
δεν αρμόζει στα μέλη της επιστημονικής κοινότητας, αφού είναι γνωστό ότι οι
ομάδες επιστημονικής έρευνας της ΠΕΦ κατευθύνονται σε μια εποικοδομητική κριτική
και μάλιστα έχουν την υποχρέωση να αναδείξουν την ανεπάρκεια, την αυθαιρεσία και
την αντιεπιστημονικότητα που παρατηρείται σε κάθε βιβλίο, όπως συμβαίνει και με
το συγκεκριμένο βιβλίο της Β΄ Λυκείου το οποίο γράφτηκε χωρίς ενιαίες
εννοιολογικές και μεθοδολογικές αρχές.
Η βιβλιογραφία για την οποία γίνεται λόγος στην αρχή
της επιστολής και σχετίζεται με τη μεθοδολογία και τη διδασκαλία της
Φιλοσοφίας, θα έπρεπε να είναι αντιπροσωπευτική όλων των ερμηνευτικών σχολών
προσέγγισης και, κυρίως, να παρουσιάζεται στο βιβλίο, ώστε να είναι στη
διάθεση των διδασκόντων για να την επεξεργαστούν στο μάθημα στο σχολείο. Αντί
γι’ αυτό το κείμενο της απάντησης αναφέρεται σε μια «Γαλλική σχολή διδακτικής
της φιλοσοφίας» χωρίς βιβλιογραφία και επιστημονικές αρχές διαμόρφωσης των
θέσεων.
Η επίκληση της Γαλλικής παιδαγωγικής παράδοσης και της διδακτικής
της φιλοσοφίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και η «Αγγλοσαξωνική αναλυτική
σχολή» από τη συντάκτρια του άρθρου (σ. 8) αποδεικνύει την αυθαίρετη και
μονομερή επιλογή που δίνει η συγγραφική ομάδα του βιβλίου σε συγκεκριμένες
παραδόσεις και διδακτικές, ενώ σκόπιμα αποσιωπούνται άλλες παραδόσεις και
σχολές, όπως η γερμανική παράδοση, και σχολές όπως ο μαρξισμός, ο
στρουκτουραλισμός, η φαινομενολογία και ο υπαρξισμός.
Η συντάκτρια προκειμένου να υπερασπιστεί τη θεματική παρουσίαση
της Φιλοσοφίας επικαλείται τη συγκριτική αξιοποίηση της εμπειρίας διδακτικών
μεθόδων των άλλων ευρωπαϊκών χωρών (σ. 12, σημ. 1) χωρίς να παραθέτει αντίστοιχα
αποσπάσματα και βιβλιογραφία.
Στην επιστολή αναφέρεται ότι, σκοπός του βιβλίου είναι «να
καλύπτει ένα ευρύ φάσμα φιλοσοφικών θεμάτων ταξινομημένων με τρόπο συστηματικό
και επίκαιρο περισσότερο, παρά ιστορικό, ώστε να αντιμετωπίζει τα σύγχρονα
προβλήματα». Ποιος όμως μπορεί να αποδείξει ότι τα σύγχρονα προβλήματα είναι
τόσο σύγχρονα και απόλυτα νέα, ανεξάρτητα από το παρελθόν και ότι δεν
αντιμετωπίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας και ειδικά το 19ο
και 20ο αιώνα δυνάμει οριακά. Πώς μπορούμε να οριοθετήσουμε
συγχρονικά τα φιλοσοφικά προβλήματα; Είναι σαν να τοποθετούμε τον άνθρωπο και
τον πολιτισμό του σε ένα απόλυτο μέτρο, φορμαλιστικά, παροντικά. Είναι όμως
ασαφές το σημείο αυτό γιατί δεν μας λέει αν αυτά γίνονται αποδεκτά από όλους
τους φιλοσόφους, σε όλα τα στάδια της ιστορίας της φιλοσοφίας.
Οι συγγραφείς του βιβλίου διαμορφώνουν το στόχο του νέου βιβλίου
(σ. 8, σημ. 3) αποδεχόμενοι την εκτίμηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου που
υπάρχει σε ένα ο ΦΕΚ (το οποίο, ωστόσο, δεν μας γίνεται γνωστό) ότι το
προηγούμενο βιβλίο «Αρχές Φιλοσοφίας» των Θ. Πελεγρίνη- Π. Πανταζάκου
ακολουθούσε μια ιστορική προσέγγιση των φιλοσοφικών προβλημάτων. Όμως εμείς
υποστηρίζουμε ότι και αυτό το βιβλίο έτσι όπως ακούστηκε στο Συνέδριο της ΠΕΦ
για τον Αριστοτέλη (Νοέμβριος 2008) κινείται στα πλαίσια της συστηματικής
φιλοσοφίας με θεματικές ενότητες (Οντολογία, Γνωσιολογία, Ηθική, Αισθητική) και
σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως βιβλίο Ιστορίας της Φιλοσοφίας.
Και η άποψη ότι μια μεταμοντέρνα ή ανθρωπολογική αντίληψη που
έχει σχέση με την πρόσφατη βιβλιογραφία είναι πιο έγκυρη, είναι μια λανθασμένη
αντίληψη. Αυτό δεν προκύπτει από πουθενά στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές
επιστήμες και ιδιαίτερα στη φιλοσοφία, αφού υπάρχουν ατελείωτες επιστημονικές
και ιδεολογικές συγκρούσεις που έχουν φέρει στο φως ισχυρές θέσεις που
αποκαλύπτουν ότι αυτές οι θεωρίες της επιστήμης που μονοπωλούν την αλήθεια δεν
ισχύουν με τα επιστημονικά κριτήρια της κάθε επιστήμης ξεχωριστά. Το μόνο που
προσθέτει η νέα επιστημονική έρευνα των τελευταίων τριάντα χρόνων στις
κοινωνικές επιστήμες είναι οι φορμαλιστικές και στατιστικές μέθοδοι έρευνας με
αρκετά παιδαγωγικά και κοινωνιολογικά αποτελέσματα, τα οποία αν αξιοποιηθούν με
πολιτικά και ιδεολογικά κριτήρια αυστηρά, εξυπηρετούν ταξικά συμφέροντα,
αλλοιώνουν ή παραχαράσσουν την κοινωνική πραγματικότητα.
Μια όψη της διαστρέβλωσης των απόψεων της ομάδας Φιλοσοφίας που
επιχειρείται από τη συντάκτρια είναι και τα επιχειρήματα που διατυπώνει για να
υπερασπιστεί ότι μέσα από τη θεματική προσέγγιση μπορούμε να διδάξουμε ιστορία
της Φιλοσοφίας. Στο κείμενό της, η ομάδα της Φιλοσοφίας δεν διατύπωσε μόνο μια
φράση που αποδέχθηκε η συντάκτρια, ότι κατά τη διάρκεια της Ιστορίας
«διαμορφώνονται απλώς ζεύγη αντιθέτων προσεγγίσεων όπως: υλισμού-ιδεαλισμού...»,
αλλά διαμόρφωσε ένα πλήρη συλλογισμό, ο οποίος αποσιωπάται με αποτέλεσμα να
παραποιείται το νόημα. Το κείμενο λέει: «Ιστορικά τα κύρια φιλοσοφικά ρεύματα
κάθε εποχής βρέθηκαν σε αντιπαράθεση σχετικά με τη διατύπωση των φιλοσοφικών
ερωτημάτων και τις απαντήσεις χωρίς να επιτευχθεί μια τελική θέση». Αυτό
σημαίνει ότι διαφωνούσαν οι φιλοσοφικές σχολές για τις θεμελιώδεις αρχές με τις
οποίες συγκροτούνται τα ερωτήματα της φιλοσοφίας πράγμα το οποίο δηλώνει ότι
προηγούνται της υποκειμενικής επιλογής μιας συγγραφικής ομάδας». Και συνεχίζει
το κείμενο της ομάδας φιλοσοφίας: «Η εγκυρότητα και η νομιμότητα των ερωτημάτων
διαμορφώθηκε ανάλογα με την κυρίαρχη πολιτική και ιδεολογία και σε ένα βαθμό
υπήρξε αποδοχή της διαφορετικότητάς τους. Δεν έγινε ποτέ ενοποίηση θεωρητική και
μεθοδολογική των ερωτημάτων με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ταυτότητα των απόψεων.
Μερικά φιλοσοφικά ρεύματα που έχουν ρεαλιστική αντίληψη των πραγμάτων θεωρούν ως
βασικά τα οντολογικά ερωτήματα της ύπαρξης μιας αντικειμενικής πραγματικότητας
ανεξάρτητα από τη συνείδηση-νόηση, της αναζήτησης της αρχής και του τέλους του
κόσμου, σε σύνδεση με το ερώτημα της πηγής της γνώσης. Διαμορφώνονται ζεύγη
θεωρητικών αντίθετων προσεγγίσεων όπως ρεαλισμός και μη ρεαλισμός, υλισμός και
ιδεαλισμός, ορθολογισμός και εμπειρισμός, που συμπεριλαμβάνουν απαντήσεις χωρίς
να τελειώνει τίποτα» (Φιλολογική, τεύχος 102/2008).
Το πρόβλημα, λοιπόν, που αναδεικνύεται είναι πώς συγκροτούνται τα
φιλοσοφικά προβλήματα και μέσα από τις κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές και
επιστημονικές συγκρούσεις.
Αντίθετα προς αυτά η συντάκτρια της επιστολής παραθέτει τη φράση
του βιβλίου «η φιλοσοφία βγαίνει μέσα από το συγκεκριμένο κοινωνικό κόσμο και
αναφέρεται σ’ αυτόν» για να αποδείξει ότι είναι κοντά στην αντίληψη ότι η
Φιλοσοφία έχει αμφίδρομη σχέση με την κοινωνική διαδικασία. Όμως δεν φτάνει να
το δηλώσουμε αυτό, αλλά και να το αποδείξουμε σε κάθε ιστορικό στάδιο εξέλιξης.
Κάθε φιλοσοφικό ρεύμα απαντά σε ερωτήματα του κόσμου που ξεπηδούν από τη σχέση
υλικής και νοητικής διαδικασίας, αλλά εκφράζουν και συμφέροντα εξουσιών. Τα
φιλοσοφικά ερωτήματα στην εξέλιξή τους είναι πιο κοντά στις φυσικές και
κοινωνικές επιστήμες, και πολλά γεννιούνται στα πλαίσια των επιστημών. Η
αναζήτηση των γενικών νόμων των επιστημών συνδέεται με την αναζήτηση των γενικών
κοσμολογικών νόμων.
Θεωρούμε ότι η συζήτηση μπορεί να γίνει στη βάση των θεμελιωδών
εννοιών και νόμων που λειτουργούν στα πλαίσια της φιλοσοφίας και των επιστημών
και δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο αμφισβήτησης η οντολογική τους υπόσταση
διαρκώς, και μάλιστα σε βιβλίο για μαθητές της Β’ Λυκείου. Το ερώτημα που
τίθεται είναι εάν οι μαθητές θα μπορούσαν να προβληματιστούν στα όρια της ισχύος
των θεμελιωδών νόμων στο βαθμό που προέκυψαν από ρεαλιστικές σχολές. Στο βιβλίο
υπάρχει σκοπιμότητα να αφαιρεθεί μια πλευρά της φιλοσοφίας έτσι ώστε να
κινούμαστε πάντα στα πλαίσια αναζήτησης καταστατικών αρχών που θα ορίζουν
αυθαίρετα κάποιοι ‘ειδικοί’ και αυθεντίες και οι οποίες θα είναι υποχρεωτικές.
Οι θεματικοί κύκλοι συγκροτούνται αυθαίρετα χωρίς ενιαίο
μεθοδολογικό κριτήριο. Αν υπάρχει μεθοδολογική πρόταση στο βιβλίο, αυτή είναι
η λογική συνεκτικότητα μέσω λογικών επιχειρημάτων. Ρωτάμε, είναι δυνατόν να
ταυτίζονται τα κοσμολογικά ερωτήματα (για την αρχή και το τέλος του κόσμου, ύλη
ή συνείδηση), με τα ηθικά και αισθητικά, έτσι ώστε να διαμορφώνεται μια λογική
αναγωγή σε τελική αρχή; Εδώ εντοπίζουμε μία ταύτιση του φυσικού, υλικού,
νοητικού με το ηθικό και αισθητικό. Η ιστορική πραγματικότητα μας δείχνει ότι οι
φιλοσοφικές θεωρίες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα διαμορφώνονταν έτσι ώστε να
αναζητούν μια οντολογική τελική αρχή ή γνωσιολογική ή αισθητική ώστε να
επιτευχθεί μια εξήγηση ή ερμηνεία. Εμείς σ’ ένα διδακτικό εγχειρίδιο θέλουμε
να αναδείξουμε αυτήν την προσέγγιση. Δεν ζητάμε να υπάρχει λίγο νεοθετικισμός,
λίγο αναλυτική φιλοσοφία, λίγο κριτικός ορθολογισμός, λίγο φαινομενολογία ή
διαλεκτικός υλισμός, επιλεκτικά, όπου μας ταιριάζει (απόλυτος σχετικισμός).
Προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη το γεγονός ότι η συντάκτρια της
επιστολής από υπερβάλουσα σιγουριά υποστηρίζει ότι το βιβλίο της Φιλοσοφίας της
Β΄ Λυκείου βρίσκεται σε συμφωνία με τον Αλτουσέρ και τον Βιττγκενστάιν (!!!).
Δηλ. ο ορισμός της Φιλοσοφίας (σ. 9 του βιβλίου) είναι αλτουσεριανός ορισμός;
Και τι σημαίνει: «Η Φιλοσοφία είναι ένα είδος περιφερειακής
ζώνης»; Τι σημαίνει: «Η Φιλοσοφία έρχεται πριν και μετά την επιστήμη»; Μήπως,
κύριοι συγγραφείς , είστε αλτουσεριανοί μαρξιστές και δεν το ξέρετε;
Το βιβλίο ουσιαστικά απαγορεύει να συζητηθούν προβλήματα
αντικειμενικότητας και αλήθειας με αντικείμενο τη φύση, την κοινωνία και τη
σκέψη, γιατί εντάσσεται στο πνεύμα ενός και μόνο ρεύματος. Η αμφισβήτηση και η
αναίρεση σε λογική βάση είναι ένα ποπεριανό σχήμα πολύ περιοριστικό και
ανεπαρκές.
Το κείμενο διατείνεται ότι: «η φιλοσοφία είναι ένας προνομιακός
τόπος για να βλέπουμε πώς εξελίσσονται οι πολιτισμοί διαφυλάσσοντας την
αποκτημένη κληρονομιά, αλλά θέτοντας ταυτόχρονα και νέα ερωτήματα, ένα
υπόδειγμα διαλόγου ανάμεσα στη συνέχεια και ασυνέχεια». Η φιλοσοφία κατά τη
γνώμη μας δεν είναι προνομιακός τόπος. Αν υπάρχει προνομιακός τόπος (με
ερωτηματικό) είναι η ιστορία της φιλοσοφίας και των επιστημών και η ιστορία του
πολιτισμού. Αυτό το πρόβλημα συνδέεται με τον τρόπο που το βιβλίο της Β΄ Λυκείου
προσεγγίζει τη διδασκαλία σ’ ένα «μη κανονιστικό πρόγραμμα σπουδών». Γι’ αυτό το
ζήτημα που τίθεται είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις ύπαρξης ενός αναλυτικού
προγράμματος που διασφαλίζει την ύπαρξη όλων των φιλοσοφικών σχολών χωρίς
αποκλεισμούς και προτιμήσεις.
Πώς μπορεί να υπάρχει ένα πρόγραμμα με αρχές, έννοιες, κριτήρια
και υψηλό βαθμό ελευθερίας σε διδάσκοντες και διδασκόμενους που να «το
διαχειρίζονται αναστοχαστικά και κριτικά»ς; Ποιος είναι αυτός που θα επιβάλλει
αυθαίρετα ένα τέτοιο πρόγραμμα και πού θα στηρίζεται; Ο μόνος τρόπος ελάχιστης
συναίνεσης είναι η ιστορία της φιλοσοφίας και της επιστήμης.
Η θέση: «Η θεωρία της φιλοσοφίας μπορεί να κομίσει στην πράξη της
διδασκαλίας τη δυνατότητα του συστηματικού στοχασμού για επαναπροσδιορισμούς
στερεότυπων επαναλήψεων και πιθανές ανατροπές μύθων», είναι μια τάση διαρκούς
αμφισβήτησης των πάντων χωρίς σταθερές μεθοδολογικές αρχές, κριτήρια
λειτουργίες, που δεν συμβαίνει ούτε σε αυτόνομους ερευνητικούς χώρους με
πολλαπλές αφαιρετικές δυνατότητες. Επομένως είναι υποκριτικό και ασυνεπές να
υποστηρίζεται ένα «μη κανονιστικό πρόγραμμα σπουδών» ενώ ταυτόχρονα οι μαθητές
να κατευθύνονται και να εξετάζονται στο συγκεκριμένο τρόπο «του φιλοσοφείν» που
εξυπηρετεί ιδεολογικούς στόχους. Κατά την άποψή μας, η Φιλοσοφία συνδέεται με
μια κριτική και δημιουργική σκέψη που απελευθερώνει το μαθητή στην προοπτική της
Ιστορίας.
Τα μέλη της
ομάδας Φιλοσοφίας της ΠΕΦ
Στέλλα Βατούγιου Υπ.διδ. Πανεπιστημίου Αθηνών
Μιχάλης Δουλκέρης
Φιλόλογος
Χρήστος Κύρκος δρ. Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Μάγδα Ρουμανέα δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου
Αθηνών
Γιάννης Σπυράλατος Μ.Δ.Ε. Ιστορίας της Φιλοσοφίας Παν. Αθηνών
Σπύρος Τουλιάτος Ιστορικός, Οργ. Γραμμ. της ΠΕΦ