a l f a v i t a

22/05/2012

Web TV alfavita.gr

Επικοινωνία Ταυτότητα

Κάνετε την alfavita.gr Πρώτη Σελίδα

Ακούστε ραδιόφωνο             

61 Θέσεις Εργασίας σε Εκαπιδευτικούς Φορείς του Εξωτερικού - 3 θέσεις Ερευνητικού Προσωπικού στο Πανεπιστήμιο Κύπρου - English Instructors at American University of the Middle East (Kuwait) - Επιστημονικοί - Εργαστηριακοί Συνεργάτες και Ε.Ε.Μ. στο ΤΕΙ Πάτρας - 69 Θέσεις Εργασίας σε Διεθνείς Οργανισμούς - 24 προσλήψεις καθηγητών σε 5 πανεπιστήμια - 10 θέσεις στην INTERAMERICAN - Πωλητές σε Ηλεία, Κω, Φθιώτιδα, Ρέθυμνο και Πάρο - WIND:Ζητούνται Εκπρόσωποι Εξυπηρέτησης Πελατών - ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ - ΔΙΟΡΙΣΜΟΙ ΕΔΩ... ΚΑΝΕ ΚΛΙΚ

Κεντρική Σελίδα

Ανακοινώσεις

Επικαιρότητα

Η Εκπαίδευση στον Τύπο

Διορισμοί Προσλήψεις

Ειδήσεις

Οδηγός Εκπαιδευτικού

Εγγραφα Υπ.Παιδείας

Μεταπτυχιακά

Επιμόρφωση

Εκδηλώσεις

Εκπαιδευτικά Αρθρα

Πανελλήνιες Εξετάσεις

Μισθολογικά Συνταξιοδοτικά

Αρθρογράφοι

WebTV alfavita.gr
ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ



 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

[ΔΕΙΤΕ τα περιεχόμενα των εκπαιδευτικών άρθρων]
 

Σχετικά με την μετεκπαίδευση των δασκάλων και των νηπιαγωγών:

“Το παρόν και το μέλλον των Διδασκαλείων”*

 

των

Γιάννη Κάσκαρη, Δημήτρη Τζήκα, Ευθύμη Τσιλικίδη

 

Η δίχρονη μετεκπαίδευση των δασκάλων είναι ένας θεσμός με μακρά ιστορία[1]. Στο κείμενό μας εξετάζουμε πλευρές του δεσμού: μετεκπαιδευόμενων - σχολείου - κοινωνίας, αναφορικά με τις απόψεις που έχει καταθέσει η Διδασκαλική Ομοσπονδία σχετικά με τη μετεκπαίδευση. Η συζήτηση που γίνεται τελευταία για την παιδεία και την εκπαιδευτική πολιτική αφορά τόσο στην προοπτική και στο ρόλο των Διδασκαλείων[2] όσο και στις μορφές της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών.[3] Ο σχετικός διάλογος είναι χρήσιμο και αναγκαίο να επεκταθεί επαρκώς και σε ζητήματα που αφορούν στο μέλλον, στο χαρακτήρα και στην ίδια την υπόσταση της μετεκπαίδευσης.

 

Καταρχήν οι θέσεις της Δ.Ο.Ε. συνδέουν το δημοκρατικό προσανατολισμό της μετεκπαίδευσης αφενός με το δημόσιο «έλεγχό» της και αφετέρου με τη διεύρυνση του μαζικού της χαρακτήρα. Έτσι η θέση της Ομοσπονδίας: «Να ιδρυθούν Διδασκαλεία μετεκπαίδευσης και στα υπόλοιπα Παιδαγωγικά Τμήματα της χώρας (όπως προβλέπει ο Ν.2327/95)» (Δ.Ο.Ε. – Θέσεις για την Μετεκπαίδευση. www.doe.gr), σε συνδυασμό με την επισήμανση ότι: «η μετεκπαίδευση [πρέπει] να παραμείνει μία και ενιαία τόσο για τους πτυχιούχους Π.Α., όσο και για τους πτυχιούχους Π.Τ. και να αποτελεί ενδοϋπηρεσιακή υπόθεση δηλαδή να είναι δικαίωμα των εν ενεργεία Εκπαιδευτικών» (Δ.Ο.Ε. – Θέσεις για την Μετεκπαίδευση. www.doe.gr), συγκλίνουν στην προάσπιση, από την πλευρά της Δ.Ο.Ε., μιας μορφής μετεκπαίδευσης στην κατεύθυνση που αφορά το δημόσιο και ενιαίο χαρακτήρα της παρεχόμενης γνώσης στα Διδασκαλεία. Οι θέσεις αυτές, όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε στη συνέχεια, αν και καταρχήν θίγουν τα βασικά ζητήματα, δεν αρκούν για να προασπίσουν την ίδια την ύπαρξη του θεσμού στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται. Κι αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, παραμένει σε «ιστορική» εκκρεμότητα η ενίσχυση και η διεύρυνση της δημοκρατίας στα σχολεία και στην κοινωνία, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία που ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης στις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες των μαθητών αποτελεί ακόμη θεσμικό επίδικο και, πολύ περισσότερο, «πραγματικό» και καθημερινό ζητούμενο.

 

Η θέση της Δ.Ο.Ε. πως «το ΥΠ.Ε.Π.Θ. [χρειάζεται] να ενθαρρύνει στηρίζοντας με κάθε τρόπο (οικονομική ενίσχυση, Διδακτικό Προσωπικό με μόνιμα μέλη ΔΕΠ, υλικοτεχνική υποδομή κ.ά.) τα Π.Τ. προς την κατεύθυνση αυτή» (Δ.Ο.Ε. – Θέσεις για την Μετεκπαίδευση. www.doe.gr ), υποδηλώνει την προσδοκία: η μετεκπαίδευση να οργανώνεται αλλά και να παρέχεται από τα ΑΕΙ. Με τρόπο τέτοιο, ώστε να διαχέεται η ακαδημαϊκή αυτοτέλειά της τόσο ως προς το περιεχόμενο των σπουδών όσο και ως προς την αξιοποίηση των ακαδημαϊκών προδιαγραφών της μορφωτικής της διαδικασίας. Επομένως, στο βαθμό που η μετεκπαίδευση σχετίζεται και συνδέεται με το φορέα που την υλοποιεί και την αποτιμά, η έννοια της «πραγματικής» αναβάθμισης των σπουδών στα Διδασκαλεία καθορίζεται ως προς: (α). την έμφαση στον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των μαθημάτων που προσφέρονται και στην ενότητά τους με την εκπαιδευτική Πράξη[4], και (β). την ουσιαστική και πολύπλευρη συμμετοχή των διδασκόμενων στην εκπαιδευτική διαδικασία και στην συν-διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών. Ο ακαδημαϊκός χαρακτήρας των μαθημάτων, υπό ορισμένες βέβαια προϋποθέσεις, μπορεί να συμβάλλει ώστε το περιεχόμενο της μετεκπαίδευσης να συνδέεται με την κοινωνία, να έχει ενιαίο - γενικό ανθρωποκεντρικό παιδαγωγικό χαρακτήρα και να εξετάζει με επιστημονικό τρόπο σύνθετα παιδαγωγικά και κοινωνικά ζητήματα.

 

Ατυχώς, κατά την άποψή μας, σήμερα ο τίτλος της μετεκπαίδευσης χορηγείται με τους επιμέρους προσδιορισμούς της Γενικής και της Ειδικής Αγωγής. Μια κατάσταση η οποία ακόμα και στο πεδίο της δημόσιας επιστημονικής συζήτησης επικρίνεται, καθώς η αγωγή παρέχεται ενιαία και ολική, αναγνωρίζει όμως και επιχειρεί να κατανοήσει τον «πληθυντισμό», μέσα από την πολυπλοκότητα, διακρίνει δε τα επιμέρους και προσπαθεί να τα συνθέσει διαλεκτικά. Ο κίνδυνος ελλοχεύει στο ενδεχόμενο να μεταλλαχθούν τα Διδασκαλεία σε σχολές παραγωγής «στελεχών» εκπαίδευσης για ένα εκπαιδευτικό σύστημα[5] εντός του οποίου το παιδαγωγικό και απελευθερωτικό στοιχείο θα τείνει να υποκατασταθεί από το διοικητικό και το ιεραρχικό. Αναπαράγονται, με αυτό τον τρόπο, συγκεκριμένες πολιτικές που μετατρέπουν τους σκοπούς της εκπαίδευσης σε ιμάντες διατήρησης του καπιταλιστικού καταμερισμού πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας. Αποδίδοντας, ταυτοχρόνως, τα κατάλληλα ιδεολογικο-μορφωτικά «τεκμήρια» για κάθε ομάδα μαθητών και εκπαιδευτικών, «αναλόγως» με τη θέση τους στη συγκεκριμένη κοινωνική δομή.

 

Ως συμβολή στη διατήρηση και διεύρυνση του μαζικού και μορφωτικού χαρακτήρα της μετεκπαίδευσης, σταθερά προσηλωμένης στην αναβάθμιση του εκπαιδευτικού έργου, θεωρούμε κάθε διεκδίκηση να είναι προσανατολισμένη σταθερά στην προοπτική: (α). της εθελούσιας εισαγωγής, σε βάθος χρόνου, όλων των εκπαιδευτικών με κυρίαρχο κριτήριο τα έτη διδακτικής εμπειρίας, (β). της αποκλειστικής διεξαγωγής της μετεκπαίδευσης από τα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων, με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο διοίκησης των Διδασκαλείων[6], (γ). της περιοδικότητας της μετεκπαίδευσης, να υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα συνέχισής της σε δεύτερη φάση, με κριτήρια όπως είναι η προτεραιότητα όσων δεν συμμετείχαν στα προηγούμενα χρόνια, τα έτη προϋπηρεσίας κλπ. (δ). της σύνδεσης της μετεκπαίδευσης με τη ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα του σχολείου και της τάξης σε μια κατεύθυνση εμβάθυνσης των δημοκρατικών και μορφωτικών σχέσεων..

 

Το περιεχόμενο και η δυναμική της σχέσης μετεκπαίδευσης - εκπαιδευτικών στη σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα παραμένει ανοιχτή διακύβευση. Η φοίτηση στο Διδασκαλείο δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως ‘ανάπαυλα’, ένα είδος ‘νεκρής ζώνης’ στην εργασιακή διαδρομή των εκπαιδευτικών. Μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία κατανόησης/σύλληψης του αυθόρμητου, προς την κατεύθυνση της άμβλυνσης των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων και της αλλαγής σε επίπεδο αξιών και ηθικο-αισθητικών επιλογών. Η αφετηρία αυτή δεν μπορεί παρά να προβάλλει στους ορίζοντές της εναλλακτική θεωρία και αντίληψη για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Με αυτή την έννοια, η επάνοδος στη σχολική τάξη δε νοείται απλώς ως «επανένταξη» και επιστροφή στο «βασίλειο της αναγκαιότητας», αλλά ως απόπειρα φυγής προς τη σφαίρα της ελευθερίας και της εκπλήρωσης της επιθυμίας, ως μια καινούργια συναρμογή του προσωπικού στοιχείου με το συλλογικό.

 

Η Δ.Ο.Ε. παραθέτει μια σειρά από αόριστες και γενικές θέσεις, απαραίτητες βεβαίως, όπως είναι ο δημόσιος χαρακτήρας της μετεκπαίδευσης, η αύξηση των δαπανών για τη δημόσια εκπαίδευση, η εναντίωση στην εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, η ίδρυση Διδασκαλείων σε όλα τα Παιδαγωγικά Τμήματα, κ.ά. Μια πιο προσεχτική ανάγνωση αυτών των θέσεων δείχνει ότι δεν έχει καταφέρει να εκφράσει, μέχρι σήμερα, ολοκληρωμένες και επεξεργασμένες θέσεις για τη μετεκπαίδευση στα Διδασκαλεία. Η απλή διεκδίκηση συνδικαλιστικών αιτημάτων, απονευρωμένων από ένα ξεκάθαρο πολιτικό και κοινωνικό λόγο, δεν καταξιώνει το δεσμό των Διδασκαλείων και ταυτόχρονα υποβαθμίζει την Ομοσπονδία σε φορέα μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τη σχέση της εκπαίδευσης με τους ευρύτερους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η Ομοσπονδία χάνει έτσι την ευκαιρία να διαμορφώσει η ίδια, μια πειστική, επιστημονικά τεκμηριωμένη και κοινωνικά έγκυρη πρόταση για τη μετεκπαίδευση, υποτιμώντας τις δυνατότητές της και τη σημασία του θεσμού.

 

Οι θέσεις των συνδικαλιστικών οργάνων τείνουν να ταυτίσουν την «αναβάθμιση των σπουδών στα Διδασκαλεία» με την παραγωγή «στελεχών» (άλλος ένας όρος-δάνειο από το φαντασιακό της αγοράς), ανακυκλώνοντας το σκεπτικό της διαπραγμάτευσης της ισχύος του τίτλου σπουδών σε συνδυασμό με αναλόγου περιεχομένου καταλόγους «προσόντων», για την κάλυψη διοικητικών θέσεων,[7] ώστε να νομιμοποιηθούν συγκεκριμένες πολιτικο-ιδεολογικές αναδιαρθρώσεις. Με αυτόν τον τρόπο, αποδυναμώνεται η εμπλοκή των εκπαιδευτικών στην κριτική συνειδητοποίηση του ρόλου τους και αναπτύσσονται φαινόμενα κατηγοριοποίησης των εκπαιδευτικών-εργαζομένων.

Διακρίνουμε δύο κρίσιμα σημεία τα οποία θα μπορούσαν να οριστούν ως οι ελάχιστες προϋποθέσεις για την αρχή της συζήτησης, στα πλαίσια ενός ανοιχτού, δημόσιου και γόνιμου διαλόγου, στον οποίο θα μπορούν να εκφράζονται οι ευρύτερες κοινωνικές, ιδεολογικές, αισθητικές, ηθικο-πολιτικές αλληλεξαρτήσεις και συσχετισμοί: (i). τη διατήρηση και την ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα της μετεκπαίδευσης, και (ii). τη διαμόρφωση του ρόλου των εκπαιδευτικών στα πλαίσια της παρεχόμενης μετεκπαίδευσης στην σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα, ώστε να εμφανιστεί ως «ρεαλιστική» η δυνατότητα για τη συγκρότηση μιας νέας ηθικο-πολιτικής και ιστορικής σχέσης ανάμεσα στα υποκείμενα και στη δομημένη άρθρωση της κοινωνίας.

 

Σήμερα, που η κοινωνική διάσταση της παιδαγωγικής υποχωρεί και αφομοιώνεται από τις δυνάμεις του αγοραίου οικονομισμού και της βίαιης αναδιανομής του πλούτου, συμβολικού και υλικού, η προοπτική του διαλόγου και της παρέμβασης των εκπαιδευτικών επιχειρεί να αντιπαρατεθεί με την άποψη που θέλει και εννοεί την μετεκπαίδευση σαν στατικό μηχανισμό συναίνεσης. Αντίθετα, η απαρχή μιας αντίπαλης ριζοσπαστικής και αισιόδοξης αφετηρίας μόλις ανοίγεται…

 

«Το δε μέλλον αόρατον…»

 

Τα Διδασκαλεία, αργά ή γρήγορα, θα βρεθούν, αν δε βρίσκονται ήδη, μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: είτε θα συρρικνωθούν, όσον αφορά τουλάχιστον τον αριθμό των εισακτέων και τη διάρκεια της φοίτησης, μετασχηματιζόμενα σε Σχολές «στελεχών της εκπαίδευσης»[8], είτε θα αλλάξουν πορεία πλεύσης προς την κατεύθυνση της συνολικής αναβάθμισης του μορφωτικού επιπέδου του κλάδου, και τη βελτίωση του επιπέδου της παρεχόμενης πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η προοπτική της συρρίκνωσης, πλασαρισμένη και με το ασημόχαρτο της αναβάθμισης σε Μάστερ, φάνηκε να εξαντλείται λόγω του μαζικού χαρακτήρα της εισόδου στα Διδασκαλεία[9]. Η αύξηση του αριθμού των εισακτέων σε εθελούσια βάση, όπως προαναφέραμε, αποτελεί τη μόνη επαρκή εγγύηση ώστε η μετεκπαίδευση να είναι ανοιχτή στο σύνολο των συναδέλφων που το επιθυμούν. Μόνο αν υπάρχει το στοιχείο της μαζικότητας έχει νόημα και προοπτική η συζήτηση για τον τρόπο εισαγωγής. Επιπλέον, μετά την ίδρυση και την επέκταση των Παιδαγωγικών Τμημάτων έχει τεθεί, εκ των πραγμάτων, στο περιθώριο της συζήτησης και η άποψη που ήθελε τα Διδασκαλεία μηχανισμό «εξομοίωσης» των πτυχίων που έδιναν οι παλιές Παιδαγωγικές Ακαδημίες. Η εμπειρία ανάλογων θεσμών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και το σχήμα απαξίωση-αδράνεια-αθόρυβη κατάργηση είναι αρκούντως διδακτικά. Και οι ευθύνες, αν και «διαβαθμισμένες», δεν βαρύνουν μόνο το εκάστοτε υπουργείο…

 

Σχετικά με το κομβικό ζήτημα της μετατροπής σε Μάστερ θα θέλαμε να σημειώσουμε τα παρακάτω:

 

(α).     Η μετατροπή σε Μάστερ θα οδηγήσει, με μαθηματική, νομική και… πολιτική ακρίβεια στη δραματική μείωση του αριθμού των εισακτέων, αφού, με τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα, είναι αδύνατη η παροχή ετησίως 1000 (αριθμός χίλια) πτυχίων Μάστερ και συνακόλουθα η επιτήρηση αντίστοιχων διπλωματικών εργασιών από τα αντίστοιχα Παιδαγωγικά Τμήματα ή τα Τμήματα των Νηπιαγωγών.

 

(β).     Η αλλαγή σε Μάστερ φαίνεται να είναι και νομικά προβληματική, αφού ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά τα κριτήρια εισαγωγής σε μεταπτυχιακά προγράμματα (Νόμος 2083/1992, άρθρο 11). Μπορούμε να αναφέρουμε εδώ λ.χ. τον τρόπο εισαγωγής με άλλου τύπου εξετάσεις, την πρόσβαση σε αυτά πτυχιούχων και από άλλες σχολές, τους εσωτερικούς κανονισμούς που ισχύουν στα μεταπτυχιακά, τις διαδικασίες με τις οποίες ορίζεται το περιεχόμενο σπουδών και τα μαθήματα, την καταβολή διδάκτρων σε όλο και περισσότερα τμήματα, την πιστοποίηση της γνώσης ξένων γλωσσών ως προϋπόθεση εισόδου, την εκπόνηση ατομικών διπλωματικών εργασιών κ.τ.ό.[10]

 

(γ).     Ούτε λόγος, βεβαίως, δεν μπορεί να γίνει για αναδρομική αλλαγή των τίτλων που έχουν χορηγηθεί. Είναι σαφές ότι άλλο πράγμα είναι η ενδοϋπηρεσιακή αποτίμηση της αξίας ενός τίτλου και άλλο η «νομική» και ακαδημαϊκή εξίσωση και αντιστοίχηση «πτυχίων» ή «τίτλων», οι οποίοι, εξάλλου, εκδίδονται από διαφορετικούς «φορείς». Ήδη ο τίτλος του Διδασκαλείου μοριοδοτείται και στο υπάρχον σύστημα επιλογής διευθυντών και σχολικών συμβούλων. Αδυνατούμε να καταλάβουμε τι επιπλέον θα δώσει ο τίτλος του μεταπτυχιακού, εκτός ίσως από μια ευκαιρία σε κάποιους να υπονομευόσουν το θεσμό, εμπλέκοντας τον σε κάθε είδους γραφειοκρατικές και άλλες συμπληγάδες. Αναβάθμιση, ουσιαστική κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως «τυπική», μπορεί να δρομολογηθεί στα πλαίσια της ισχύουσας νομοθεσίας, από τη στιγμή το όλο ζήτημα θα αναλυθεί και αποτιμηθεί ολοκληρωμένα και επαρκώς στο προσεχές μέλλον.

 

(δ).     Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, εάν τροποποιηθεί το ισχύον πλαίσιο καθίσταται αμφίβολη η δημόσια και επαρκής χρηματοδότηση, αφού θα εξαρτηθεί από ποικιλώνυμα «ευρωπαϊκά προγράμματα» και «δράσεις», με ό,τι αυτό σημαίνει για το περιεχόμενο των σπουδών και τον «τρόπο» της φοίτησης. Θα υπονομευτεί με άλλα λόγια η χρηματοδότηση και η σχετική «αυτονομία» ενός θεσμού ο οποίος έχει συμβάλλει, και μπορεί να συμβάλλει ακόμα περισσότερο, στην πραγμάτωση του ιστορικού αιτήματος για αναβάθμιση των σπουδών μας, αίτημα που είχε τεθεί ήδη από την εποχή του μεσοπολέμου.. Σταθμοί προς την υλοποίηση αυτού του αιτήματος στάθηκαν, τόσο η αύξηση της διάρκειας των σπουδών και η αναβάθμιση των Παιδαγωγικών Ακαδημιών σε Πανεπιστημιακά Τμήματα, όσο και η ίδρυση και λειτουργία των Διδασκαλείων.

 

Είναι λοιπόν σαφές ότι στην περίπτωση που επιλεγεί η επισφαλής και αβέβαιη μετατροπή της μετεκπαίδευσης στα Διδασκαλεία σε σπουδές που καταλήγουν στη χορήγηση μεταπτυχιακού τίτλου επιπέδου Μάστερ, η ίδια η μετεκπαίδευση στα Διδασκαλεία παύει ουσιαστικά να υπάρχει, αφού θα υπαχθεί κατ’ ουσίαν στα Π.Τ.Δ.Ε., αποκλειστικά και μόνο ως μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών, με τους όρους και τους περιορισμούς που αναφέραμε ροηγουμένως. Η μετατροπή με αλλά λόγια είναι εξαιρετικά απίθανο να γίνει, και αν ακόμα γίνει θα αφορά ελάχιστους μελλοντικούς μετεκπαιδευόμενους-ες.

 

Η Διδασκαλική Ομοσπονδία δυστυχώς δε φαίνεται να αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα και τις πραγματικές διαστάσεις του ζητήματος και παρουσιάζεται με αντιφατικές, ασαφείς, αλληλοαντικρουόμενες και αμφιρρεπείς θέσεις. Από τη μια υποστηρίζει ότι η μετεκπαίδευση πρέπει να «… διατηρήσει και [να] διευρύνει το μαζικό της χαρακτήρα με αύξηση του αριθμού των εισαγομένων στα Διδασκαλεία αλλά και με ουσιαστική συμμετοχή των μετεκπαιδευόμενων στην κατάρτιση των προγραμμάτων» (Δ.Ο.Ε. – Θέσεις για την Μετεκπαίδευση. www.doe.gr), και από την άλλη φλερτάρει με την ιδέα της «αναβάθμισης» σε «μεταπτυχιακό» και τη διάσπαση του ενιαίου χαρακτήρα των σπουδών, ζητώντας τη «δημιουργία κατευθύνσεων»: «Απαιτείται αναβάθμιση της μετεκπαίδευσης, τόσο ως προς το επίπεδο των σπουδών με τη δημιουργία κατευθύνσεων (Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης - Ειδική Αγωγή - Νέες τεχνολογίες στην Εκπαιδευτική διαδικασία - Παιδαγωγική - Ψυχολογία) όσο και ως προς τον χορηγούμενο τίτλο (μεταπτυχιακός)» (Δ.Ο.Ε. – Θέσεις για την Μετεκπαίδευση. www.doe.gr). Κι αν ακόμα δεχθούμε την ανάγκη δημιουργίας «στελεχών», αυτή μπορεί να καλυφθεί ούτως ή άλλως από τους χιλιάδες πλέον απόφοιτους-ες των Διδασκαλείων και αρκετούς-ες ακόμα με δεύτερα πτυχία, Μεταπτυχιακές Σπουδές κ.τ.ό. Αναρωτιέται κανείς αν ζούμε ακόμη στην “εποχή των γραμματοδιδασκάλων”… Δεν αξίζει λοιπόν να θυσιάσουμε τη μαζικότητα, τη συνέχιση και την ουσιαστική αναβάθμιση και «ανατίμηση» της μετεκπαίδευσης στο βωμό της δήθεν δημιουργίας στελεχών[11], δεν έχει κανένα νόημα «να χαλάσουμε το αλέτρι για να φτιάξουμε βελόνι». Η μετατροπή της μετεκπαίδευσης σε όποιου είδους «μεταπτυχιακό πρόγραμμα» θα μετεξελιχθεί σε βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια και το χαρακτήρα της.

 

Είτε λοιπόν θα παραδώσουμε έναν σημαντικό θεσμό στη νεοελληνική αφασία και αδράνεια, είτε θα δραστηριοποιηθούμε στην προοπτική της πραγματικής αναβάθμισής του. Η υπεράσπιση της απρόσκοπτης και δημιουργικής λειτουργίας των διδασκαλείων δεν μπορεί να παραμένει «ακόμα ένα» συνδικαλιστικό αίτημα των δασκάλων και των νηπιαγωγών. Το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο από ότι φαίνεται και αφορά, σε τελική ανάλυση, τη διάρκεια και την ποιότητα των σπουδών χιλιάδων συναδέλφων, εκτός κι αν, αυτάρεσκα, πιστεύουμε ότι δεν έχουμε κανενός είδους «εκπαιδευτικές» ανάγκες… Ο κλάδος δεν μπορεί να προσπερνά ως δεδομένο το γεγονός ότι εκατοντάδες εκπαιδευτικοί[12] σπουδάζουν, κάθε χρόνο. Σπουδάζουν μάλιστα έχοντας ικανή διδακτική και εργασιακή εμπειρία, ώστε να μπορούν να «εκθέσουν» τη «θεωρία» στο φως της «πράξης», με τρόπο μοναδικό και «αυθεντικό». Οι δυνατότητες, όπως δείχνει η εμπειρία[13], υπάρχουν, αυτό που λείπει γενικά είναι η σαφής στόχευση προς αυτή την κατεύθυνση. Πολύ περισσότερο είναι ανεπίτρεπτο, να στοιβάζονται τα αιτήματα φύρδην μίγδην και επί παντός[14]. Η κοινή πολιτική και συνδικαλιστική λογική υπαγορεύει ότι η παράθεση ανάλογων αιτημάτων δίπλα σε άλλα ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη και τη λειτουργία της μετεκπαίδευσης, εμφανίζει θολό και προσχηματικό το αίτημα για δημοκρατική δημόσια μετεκπαίδευση και λειτουργεί εκ των πραγμάτων υπονομευτικά και αποπροσανατολιστικά. Οι μετεκπαιδευόμενοι-ες δεν έχουν κανενός είδους ιδιαίτερες ανάγκες «σίτισης», «μεταφοράς» και «γραφικής ύλης», σε σχέση με τους υπόλοιπους συναδέλφους. Δεν είναι απλώς ζήτημα «λαϊκισμού», είναι ζήτημα στοιχειώδους σοβαρότητας απέναντι στην κοινωνία και τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Αρκεί το αίτημα της Δ.Ο.Ε.: «Να ζούμε με αξιοπρέπεια από το μισθό μας» (Ανοιχτή Επιστολή στους Εκπαιδευτικούς – Δ.Ο.Ε., Σεπτέμβριος, 2006). Το ίδιο ισχύει και για το προοδευτικό άλλοθι ενάντια στην «εντατικοποίηση» και τη γενική συζήτηση για την «αύξηση των δαπανών». Τα αιτήματα αυτά όταν δεν συντίθεται κριτικά στην εσωτερική παραγωγή ενός αυθεντικού, στοχευμένου και ριζοσπαστικού λόγου για τη μορφή και το περιεχόμενο της μετεκπαίδευσης και του σχολείου, λειτουργεί ως Δούρειος Ίππος για την άλωση του θεσμού από το «φιλελευθερισμό», στο όνομα του “εξορθολογισμού”, του “εκσυγχρονισμού” ή της αναβάπτισης της μετεκπαίδευσης στα πλαίσια ενός στενού και κατ’ επίφαση κοινωνικά/πολιτικά ουδέτερου «επαγγελματισμού» του εκπαιδευτικού[15].

Τελικά η κοινωνία και οι εργαζόμενοι γονείς, σε καιρούς δύσκολους, έχουν δικαίωμα να αξιώνουν την εξαργύρωση των σχετικών δημοσίων δαπανών σε μορφωτικό νόμισμα ή δυνατόν τοις μετρητοίς και άμεσα.

Η μετεκπαίδευση μέχρι σήμερα παρουσιαζόταν, και ήταν μέχρι ενός σημείου, ως «περιφερειακή» δραστηριότητα[16]. Η Δ.Ο.Ε. μέχρι σήμερα δεν έθεσε το ζήτημα της μετεκπαίδευσης άμεσα, στη βάση της – να γίνει, με άλλα λόγια, αντικείμενο ανοιχτού διαλόγου στους Συλλόγους Δασκάλων Π.Ε., ως καθοριστικό και κεντρικό ζήτημα της σχέσης εκπαιδευτικών – μόρφωσης – κοινωνίας. Αποτελεί κρίσιμο και ζωτικό ζήτημα για την κοινωνία η διεύρυνση της συμμετοχής στην ίδια τη διαδικασία παραγωγής της γνώσης, στην επιστημονική παιδαγωγική έρευνα εν προκειμένω. Ο μόνος λοιπόν τρόπος για να βρεθεί η Μετεκπαίδευση στο «κέντρο» του διαλόγου για την εκπαίδευση και την παιδεία είναι η ουσιαστική της σύνδεση με την εκπαιδευτική θεωρία και πράξη και την προοπτική της αναβάθμισης του σημερινού σχολείου.[17]. Με άλλα λόγια είναι ανάγκη η μετεκπαίδευση να συμβάλλει με συγκεκριμένους και αποτελεσματικούς τρόπους σε μια γενικότερη μορφωτική προσπάθεια, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα της προσχολικής και δημοτικής εκπαίδευσης, «σήμερα» και όχι σε ένα μέλλον μακρινό και απροσδιόριστο. Οι όροι και οι προϋποθέσεις υπάρχουν και μπορούν να διαμορφωθούν σε συνθήκες μιας ολοκληρωμένης ανάλυσης/διαλόγου. Η Διδασκαλική Ομοσπονδία χρειάζεται να αγκαλιάσει και να στηρίξει ειλικρινά και ξεκάθαρα το θεσμό, να τον αξιοποιήσει και να τον προσανατολίσει προς όφελος του σχολείου και της κοινωνίας συνολικά. Να συγκροτήσει με άλλα λόγια εκείνα τα κοινωνικά, και εν τέλει πολιτικά, υποκείμενα γύρω από ένα εναλλακτικό συλλογικό όραμα εξόδου από την παρούσα κατάσταση. Να τιμήσει τους αγώνες και τις αγωνίες χιλιάδων ανθρώπων, για μια ολόπλευρη και δημοκρατική παιδεία, σε μια κοινωνία που δε θα μετρά τον πλούτο της σε επίπλαστες συμπεριφορές του μεταμοντέρνου καταναλωτισμού. Μπορούμε να «ανεβούμε λίγο ψηλότερα…» Ειδάλλως, ο «νεοφιλελευθερισμός» και η αγορά, προϊόντος του χρόνου, θα αρχίσουν να ζητάνε και να παίρνουν πίσω τα «δώρα» τους.

 

Γιάννης Κάσκαρης, Δημήτρης Τζήκας, Ευθύμης Τσιλικίδης

Μετεκπαιδευόμενοι στο Διδασκαλείο του Π.Τ.Δ.Ε. - Α.Π.Θ. «Δημήτρης Γληνός» (2007- 2008, 2008-2009)

 

*        Δημοσιευμένο άρθρο στην “Εκπαιδευτική Κοινότητα”, τεύχος 88, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2008 - Ιανουάριος, 2009, σσ. 24-31.



[1] Περισσότερα για την ιστορία του θεσμού, βλέπε: Κοτίνης Χ. (χ.χ.). «Η μετεκπαίδευση των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης». http://www.paremvasis.gr/ek2r.htm Βέβαια, «η σκιαγράφηση της ιστορίας του θεσμού, έστω και σε αδρές γραμμές, είναι απαραίτητη γιατί μας επιτρέπει να εντοπίσουμε κεντρικά ζητήματα που αναδείχθηκαν στο παρελθόν και αφορούν τους σκοπούς και το περιεχόμενο της μετεκπαίδευσης, ώστε να μπορέσουμε να εξετάσουμε εάν και πώς αυτά τα ζητήματα συνεχίζουν να τίθενται, απαιτώντας σύγχρονες απαντήσεις» (Γρόλλιος, 2007). Στο κείμενό μας δίνεται έμφαση στην κριτική επεξεργασία των θέσεων της Δ.Ο.Ε. για τη μετεκπαίδευση παρά σε μια γενική επισκόπηση της σχετικής συζήτησης για τη μετεκπαίδευση και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σχετικά βλέπε: Γρόλλιος, Γ. (2007). «Σκοποί και Προγράμματα Σπουδών των Διδασκαλείων Δημοτικής Εκπαίδευσης» στα Πρακτικά Συνεδρίου "Η Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και οι προκλήσεις της εποχής μας" (ηλεκτρονική μορφή, επιμ. Καψάλης, Γ. - Κατσίκης, Α.). Ιωάννινα: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – Σχολή Επιστημών Αγωγής, σσ. 422-429 http://www.paremvasis.gr/2008/ek130308.htm

[2] Βλέπε: Δ.Ο.Ε.-Ι.Π.Ε.Μ. (2001). Πρακτικά Ημερίδας: Το παρόν και το μέλλον της Μετεκπαίδευσης, και, Δ.Ο.Ε.-Συντονιστικό Διδασκαλείων (επιμ.) (2006). Πρακτικά Ημερίδας: Το παρόν και το μέλλον των Διδασκαλείων. Αθήνα: Δ.Ο.Ε.

[3] Αναφέρουμε ενδεικτικά τη διεξαγωγή Ημερίδας του Ο.ΕΠ.ΕΚ., με θέμα: «Ο ρόλος της επιμόρφωσης στην ποιοτική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος» (Θεσσαλονίκη, 07.06.2008), και, το Συνέδριο του Π.Ι. με θέμα: «Επιμόρφωση στελεχών της εκπαίδευσης: Δράσεις – Αποτελέσματα – Προοπτικές» (Βόλος, 19-20.06.2008).

[4] Μια δυνατότητα, σε αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσε να είναι η αξιοποίηση της διδακτικής εμπειρίας των εκπαιδευτικών στα Διδασκαλεία με την εισαγωγή στα Προγράμματα Σπουδών, σειράς συναντήσεων/σεμιναρίων στις οποίες προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές, μαζί με τους μετεκπαιδευόμενους και μέλη ΔΕΠ, θα μπορούσαν να συνδιαμορφώνουν την προοπτική μιας κριτικής στη θεωρία της παιδαγωγικής σχέσης. Δυναμώνοντας έτσι το κριτήριο θεωρίας και πράξης στην πορεία μιας αναστοχαστικής και κριτικής συνειδητής σχέσης με την πραγματικότητα του σχολείου (αποτίμηση σχολικών βιβλίων και της λογικής τους, ζητήματα που προκύπτουν στη διδασκαλία μέσα στην τάξη, προετοιμασία διεξαγωγή μαθημάτων στο σχολείο, το θεσμικό, πολιτισμικο-πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο μαθητών/εκπαιδευτικών κ.ά.).

[5] «Έχω τη γνώμη ότι η μετεκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει ως μία Σχολή Κατάρτισης Στελεχών κατ’ αρχήν» (Δήμου Γ. Η., στο Δ.Ο.Ε.-Ι.Π.Ε.Μ., σ. 13). «… Η μετεξέλιξη των Διδασκαλείων σε Διδασκαλεία με αποστολή την παροχή ειδίκευση, δεν φαίνεται να πείθει. Η περίπτωση η οποία συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες υλοποίησης, (…) είναι η κατάρτιση στελεχών εκπαίδευσης (Κιτσάρας Γ., στο Δ.Ο.Ε.-Ι.Π.Ε.Μ., 2001, σ. 48).

[6] Η διεξαγωγή της μετεκπαίδευσης από τα Π.Τ.Δ.Ε. των ΑΕΙ ακυρώνει σε ένα βαθμό το ενδεχόμενο η μετεκπαίδευση να υπαχθεί στη λογική της «ευέλικτης επιμόρφωσης». Όπως επισημαίνεται, «η λογική της ευέλικτης επιμόρφωσης δεν κυριαρχεί στα προγράμματα σπουδών των Διδασκαλείων, παρά το γεγονός ότι αυτά ιδρύθηκαν σε μια εποχή πολύπλευρης προβολής της τόσο στην κοινωνία και την εκπαίδευση γενικά, όσο και στα ζητήματα της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, ειδικότερα» (Γρόλλιος, 2007).

[7] Όσο καλλιεργείται η επίφαση του ουδέτερου χαρακτήρα της μετεκπαίδευσης, όπου ο εκπαιδευτικός νοείται ως υπάλληλος που διαχειρίζεται την παιδαγωγική σχέση και το φαινόμενο της μάθησης με όρους επαγγελματία της διδασκαλίας, τόσο περισσότερο αποκρύπτεται και αποσιωπάται το πολιτικό σημαινόμενο, μέσα από την άσκηση του διοικητικού ελέγχου, που μετεξελίσσεται δια μέσου του ίδιου συμβολικού δικτύου εξουσίας (και γνώσης), σε κοινωνικό και παιδαγωγικό έλεγχο. Η λογική που εξαντλεί την ‘αξία’ και τη ‘σημασία’ του τίτλου σπουδών των Διδασκαλείων στην προσαύξηση μορίων για την κάλυψη μιας θέσης στελέχους εκπαίδευσης συνδέεται αναπόφευκτα και με συγκεκριμένες αντιλήψεις σχετικά με το ρόλο των στελεχών της εκπαίδευσης στην νομιμοποίηση κυβερνητικών επιλογών σε ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής. Ιδιαίτερα κάτω από τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στις τελευταίας «κρίσεις στελεχών της εκπαίδευσης», όπου η διαδικασία άμεσου διορισμού υποκαταστάθηκε με προσχήματα και ρητορείες αναφορικά με την ‘αξιοκρατία’ και την ‘αντικειμενική επιλογή’ των κατάλληλων ανθρώπων για την ‘ομαλή’ εφαρμογή πολύ συγκεκριμένων κατευθύνσεων στην εκπαίδευση, ανανεώνοντας και αναπαράγοντας με αυτόν τον τρόπο νεοσυντηρητικές, νεοφιλελεύθερες και ταξικού χαρακτήρα επιλογές στην εκπαιδευτική πολιτική.

[9] Εξάλλου, μέχρι σήμερα, έχει μετεκπαιδευτεί, και μετεκπαιδεύεται, ένας αρκετά σημαντικός αριθμός συναδέλφων εκπαιδευτικών, ενώ η ίδρυση και λειτουργία του νέου Διδασκαλείου στην Αλεξανδρούπολη, όπως προβλεπόταν εξαρχής, ανταποκρίνεται στα πάγια αιτήματα της Δ.Ο.Ε. για την αύξηση του αριθμού των διδασκομένων στα Διδασκαλείων της χώρας.

[10] Τη σύγχυση οξύνει η θέση της Δ.Ο.Ε. για την «ουσιαστική συμμετοχή των μετεκπαιδευόμενων στην κατάρτιση των προγραμμάτων», τη στιγμή που είναι γνωστό ότι τα προγράμματα των μεταπτυχιακών δεν ορίζονται σε καμία περίπτωση από τους φοιτητές-ριες τους, βρίσκονται δε σε διαρκή εκκρεμότητα και, σε κάθε περίπτωση, παρουσιάζονται πιο ρευστά και ασταθή από τα προγράμματα των Διδασκαλείων.

[11] Όπως έχει διατυπωθεί, παρόλο που είναι φανερό ότι η λογική της παραγωγής στελεχών της εκπαιδευτικής ιεραρχίας μέσω της μετεκπαίδευσης είναι υπαρκτή στα προγράμματα σπουδών των Διδασκαλείων, ωστόσο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κυρίαρχη (Γρόλλιος, 2007). Βέβαια «είναι πιθανό να ενισχυθεί στο μέλλον στις συγκεκριμένες συνθήκες της νεοφιλελεύθερης – νεοσυντηρητικής κυριαρχίας στην εκπαίδευση και την κοινωνία. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι απαραίτητο η λογική της παραγωγής στελεχών να αντιμετωπίζεται όχι μόνο στο επίπεδο του σχεδιασμού των προγραμμάτων αλλά και στο επίπεδο της συνείδησης των δασκάλων, ιδιαίτερα εκείνων που φοιτούν στα Διδασκαλεία και είναι εύκολο να επηρεαστούν από το δέλεαρ της προοπτικής της ατομικής ανόδου στην εκπαιδευτική ιεραρχία ή/ και του ατομικού (και πάλι) οφέλους της ταύτισης των σπουδών τους με μια διαδικασία αγοράς ατομικών προσόντων στο όνομα της απόλυτης ελευθερίας επιλογών» (Γρόλλιος, 2007).

[12] Η θέση της Ομοσπονδίας είναι: «Να ιδρυθούν Διδασκαλεία μετεκπαίδευσης και στα υπόλοιπα Παιδαγωγικά Τμήματα της χώρας (την ίδρυση προβλέπει ο Ν. 2327/95).

[13] Το παράδειγμα του Διδασκαλείου Π.Τ.Δ.Ε.-Α.Π.Θ. «Δημήτρης Γληνός» είναι ενδεικτικό, εισάγοντας στο πρόγραμμα σπουδών της μετεκπαίδευσης την εκπόνηση Ερευνητικών Προγραμμάτων (εκδίδοντας και σχετικούς τόμους όπου δημοσιεύεται η πλειονότητα των Προγραμμάτων, βλπ.: www.eled.auth.gr/didaskaleio/), μια προσπάθεια που μπορεί να αποτιμηθεί και να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο.

[14] Είναι προσβολή για την ιστορία του κλάδου η «ανέξοδη» δημοσιοποίηση αιτημάτων για «δωρεάν εισιτήρια» και «σίτιση», «επιδομάτων παραμεθορίου», αναφερόμαστε συγκεκριμένα στις θέσεις κάποιων Συλλόγων Μετεκπαιδευομένων (Βλέπε σχετικά: την κοινοποιημένη Ανακοίνωση του Συλλόγου Μετεκπαιδευόμενων Δασκάλων και Νηπιαγωγών του Μαράσλειου Διδασκαλείου & Διδασκαλείου Νηπιαγωγών, 10-01-2008, http://www.marasleio.com/anakoinoseis.htm στους αντίστοιχους Συλλόγους των υπόλοιπων Διδασκαλείων, αιτήματα –μεταξύ άλλων- του Συλλόγου Μετεκπαιδευομένων Π.Τ.Δ.Ε. – Α.Π.Θ. «Δημήτρης Γληνός», 05-02-2008, http://www.eled.auth.gr/didaskaleio/nea_anakoin_syl.htm, παλαιότερο σχετικό έγγραφο Γ.Σ. του Συλλόγου Μετεκπαιδευομένων Εκπαιδευτικών στα Διδασκαλεία του Πανεπιστημίου Κρήτης "Έλλη Αλεξίου", 06-03-200, http://www.edc.uoc.gr/didkritis/syllogos/index.htm, το παλίμψηστο για τη μετεκπαίδευση όπως τη φαντάζονται ορισμένοι εκπαιδευτικοί αποτυπώνεται και στο κείμενο του Δημήτρη Μελέτη, «Η μετεκπαίδευση που βιώσαμε και πώς τη φανταζόμαστε στο μέλλον», σσ. 25-28, στο Δ.Ο.Ε.-Συντονιστικό Διδασκαλείων (επιμ.) (2006). Πρακτικά Ημερίδας: Το παρόν και το μέλλον των Διδασκαλείων. Αθήνα: Δ.Ο.Ε. όπου παρατάσσονται αιτήματα καταβολής οδοιπορικών, μειωμένου εισιτηρίου, αριθμητική μετρήσιμων μορίων για τη στελέχωση της εκπαίδευσης δίπλα σε αιτήματα αναβάθμισης σπουδών και μαζικοποίησης του θεσμού.

[15] «Η έμφαση στην επιμόρφωση [του εκπαιδευτικού] συνδέεται άμεσα με την μετατόπιση της οπτικής από μια αντίληψη του εκπαιδευτικού έργου ως ηθικής και παιδαγωγικής αποστολής προς μια επαγγελματική θεώρηση. (…) Στη βάση ενός ανοικτού επαγγελματισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ευελιξία και προσαρμοστικότητα στα νέα εκπαιδευτικά και κοινωνικά δεδομένα. (…) Η υιοθέτηση ενός νέου σχήματος επαγγελματισμού των εκπαιδευτικών κρίνεται απαραίτητη σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο» (Κατσίκη-Γκίβαλου, 2006, σ. 40). Βλέπε: Κατσίκη-Γκίβαλου Ά. (2006). «Τα Διδασκαλεία Δημοτικής Εκπαίδευσης και οι προοπτικές τους. Η περίπτωση του Μαρασλείου Διδασκαλείου», σσ. 40-45, στο Δ.Ο.Ε.-Συντονιστικό Διδασκαλείων (επιμ.). Πρακτικά Ημερίδας: Το παρόν και το μέλλον των Διδασκαλείων. Αθήνα: Δ.Ο.Ε.

[16] «Σας έφερα, να δείτε μια αντίστοιχη διαδικασία που έκανε το Ινστιτούτο Έρευνας της Δ.Ο.Ε. το 2001 με το ίδιο θέμα. Θα ρώταγε κανείς «τι άλλαξε από τότε;» (…) Τι άλλαξε από το 2001 για να χρειάζεται να αλλάξουμε προτάσεις; (…) Για να μπορέσουμε να λύσουμε ζητήματα, θα πρέπει πρώτα εμείς οι συνάδελφοι να σκεφτούμε: «Τι είναι η μετεκπαίδευση για μας, τι είναι για τον κλάδο;»» (Μπράτης, 2006, σ. 29) [Βλέπε: Μπράτης Δ. (2006). «Η εξέλιξη του θεσμού της μετεκπαίδευσης. Τα προβλήματά της και οι προτάσεις της Δ.Ο.Ε. για το μέλλον της», σσ. 29-34, στο Δ.Ο.Ε.-Συντονιστικό Διδασκαλείων (επιμ.). Πρακτικά Ημερίδας: Το παρόν και το μέλλον των Διδασκαλείων. Αθήνα: Δ.Ο.Ε.].

[17] «Να δίνεται η δυνατότητα στα πλαίσια των μαθημάτων που διδάσκονται οι μετεκπαιδευόμενοι, για έρευνες, εργασίες και δραστηριότητες, με στόχο την παρέμβαση στην Εκπαιδευτική πράξη και την εφαρμογή καινοτόμων ιδεών στο χώρο της Εκπαίδευσης» (Δ.Ο.Ε. – Θέσεις για την Μετεκπαίδευση, www.doe.gr). Απομένει να κατατεθεί μια περισσότερο συστηματική και συγκεκριμένη διατύπωση της συγκεκριμένης θέσης. Να τεκμηριωθεί επιστημονικά, παιδαγωγικά και εν τέλει πολιτικά, στο βαθμό που είναι θέση ενός κορυφαίου συνδικαλιστικού οργάνου, το οποίο κάνει «πολιτική» συνδέοντας τα αιτήματα του με ευρύτερες ανάγκες της κοινωνίας.

 

[Περιεχόμενα Αρθρων]

[άρθρα προηγούμενων ετών]

[Κεντρική Σελίδα]

[εισαγωγική σελίδα]

[Forum]

 

 

 

 

 

Τα καλύτερα στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στην τηλεόραση



hypnosis



Το νέο βιβλίο της ψυχολόγου Νένας Γεωργιάδου