«Πρώτα ο μαθητής» ή «πρώτα το ΔΝΤ»;
Του Γρηγόρη Καλομοίρη*
Το πρώτο
νομοσχέδιο που αφορά, όπως ισχυρίζεται η
κυβέρνηση, την υλοποίηση του προγράμματός της
για το «νέο σχολείο», προωθείται για ψήφιση στη
Βουλή, ενώ είναι σε εξέλιξη μια γενικότερη
αντιλαϊκή επίθεση, που αμφισβητεί και υπονομεύει
δημόσια και κοινωνικά αγαθά κατακτημένα από τον
κόσμο της εργασίας με αγώνες και θυσίες.
Το «νέο σχολείο» που οικοδομεί η ηγεσία του Υπ.
Παιδείας, κινείται, σε γενικές γραμμές, στο
πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που έχει
υιοθετήσει ευρύτερα το ΠΑΣΟΚ, όπως αυτή
εκφράζεται πιο εξειδικευμένα, όπως άλλωστε
δηλώνεται και στο ίδιο το κείμενο, από τους
στόχους και της κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής
Ένωσης (Ε.Ε.).
Με το πρόσχημα της
προσαρμογής του ελληνικού σχολείου «στις ανάγκες
της σύγχρονης εποχής», προωθούνται το άνοιγμα
του σχολείου στις δυνάμεις της αγοράς, η
ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η διάδοση της
«καινοτομίας» και του επιχειρηματικού πνεύματος,
η διεύρυνση των ιδιωτικοποιήσεων, η
εμπορευματοποίηση της γνώσης κ.ο.κ.
Σε
ό,τι αφορά τους/τις εκπαιδευτικούς, ο ρόλος που
τους επιφυλάσσεται, παρά τα όσα αναφέρονται στο
κείμενο για το «νέο σχολείο», είναι ρόλος
«διεκπεραιωτή εντολών και κατευθύνσεων», και γιʼ
αυτόν ακριβώς το λόγο ενισχύονται οι δομές
αξιολόγησης και χειραγώγησής τους με το πρόσχημα
μιας πρώτης φάσης «αυτοαξιολόγησης». Παράλληλα,
τα προγράμματα επιμόρφωσής τους που
ανακοινώνονται προβλέπουν ελάχιστες ώρες
σεμιναριακής παρακολούθησης (περίπου 50) και
κάποιες, ακόμη, ώρες από απόσταση εκπαίδευσης.
Όσο για τις αμοιβές τους, απλώς αναγνωρίζεται
για μια ακόμη φορά ότι «δεν είναι ανάλογες της
υψηλής ευθύνης τους». Και βέβαια, η μείωση κατά
10% περίπου των «μη ανάλογων της υψηλής ευθύνης
αποδοχών τους» είναι πλέον μια σκληρή
πραγματικότητα που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί.
Με το νομοσχέδιο που προωθείται για ψήφιση
στη Βουλή, με τον ψευδεπίγραφο τίτλο «αναβάθμιση
του ρόλου του εκπαιδευτικού», η κυβέρνηση
αντιμετωπίζει τους εκπαιδευτικούς ως ένα φθηνό,
εκμεταλλεύσιμο και ιδεολογικά υποταγμένο
εργατικό δυναμικό.
Είναι γεγονός ότι ένα
από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εκπαίδευσης
είναι η διεύρυνση, τα τελευταία χρόνια, των
ελαστικών μορφών εργασίας των εκπαιδευτικών με
τη συνεχή αύξηση του αριθμού αναπληρωτών και
ωρομισθίων και με τη διατήρηση μεγάλου αριθμού
κενών διδακτικού προσωπικού για μεγάλο διάστημα
κάθε χρόνο.
Η Υπουργός Παιδείας όχι μόνο
δεν καταργεί το καθεστώς της μαύρης εργασίας
στην εκπαίδευση, αλλά το «αναβαθμίζει»
θεσμοθετώντας προσλήψεις αναπληρωτών και
ωρομισθίων μέσω διαγωνισμών του ΑΣΕΠ.
Δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικοί εδώ και αρκετά
χρόνια υποχρεώθηκαν σε μια διαρκή εργασιακή
περιπλάνηση, αναγκάστηκαν να αποδεχτούν
δυσβάστακτους εργασιακούς όρους με μοναδικό
κίνητρο τη συλλογή μορίων προϋπηρεσίας (όπως οι
νόμοι των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ προέβλεπαν
μέχρι τώρα). Σήμερα διαπιστώνουν ότι απαξιώνεται
πλήρως η προϋπηρεσία τους στο όνομα της
«αξιοκρατίας» και των «ίσων ευκαιριών».
Κεντρική επιλογή της κυβέρνησης είναι η δραστική
μείωση των διορισμών εκπαιδευτικών τα επόμενα
χρόνια στο πλαίσιο του αντιλαϊκού προγράμματος
σταθερότητας. Για το σκοπό αυτό οι εντολές της
ηγεσίας του Υπ. Παιδείας προβλέπουν αύξηση του
αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, υποχρεωτική
ανάθεση 5ωρης υπερωρίας στο μόνιμο εκπαιδευτικό
προσωπικό και συγχωνεύσεις ή καταργήσεις
σχολικών μονάδων. Η κυβέρνηση καταδικάζει στην
εργασιακή ανασφάλεια και ανεργία δεκάδες
χιλιάδες επιστημόνων που θα κρίνονται στους
διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ επιτυχόντες αλλά μόνιμα μη
διοριστέοι.
Ο Συνασπισμός, όπως και
σύσσωμη η εκπαιδευτική κοινότητα, είχε εκφράσει
από την αρχή (1997) την κατηγορηματική αντίθεσή
του στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ για το διορισμό
εκπαιδευτικών. Ο διαγωνισμός αυτός αποτέλεσε
τότε και αποτελεί και σήμερα την αιχμή του
δόρατος μιας αυταρχικής, βαθιά συντηρητικής
πολιτικής, που επιδιώκει, με το πρόσχημα της
«αξιοκρατίας», να υπονομεύσει το κύρος των
εκπαιδευτικών και να τους καταστήσει άβουλα
ενεργούμενα της εξουσίας. Είναι κρίκος μιας
αλυσίδας που οδηγεί τους/τις εκπαιδευτικούς,
αδιόριστους/-ες και μόνιμους/-ες, στην εργασιακή
ανασφάλεια.
Με το νομοσχέδιο εισάγεται με
τη διαδικασία του «δόκιμου εκπαιδευτικού» η
ουσιαστική αμφισβήτηση της μόνιμης εργασίας του
νέου εκπαιδευτικού. Έτσι, ο εκπαιδευτικός που
κατέχει δύο πτυχία (βασικό και παιδαγωγικό)
έχοντας επιτύχει στις αντίστοιχες εξετάσεις και
μετά από πιθανά πολλαπλές επιτυχίες στον ΑΣΕΠ
για να διοριστεί, θα ξανακρίνεται στη 2ετία από
τριμελή επιτροπή «αξιολογητών» για το εάν είναι
ικανός για εκπαιδευτικός και σε περίπτωση
αρνητικής κρίσης θα μετατάσσεται σε άλλη
υπηρεσία του Υπ. Παιδείας.
Η επιμονή της
Υπουργού στην «κακοδαιμονία» των χιλιάδων
αποσπασμένων εκπαιδευτικών στην Κ.Υ του ΥΠΕΠΘ η
σε άλλες υπηρεσίες για άσκηση διοικητικού έργου
αποσιωπά το γεγονός ότι αυτό το καθεστώς το
αξιοποίησαν και το διεύρυναν οι κυβερνήσεις του
ΠΑΣΟΚ οικοδομώντας τις δικές τους πελατειακές
σχέσεις.
Βέβαια η Υπουργός δηλώνει ότι θα
επιστρέψουν όλοι οι εκπαιδευτικοί στο διδακτικό
έργο, αλλά παρακάμπτει την πραγματικότητα των
χιλιάδων κενών θέσεων διοικητικού προσωπικού
στις υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας. Παρά τις
διακηρύξεις της, μάλιστα, και τη στοχοποίηση των
εκπαιδευτικών που επιχείρησε το προηγούμενο
διάστημα η υπουργός Παιδείας, αυτοαναιρείται,
διατηρώντας το μπόνους των μορίων (έστω και
μειωμένο) για όσους αποσπώνται στο Υπ. Παιδείας
και τις υπηρεσίες του.
Το κίνημα των
εκπαιδευτικών βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη
πρόκληση. Είναι φανερό ότι η συνέχιση και η
κλιμάκωση των αγώνων αποτελεί μονόδρομο. Οι
καθηγητές, σε κοινό βηματισμό με τους δασκάλους
και όλους τους εργαζομένους, καλούνται στις
Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ να αποφασίσουν την
άμεση απεργιακή κλιμάκωση με στόχο την ανατροπή
της αντιλαϊκής επίθεσης σε σχέση με το εισόδημα,
την ασφάλιση και τα εργασιακά δικαιώματα των
μόνιμων, αναπληρωτών και ωρομίσθιων
εκπαιδευτικών.
* Μέλος της ΚΠΕ του
Συνασπισμού και υπεύθυνος του Τμήματος Παιδείας
Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ (ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ) Ημερομηνία δημοσίευσης: 25/04/2010
[Περιεχόμενα
Αρθρων]
[άρθρα
προηγούμενων ετών]