Στον
απόηχο του όπλου
«Μονάχα
τα καρπούζια παρέμειναν
ατάραχα, δίχως να πάρουν
είδηση την καταιγίδα της
τελευταίας νύχτας»
Ο απλός
πολίτης θα πρέπει να
αισθάνεται σήμερα, μετά
τα όσα τραγικά συνέβησαν
και τα όσα θλιβερά
ειπώθηκαν τις τελευταίες
μέρες, ότι περιττεύουν
οι ειδήμονες και οι εκ
των υστέρων προφήτες.
Επειδή όμως νιώθει
κανείς το χρέος να μη
σωπάσουν ούτε να
αποσιωποιηθούν οι
πράξεις και τα
γεγονότα, γι’ αυτό θα
προσπαθήσω να ψηλαφήσω
ορισμένες από τις αιτίες
που μπορώ να διακρίνω,
χωρίς να φεισθώ ευθυνών.
Το ξέσπασμα αυτό της
οργής και της βίας που
ζήσαμε θα πρέπει κάπως
να αιτιολογηθεί, για να
μπορέσει να επιδράσει
πολιτικά και να μη
μείνει γράμμα νεκρό στα
κατάστιχα της ιστορίας.
Πού θα αναζητηθούν όμως
πρώτιστα οι αιτίες;
Ίσως δε
χρειάζεται να ψάξουμε
πολύ μακριά: αν
αφουγκραστούμε τις φωνές
των νέων που
εγκαταλείπουν την
αδιέξοδη επαρχία μας
αναζητώντας στη
μεγαλούπολη τη μοίρα
τους, τις φωνές των
λυκειόπαιδων της πόλης ή
πάλι τις φωνές των
μαθητών του νυχτερινού
σχολείου έξω από το
παράθυρό μας, δεν μπορεί
παρά να αναρωτηθούμε:
αυτό το ποτήρι ποιος θα
το πιεί;
Το ποτήρι
που καλείται να πιεί μια
σημαντική μερίδα της
σημερινής νεολαίας
λέγεται απαξίωση,
αδιέξοδο και αδιαφορία,
έχει δε προετοιμαστεί
και σερβίρεται από
καιρό. Δεν είναι δα
δημιούργημα των νυν
κρατούντων. Αυτοί ίσως
απλώς να πρόσθεσαν το
κάτι παραπάνω στη
συνταγή.
Είμαι
δηλαδή της γνώμης ότι τα
γεγονότα των
τελευταίων ημερών
μόνον όσοι εθελοτυφλούν
θα τα θεώρησαν ως
κεραυνό εν αιθρία. Ήταν
ένας αναμενόμενος
πυροβολισμός, του
οποίου έπονται
αντίλαλοι. Διότι το
πρόβλημα δεν υπήρξε
μόνον ο νεκρός έφηβος
των Εξαρχείων και η
ανεύθυνη συμπεριφορά
ενός (ακόμη!)
αστυνομικού. Μέρος του
προβλήματος είναι
επίσης το γεγονός ότι
ορισμένοι νέοι των
15-18 χρόνων, στο τέλος
της εφηβείας, δεν
απέχουν από το να
λειτουργούν σαν ένα
είδος μεταναστών στην
κοινωνία: προσπαθούν να
βρουν κάποια θέση μέσα
στο όλο αντιφατικό
σύμπλεγμα. Με την
οξυμένη ― και αρκετά
μονόπλευρη, είναι η
αλήθεια ― ευαισθησία
τους, βιώνουν έντονα τα
συμπτώματα καχεξίας και
παραλογισμού στην
οργάνωση της κοινωνίας
μας, ιδίως μέσα από την
ανισότητα και την
αναποτελεσματικότητα των
αντίστοιχων
εκπαιδευτικών βαθμίδων.
Η δυσλειτουργούσα όμως
εκπαίδευση δεν μπορεί
να καλύψει το
οποιοδήποτε χάσμα
δημιουργείται μέσα στην
ψυχή του νέου,
εξαιτίας της
αντιπαλότητάς του με
μια μάλλον δυσμενή
κοινωνική
πραγματικότητα, της
οποίας μάλιστα οι δεσμοί
συνοχής τελούν
καθημερινά υπό
αμφισβήτηση (βλέπε
παρανομίες) ή
λειτουργούν λόγω
κεκτημένης ταχύτητας
(βλέπε δημόσια
εκπαίδευση) και συχνά
επιλεκτικά (βλέπε
ευνοιοκρατία).
Επαναλαμβανόμενα
πλην απαράδεκτα
φαινόμενα, όπως, για
παράδειγμα, η παγίωση
του εθίμου των
καταλήψεων και οι
επακόλουθες
καταστροφές στα
σχολεία, θα έπρεπε να
έχουν προβληματίσει
εντατικότερα ιθύνοντες,
διδάσκοντες και γονείς,
γιατί καθιστούν
περισσότερο άκυρη τη
δημόσια εκπαίδευση,
ενώ ταυτόχρονα
υπονομεύουν την όποια
έκφραση πολιτικού λόγου
και κριτικής από μέρους
του μαθητικού
κινήματος.
Γι’ αυτό
οι συνθήκες του φόνου
και το ίδιο το
γεγονός του θανάτου
του νεαρού Αλέξη
προκάλεσαν εύλογα την
αγανάκτηση και τις
διαμαρτυρίες πλήθους
νέων ανθρώπων, ενώ
ταυτόχρονα
λειτούργησαν
συμβολικά,
αναδεικνύοντας έναν
συσσωρευμένο όγκο
κοινωνικών
προβλημάτων,
υπογραμμίζοντας τα
αδιέξοδα και την
αδυναμία
αντιμετώπισής τους,
όχι μόνον από μέρους
της τρέχουσας πολιτικής
ηγεσίας αλλά, κατά τη
γνώμη μου, και από
μεγάλο μέρος της
ελληνικής κοινωνίας.
Και τώρα τι;
Αντίδοτο
στα ενδογενή προβλήματα
κάθε κοινωνίας
αποτελεί, θέλω να
πιστεύω, η δημόσια
διαβούλευση, που θέτει
και εξετάζει τα ζητήματα
ενώπιον όλων των
θιγόμενων, χωρίς
περιστροφές και
υστεροβουλίες. Η
πρακτική της
διαβούλευσης θα
έπρεπε να χαρακτηρίζει
την καθημερινή μας
συμπεριφορά στην
αντιμετώπιση
προβλημάτων τα οποία
ανακύπτουν τόσο στην
οικογενειακή
μικρόσφαιρα όσο και στο
ευρύτερο εργασιακό και
δημόσιο περιβάλλον.
Διότι, ούτε λίγο ούτε
πολύ, αυτή αποτελεί
τον πυρήνα της
δημοκρατικής
διαδικασίας, εφόσον
καθιστά καθέναν από
εμάς ενήμερο και
συνυπεύθυνο για ό,τι
συμβαίνει και
ταυτόχρονα κοινωνό
στο πνεύμα της
δημοκρατίας και
εντέλει του
ανθρωπισμού.
Δυστυχώς, αν και η
άμεση και δημόσια
διαβούλευση
επιβάλλεται ως
επιλογή στην
αντιμετώπιση κρίσιμων
καταστάσεων, ιδίως
στα πλαίσια μιας
δημοκρατικής
πολιτείας, δεν την
είδαμε ωστόσο να
υπερισχύει τις
τελευταίες μέρες, ούτε
απέναντι στις
εκδηλώσεις βίας και
διαμαρτυρίας ούτε
απέναντι στις
δημοσιογραφικού
τύπου αναμεταδόσεις
γεγονότων και
απόψεων, τις τόσο
επικαθοριζόμενες
από τις ανάγκες της
λάγνας θεαματικότητας.
Την παράσταση
έκλεψαν, αντίθετα, οι
πολύ γνώριμες και
παραδεδομένες εγχώριες
τακτικές, όπου η
παρακρατική βία, από
τη μια, και η αντίποδή
της αντικαθεστωτική
εξαλλοσύνη, από την
άλλη, ξεχύθηκαν με
καταστροφικά
αποτελέσματα στους
δρόμους, εις βάρος της
πολιτικής διαβούλευσης
και της νοημοσύνης μας.
Το ίδιο βράδυ, άλλοι
πήγανε στα μπουζούκια
και την άλλη μέρα
γήπεδο για μπάλα, παρά
τον αναβρασμό.
Αλλά
ακριβώς την απουσία της
δημόσιας διαβούλευσης
βιώνουν περισσότερο
από όλους οι νέοι, τη
στιγμή που οι
κοινωνικές εξελίξεις
στη χώρα και οι
διαμορφωμένες
συνθήκες θα επέβαλλαν η
διαδικασία αυτή να
προβλέπεται με
κάποιον τρόπο,
τουλάχιστο στις
ανώτερες
εκπαιδευτικές
βαθμίδες. Και δεν
αναφέρομαι σε πρακτικές
του τύπου της «Βουλής
των Εφήβων», οι οποίες
παραμένουν ασκήσεις επί
χάρτου, χωρίς ουσιαστικό
αντίκρυσμα. Μιλώ για
την καθημερινότητα του
σχολικού περιβάλλοντος.
Για ένα σχολείο που να
διδάσκει το δημοκρατικό
ήθος στην πράξη, και
όχι μέσα από τη
δραματική ειρωνεία της
μονόωρης διδασκαλίας του
Επιταφίου λόγου
στην τάξη των
τελειόφοιτων. Εμείς, η
συντριπτική
πλειονότητα των
διδασκόντων, δε γυρέψαμε
ένα τέτοιο σχολείο για
εμάς και τα παιδιά μας
και, χειρότερο ακόμη,
δεν το δημιουργήσαμε,
όπως θα οφείλαμε.
Κάπως
έτσι, θα έλεγα, φτάσαμε
στο σημείο να ξεσπάσει
σε τέτοιο βαθμό η
διάσταση, η οποία
σοβεί πάντα, με διάφορες
μορφές, στους κόλπους
κάθε πλουραλιστικής
κοινωνίας και η οποία,
ενίοτε, καταλήγει να
εκδηλώνεται ως στάση.
Όπως συμβαίνει ενίοτε,
τις τραγικές μας
ελλείψεις τις πληρώσαμε
με αίμα, αγγίξαμε δηλαδή
και πάλι τα όρια της
βαρβαρότητας. Ας
μετρήσουμε τώρα τις
πληγές: ένα τραγικό
θύμα, ο Αλέξης· ένα
δεύτερο, ο αστυνομικός
που μπέρδεψε, όπως
μαρτυρείται, τις
γεννητικές του
λειτουργίες με τα
ξεσπάσματα του θυμικού
του· κι ακόμη, τα
δύστυχα τα παιδιά του,
οι γονείς, η σύζυγος…
και ποιος ξέρει πού
σταματάει το μέτρημα σ’
αυτές τις περιπτώσεις…
Όσο η
λογική και
εποικοδομητική του
συνόλου διαβούλευση δε
θα επιλέγεται στην
Ελλάδα ως συγκροτημένη,
δηλαή πολιτική,
αντίδραση, τόσο το
κοινωνικό ήθος που
ανανεώνει τη λειτουργία
των θεσμών και διατηρεί
σε ισχύ το κοινωνικό
συμβόλαιο θα υποχωρούν,
αντί να ενδυναμώνονται.
Οι μορφές βαρβαρότητας
που παράγουμε καθημερινά
με τον καιροσκοπισμό,
την ιδιοτέλεια και την
αδιαφορία μας θα
στραφούν και πάλι
ενάντια στα ίδια μας τα
παιδιά. Αυτά θα δρέψουν
ξανά τους καρπούς της
αφροσύνης. Διότι δεν
έχουν να αντιμετωπίσουν
μονάχα τις δυσχέρειες
της οικονομικής
αποδυνάμωσης, που είναι
ήδη εντός των πυλών,
έχουν επίσης να
αντιμετωπίσουν πρόσωπα
και θεσμούς που
απαξιώνουν σε καθημερινή
βάση την προσωπικότητά
τους και το ρόλο τους,
με τον ίδιο τρόπο που
απαξιώνουν τους απλούς
πολίτες καθημερινά
δημόσιοι υπάλληλοι και
επιτηδευματίες, γιατί
εκείνοι δεν είναι
«γνωστοί» και γιατί δε
«λαδώνουν».
Είναι
καιρός, θαρρώ, για μια
επανάσταση στους
θεσμούς, τους τρόπους
και τις συμπεριφορές
μας. Ήδη ο Αλέξης
προστέθηκε στη χορεία
εκείνων στους οποίους
την οφείλουμε αυτήν την
επανάσταση. Και επειδή
τον κλάδο μου
των
εκπαιδευτικών αφορά
περισσότερο η τύχη της
εκπαίδευσης, δεσμεύομαι,
από την πλευρά μου, να
επανέλθω επαναστατικά με
το νέο χρόνο.
28-12-2008
chtabakis@sch.gr
*
Φιλόλογος (Λύκειο
Ματαράγκας Αιτ/νίας),
υποψήφιος
Δρ Φιλοσοφίας
(Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων).