Μεταπτυχιακές Σπουδές και Μετεκπαίδευση, ανάγκη αποσαφήνισης και επαναπροσδιορισμού:
Ένα ανοικτό πρόβλημα προς επίλυση.
Συνεργάστηκαν για την γραπτή
παρουσίαση του άρθρου:
Εισαγωγή
Έχει παρατηρηθεί ότι την τελευταία
δεκαετία αναπτύχθηκαν ραγδαία πολλά μεταπτυχιακά προγράμματα σ’
όλα τα Παιδαγωγικά Τμήματα Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π.Τ.Δ.Ε.) της
χώρας, ενώ συγχρόνως διευρύνθηκε και αποκεντρώθηκε ο θεσμός της
μετεκπαίδευσης. Ταυτόχρονα αποτελεί γεγονός ότι οι συναφείς
όροι μεταπτυχιακές σπουδές και μετεκπαίδευση είναι στενά
συνδεόμενοι, αλληλοδιαπλέκονται και σε μερικά σημεία
αλληλοεπικαλύπτονται με αποτέλεσμα να επικρατεί συχνά σύγχυση
σχετικά με τους σκοπούς, τους στόχους και τις λειτουργίες τους
στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι
να συμβάλλει στη θεσμοθέτηση ενός αναγκαίου και διαρκούς
διαλόγου σχετικά με την εξελικτική πορεία των παραπάνω θεσμών,
επιχειρώντας μια όσο το δυνατό σφαιρική θέαση του πεδίου
μεταπτυχιακά προγράμματα (Μ.Π.Σ.) και Προγράμματα Σπουδών
Διδασκαλείων Μετεκπαίδευσης (Π.Σ.Δ.Μ.)
Μέθοδος εργασίας
Στο πλαίσιο του παραπάνω σκοπού
και με βάση το ερευνητικό μας ενδιαφέρον, τα τελευταία χρόνια
σχετικά με το θεσμό της μετεκπαίδευσης στη χώρα μας,
παρουσιάζουμε τμήμα
συνολικότερης ερευνητικής προσέγγισης. Αρχικά επιχειρείται μια
αποσαφήνιση των παραπάνω όρων μέσω της εξέτασης των σκοπών τους
(Κανονισμός σπουδών του
Π.Τ.Δ.Ε. Αθηνών
και της μετεκπαίδευσης
(Ν. 2327/95)). Στη
συνέχεια συγκρίνονται οι προσανατολισμοί εξειδικεύσεων των Μ.Π.Σ.
με τους αντίστοιχους προσανατολισμούς, οι οποίοι αναπτύσσονται
στα Π.Σ.Δ.Μ. με στόχο να εντοπιστούν οι διαφορές και τα σημεία
σύγκλισης τους. Τέλος, αναφέρονται μερικά συμπεράσματα, ο
κριτικός σχολιασμός τους και διατυπώνονται προτάσεις για τα
προγράμματα σπουδών των Διδασκαλείων Μετεκπαίδευσης.
Αποτελέσματα της έρευνας
Δύο διακριτές και
αλληλοσυμπληρούμενες λειτουργίες
Από τη μελέτη των σκοπών των
Μ.Π.Σ και των Π.Σ.Δ.Μ προκύπτει πώς ο κύριος σκοπός των Μ.Π.Σ.
είναι η προετοιμασία εξειδικευμένων επιστημόνων ώστε να
καταστούν σταδιακά ικανοί να εμβαθύνουν και να αναπτύξουν τα
επιμέρους επιστημονικά πεδία των τμημάτων συμβάλλοντας
συνολικότερα στην ανάπτυξη των Π.Τ.Δ.Ε., ως ακαδημαϊκών
οργανισμών. Αντίθετα κύριος σκοπός της μετεκπαίδευσης είναι κατ’
αρχήν η παρακολούθηση των νέων επιστημονικών εξελίξεων σε όλα τα
επιστημονικά πεδία και εν συνεχεία η παροχή ευκαιριών, μέσω
βιωμένων εμπειριών για ευρύτερες διασυνδέσεις και ενοποιήσεις
επιστημονικών πεδίων ώστε οι ίδιοι να ανταποκρίνονται με
επιτυχία στο έργο τους, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην
ανάπτυξη της εκπαίδευσης γενικότερα και των σχολικών μονάδων
ειδικότερα. Υπό αυτή την οπτική διατηρούν δύο σαφώς διακριτές
λειτουργίες στο εκπαιδευτικό σύστημα: μια ακαδημαϊκή, η οποία
αντιστοιχεί στα μεταπτυχιακά προγράμματα και μια επαγγελματική,
η οποία αντιστοιχεί στα προγράμματα μετεκπαίδευσης. Είναι σαφές
ότι οι δύο λειτουργίες δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά
αλλητροφοδοτούνται και αλληλοεμπλουτίζονται.
Προσανατολισμοί «εξειδικεύσεων» που δημιουργούν προϋποθέσεις
ταύτισης
Από τη σύγκριση των
προσανατολισμών εξειδίκευσης των Μ.Π.Σ. με τους αντίστοιχους
προσανατολισμούς «εξειδικεύσεων», οι οποίες αναπτύσσονται στα
Π.Σ.Δ.Μ. προκύπτει ότι στα Διδασκαλεία στα οποία έχουν
αναπτυχθεί κατευθύνσεις ή εμβαθύνσεις με τη μορφή «χαλαρής
εξειδίκευσης» ομαδοποιούνται με προσεγγίσεις ενδο-κλαδικής
συνοχής
σε ευρύτερα επιστημονικά πεδία. Τα επιστημονικά πεδία αυτά
συστοιχούνται με τα αντίστοιχα που προσφέρονται στα Μ.Π.Σ. των
αντίστοιχων τμημάτων. Καθίσταται έτσι σαφής η ανάκλαση των
εξειδικεύσεων των Μ.Π.Σ. στα προγράμματα των Διδασκαλείων
προσδίδοντας σ’ αυτά ακαδημαϊκό προσανατολισμό. Στο Μαράσλειο
Διδασκαλείο
στο οποίο δεν έχουν αναπτυχθεί προς το παρόν κατευθύνσεις η
έμφαση δίδεται στην πρακτική άσκηση και στα διακριτά μαθήματα
του δημοτικού σχολείου, χωρίς να φαίνεται η ενσωμάτωση στο
πρόγραμμα, διεπιστημονικών προσεγγίσεων, στο πλαίσιο της
αναγκαιότητας που προκύπτει από την εφαρμογή του Διαθεματικού
Ενιαίου Πλαισίου Προγραμμάτων Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.)
Συμπεράσματα
Με την ολοκλήρωση σχεδόν μιας
δεκαετίας, από τη χρονική στιγμή κατά την οποία, η ευθύνη
σχεδιασμού και ανάπτυξης προγραμμάτων μετεκπαίδευσης ανατέθηκε
στα Π.Τ.Δ.Ε. της χώρας μας και επιχειρώντας μια αποτίμηση της
έως τώρα πορείας συνολικά σε ό,τι αφορά τα προγράμματα σπουδών,
θα μπορούσαμε να επισημάνουμε τα παρακάτω: α)Είναι
εμφανές πως έχει δημιουργηθεί ένα πολύχρωμο τοπίο, με δεδομένες
τις διαφορετικές προσεγγίσεις από τα Διδασκαλεία , εξέλιξη που
αναμφισβήτητα είναι θετική και μπορεί να αξιοποιηθεί
δημιουργικά. β)Όλα τα Διδασκαλεία στην προσπάθεια τους να
ανταποκριθούν στους σκοπούς και τους στόχους τους, έχουν
αναπτύξει προγράμματα στα οποία εκπροσωπούνται όλα τα
επιστημονικά πεδία των αντίστοιχων Παιδαγωγικών Τμημάτων και από
αυτή την άποψη η όλη διαδικασία συνιστά μια επανεκπαίδευση
των εκπαιδευτικών που προσφέρει τις προϋποθέσεις
παρακολούθησης των επιστημονικών εξελίξεων σ’ όλα τα πεδία,
καθώς και την κατάρτισή τους σε νέα γνωστικά αντικείμενα
(Πληροφορική, Περιβαλλοντική Εκπαίδευση κ.λπ.). γ)Η
έννοια της εξειδίκευσης εισάγεται με τους όρους κατεύθυνση και
εμβάθυνση. Οι κατευθύνσεις – εμβαθύνσεις που αναπτύσσονται όμως
συστοιχούνται σχεδόν απόλυτα με τις εξειδικεύσεις που
προσφέρονται στα Μ.Π.Σ. των αντίστοιχων Π.Τ.Δ.Ε. στα οποία είναι
ενταγμένα τα Διδασκαλεία, χωρίς παράλληλα να απαντούν σφαιρικά
στις ανάγκες της ανάπτυξης των σχολικών μονάδων. δ)Τα
προγράμματα σπουδών είναι ακαδημαϊκά
οργανωμένα. Με τον τρόπο αυτό, όμως, η διασύνδεση της γνώσης
επαφίεται στους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι καλούνται, να
συνδυάσουν την «αντικειμενική» γνώση που τους παρέχεται και την
«υποκειμενική» που έχουν οικοδομήσει από τις βιωμένες εμπειρίες
στο χώρο του σχολείου για να ανταποκριθούν όταν επιστρέψουν στα
πολύπλοκα προβλήματα που καλούνται να επιλύσουν στο χώρο
εργασίας τους και ε)Δεν εντοπίσαμε, επίσης, σε κανένα
Διδασκαλείο, θεσμούς που να προωθούν συστηματικά τη συνεχή
εσωτερική αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών, ώστε να
αναπτυχθούν έγκυρα κριτήρια αξιολόγησης, τα οποία θα ήταν εφικτό
να χρησιμοποιηθούν στην προοπτική συνεχούς αυτοέξελιξής τους.
Κριτική προσέγγιση σχολιασμός –
διατύπωση προτάσεων για διάλογο
Σκοπός της παρούσας εργασίας δεν
είναι σε καμία περίπτωση η αξιολόγηση του έργου των Διδασκαλείων
και πολύ περισσότερο του έργου που επιτελείται στα Μ.Π.Σ. των
Τμημάτων αλλά, όπως προαναφέρθηκε, να προσεγγίσει όσο γίνεται
περισσότερο σφαιρικά το πεδίο μεταπτυχιακές σπουδές –
μετεκπαίδευση, με στόχο την επισήμανση ευρύτερων κινδύνων οι
οποίοι εγκυμονούν για το μέλλον των Διδασκαλείων.
Η πρώτη επισήμανση αφορά, την
επικίνδυνη κατά τη γνώμη μας, εξέλιξη που διαμορφώνεται στα
προγράμματα σπουδών της μετεκπαίδευσης σχετικά με τις
κατευθύνσεις – εμβαθύνσεις που αναπτύσσονται διότι: α) δίδεται,
με τον τρόπο αυτό ένας ακαδημαϊκός προσανατολισμός στο πρόγραμμα
σπουδών αντίστοιχος με τα Μ.Π.Σ. των Π.Τ.Δ.Ε. χωρίς να
απαντώνται σφαιρικά οι ανάγκες ανάπτυξης των εκπαιδευτικών και
των σχολικών μονάδων και β) δημιουργούνται προϋποθέσεις
ταύτισης των μεταπτυχιακών σπουδών που λειτουργούν ήδη στα
Τμήματα με τη μετεκπαίδευση και είναι θέμα χρόνου να εκφραστεί
και επίσημα το ερώτημα, ήδη διαχέεται ανεπίσημα, τι
χρειαζόμαστε τη μετεκπαίδευση αφού έχουμε τα μεταπτυχιακά
προγράμματα; Γίνεται εύκολα επίσης κατανοητό ότι η
οποιαδήποτε πολιτική εξουσία υπό το πρόσχημα της «δύσκολης»
οικονομικής συγκυρίας, άλλωστε μια πρώτη απόπειρα βιώσαμε
σχετικά πρόσφατα με την προσπάθεια περικοπής του κινήτρου
απόδοσης,
να σκεφτεί ότι η μετεκπαίδευση αφού ταυτίζεται με τις
μεταπτυχιακές σπουδές ή εξαντλείται σε μια διαδικασία
επανεκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, να καταργηθεί ή να
συρρικνωθεί χρονικά ή να αντικατασταθεί με μια διαδικασία
συστηματικής επιμόρφωσης.
Η δεύτερη επισήμανση αφορά την
αναγκαιότητα της ανάπτυξης στα προγράμματα σπουδών των
Διδασκαλείων περισσότερων ευκαιριών διεπιστημονικων
διασυνδέσεων και δια-επιστημονικων
ενοποιήσεων. Οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να υποστηρίζονται
συστηματικά και να μη μένουν αβοήθητοι στις διεργασίες
ενοποίησης των επιστημονικών γνώσεων που καλούνται να
επιτύχουν, προκειμένου να ανταποκριθούν στα πολύπλοκα προβλήματα
που αντιμετωπίζουν στο σχολείο. Ακριβώς σ’ αυτή τη διεργασία
θεωρούμε πώς εστιάζεται η πολυαναφερόμενη απόσταση μεταξύ
θεωρίας και πράξης.
Καθίσταται απαραίτητο να γίνει
αντιληπτό ότι τα Π.Τ.Δ.Ε. μέσα από τα Διδασκαλεία
μετεκπαίδευσης έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν παράλληλα με
την ακαδημαϊκή λειτουργία των Μ.Π.Σ. και την επαγγελματική, με
την έννοια της συνεχούς επιστημονικής στήριξης των ενεργών
εκπαιδευτικών στο χώρο εργασίας τους. Η εφικτότητα όμως του
στόχου αυτού, απαιτεί τη διαμόρφωση κατάλληλων προγραμμάτων
ώστε να αξιοποιηθούν δημιουργικά όλες οι θεωρητικές αρχές
οργάνωσης των αναλυτικών τους προγραμμάτων (ακαδημαϊκή,
διεπιστημονική και δια-επιστημονική) προκειμένου να
απαντήσουν αποτελεσματικά στα σύνθετα προβλήματα και να
συμβάλλουν στην ομαλή προσαρμογή και την ανάπτυξη του σχολείου
στις απαιτήσεις της εποχής μας που διαμορφώνει αιτήματα για το
άνοιγμα του σχολείου στην τοπική αλλά και στην παγκόσμια
κοινότητα. Όσο απαραίτητη κρίνεται η κάθετη ανάπτυξη των
επιστημονικών περιοχών άλλο τόσο απαραίτητη είναι και η
οριζόντια διασύνδεσή τους. Στόχος η ανάπτυξη του σχολείου και
των εκπαιδευτικών που εργάζονται σ’ αυτό. Είναι δύο σαφώς
διακριτές λειτουργίες, οι οποίες δεν αναιρούν η μια την άλλη και
αλληλεπιδρούν δημιουργικά προς όφελος της ανάπτυξης των Π.Τ.Δ.Ε.
, του ελληνικού σχολείου και γενικότερα της εκπαίδευσης και της
παιδείας στη χώρα μας.
Η μετεκπαίδευση είναι το κατάλληλο
έδαφος για την ανάπτυξη των διεπιστημονικών και
δια-επιστημονικών εκείνων πεδίων με τη μορφή κατευθύνσεων που
θα έχουν επαγγελματικό προσανατολισμό και θα προωθούν την έρευνα
σε ζητήματα εφαρμογής της παραγόμενης γνώσης στο σχολείο.
Κατευθύνσεις που θα έχουν ως στόχο επίσης την οριζόντια
διασύνδεση των λειτουργιών τόσο του σχολείου, όσο και των
εκπαιδευτικών που εργάζονται σ΄ αυτό, οι οποίες θα κατατείνουν
να δώσουν απαντήσεις σε καίρια προβλήματα και ανάγκες του
σχολείου και των εκπαιδευτικών όπως αυτά εγείρονται και
προβάλλονται σήμερα. Παράλληλα θα συμβάλλουν στην προετοιμασία
των εκπαιδευτικών να θέτουν τα ζητήματα αυτά και να επιδιώκουν
μέσα σ’ ένα πνεύμα συνεργασίας την επίλυσή τους με τους
καταλληλότερους δυνατούς τρόπους. Σύμφωνα με τις παραπάνω
παρατηρήσεις και την αντίστοιχη οπτική, η οποία αναδύεται τα
Διδασκαλεία θα μπορούσαν να αναπτύξουν κατευθύνσεις όπως:
·
Σχεδιασμός και
ανάπτυξη παιδαγωγικού υλικού
·
Σχεδιασμός και
ανάπτυξη διεθνών και ευρωπαϊκών συνεργασιών στην εκπαίδευση
·
Σχεδιασμός και
ανάπτυξη μεθόδων αξιολόγησης σε επίπεδο μαθητών
·
Σχεδιασμός και
ανάπτυξη προγραμμάτων συνεργασίας σχολείου και τοπικής κοινωνίας
·
Σχεδιασμός και
ανάπτυξη αναλυτικών προγραμμάτων και διδακτικής μεθοδολογίας σε
επίπεδο Σχολικής Μονάδας (Διεπιστημονικές και
δια-επιστημονικές προσεγγίσεις)
Οι παραπάνω κατευθύνσεις, εάν
συνδυαστούν με άλλες, λειτουργικές, οι οποίες απαντούν στην
κατάλληλη προετοιμασία των εκπαιδευτικών για την άσκηση ρόλων
στο πλαίσιο θεσμοθετημένων προγραμμάτων, όπως είναι το
Ολοήμερο Σχολείο, θα μπορέσουν να δώσουν ένα σαφή επαγγελματικό
προσανατολισμό στα προγράμματα των Διδασκαλείων. Θα γίνει ορατή
η διαφορά των μεταπτυχιακών σπουδών και της μετεκπαίδευσης, θα
απαντηθούν οι ανάγκες των εκπαιδευτικών, του σχολείου και της
εκπαιδευτικής πολιτικής, με άμεσο αποτέλεσμα την ενίσχυση του
ρόλου των Π.Τ.Δ.Ε.
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα
κάθε επιτυχημένου οργανισμού, στο σημερινό μεταμοντέρνο κόσμο,
είναι η στενή σχέση που καλλιεργεί και διατηρεί συνεχώς με τη
διερεύνηση μεθόδων ποιοτικής κυρίως βελτίωσής του. Στην
κατεύθυνση αυτή τόσο η αναγκαιότητα της συνέχισης της
λειτουργίας των Διδασκαλείων Μετεκπαίδευσης όσο και του
επανασχεδιασμού της φιλοσοφίας που τα διέπει, μας οδηγεί στην
πρόταση της από κοινού σύστασης ενός Συντονιστικού Οργάνου στο
οποίο θα συμμετέχουν εκπρόσωποι όλων των Διδασκαλείων της χώρας
(Διδασκόντων και Μετεκπαιδευομένων) και της Δ.Ο.Ε.
προκειμένου να θεσμοθετηθεί ένας διαρκής διάλογος και να
αναπτυχθούν ευρύτερες συνεργασίες με στόχο την ουσιαστικοποίηση
του κομβικού ρόλου της μετεκπαίδευσης στη χώρα μας. Ένας στόχος
που απαιτεί συστηματικές προσπάθειες και έχει την ανάγκη της
συμμετοχής όλων.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Cohen
Louis,
Manion Lawrence
(2000): Μεθοδολογία Εκπαιδευτικής Έρευνας, μετφρ.
Μητσοπούλου Χρ.- Φιλοπούλου Μ., Αθήνα: Μεταίχμιο
Freitas de
Lima, Morin, Edgar, & Nicolescu Basarab (2002) : Charter of
transdisciplinarity.
Accessed May 19, 2004 at :http://perso.club-internet.fr/nicol/ciret/english/charten.htm
Morin,
Edgar
(2000): «Δια –πολύ-υπερ-κλαδικότητα» στο Το καλοφτιαγμένο
κεφάλι, μτφρ. Δημουλάς Δ., Αθήνα.
Εικοστού Πρώτου,
Nicolescu,
Basarab (1997): The transdisciplinary evolution of the
university condition for sustainable development. Accessed
May 19, 2004 at: http://perso.club-internet.fr/nicol/ciret/bulletin/b12/b12c8.htm
Nicolescu,
Basarab (2001): Manifesto
of transdisciplinarity. Albany,
NY: State University of New York Press.
Thill
Georces -Warrant Françoise
(2001): « Πολύ
– επιστημονικότητα,
διεπιστημονικότητα:
Pluri,
multi,
inter,
trans-disciplinarité»
στο
Πανεπιστήμιο του 21ου
αιώνα,
επιμ.
Καϊλα Μαρία. – Θεοδωροπούλου
Έλενα., σειρά Κείμενα Παιδείας, Αθήνα ,Ατραπός, 151-159.
Tofler,
Alvin. (1974): Learning for Tomorrow,New York,Vintage
Books
Αναστασάτος, Νικόλαος (2005):
Σχολείο και Περιβάλλον από τη θεωρία στην πράξη, Αθήνα
,Ατραπός.
Βάμβουκας, Μιχάλης (2002):
Εισαγωγή στην Ψυχοπαιδαγωγική Έρευνα και Μεθοδολογία, Αθήνα
,Γρηγόρη.
Γιώτη, Λαμπρίνα (2005): «Διαθεματικό
Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) και Ευέλικτη
Ζώνη (Ε.Ζ.): Μία απόπειρα διαλόγου», στο Επιστημονικό Βήμα
του Δασκάλου, 4 ,15-38.
Ζούκης, Νικόλαος – Μπάμπαλης,
Θωμάς – Κόνσολας, Μάνος (2002) « Στάσεις – αναπαραστάσεις
αποφοίτων Μ.Δ.Δ.Ε. όσον αφορά την αξιοποίηση γνώσεων και
δεξιοτήτων στη σχολική πράξη: Αποτελέσματα μιας εμπειρικής
έρευνας» στο Ελληνική Παιδαγωγική και Εκπαιδευτική Έρευνα,
τ. α΄, επιμ. Παπάς Α.- Τσιπλητάρης Α. – Πετρουλάκης Ν. – Χάρης
Κ. – Νικόδημος Σ. – Ζούκης Ν., έκδοση της Παιδαγωγικής
Εταιρείας Ελλάδος., Αθήνα ,Ατραπός, 186-198.
Κασσωτάκης, Μιχάλης (1983): «Από
την επιμόρφωση στη μετεκπαίδευση του διδακτικού προσωπικού
Δημοτικής και Μέσης Εκπ/σης» , Σύγχρονη Εκπαίδευση, 11,72-78.
Κοντάκος, Αναστάσιος-
Ζούκης, Νικόλαος –Τσίνας, Ευάγγελος – Μπάμπαλης Θωμάς (2003):
«Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών: Μοχλός χαμένων ευκαιριών για το
σύγχρονο ελληνικό σχολείο» στο Θεματικές Επιμόρφωσης και
Μετεκπαίδευσης Εκπαιδευτικών, επιμ. Φώκιαλη Π.- Τριάρχη –
Herman
Β. – Καϊλα Μ., Αθήνα ,Ατραπός,47-70.
Ξωχέλλης, Παναγιώτης &
Παπαναούμ, Ζωή (2000): Η Ενδοσχολική Επιμόρφωση των
Εκπαιδευτικών: ελληνικές εμπειρίες 1997 –2000, Θεσσαλονίκη,
action
Α.Ε..
Πανεπιστήμιο Κρήτης – Σχολή
Επιστημών Αγωγής – Π.Τ.Δ.Ε. – Διδασκαλείο Δ.Ε. «Μαρία Αμαριώτου»
(2003): Από τα Διδασκαλεία Εκπαίδευσης Εκπαιδευτικών στα
Διδασκαλεία Μετεκπαίδευσης: Προβληματισμοί για το παρόν και το
μέλλον ενός θεσμού, Πρακτικά Ημερίδας, επιμ. Χουρδάκης
Αντώνιος.- Παπαδογιαννάκης Νικόλαος.- Ανδρεαδάκης Νικόλαος
Πεδιαδίτης Αλέξανδρος ,Ρέθυμνο,Ατραπός,
Παπάς Αθ. (1997): « Η μετεξέλιξη
των Διδασκαλείων Δασκάλων – Νηπιαγωγών σε Πανεπιστημιακά
Μεταπτυχιακά και Ερευνητικά Κέντρα», Σχολείο και Ζωή, 11,
337-354.
Παπάς Αθ. (1997): « Η μετεξέλιξη
των Διδασκαλείων Δασκάλων – Νηπιαγωγών σε Πανεπιστημιακά
Μεταπτυχιακά και Ερευνητικά Κέντρα», Σχολείο και Ζωή, 12,
385- 403.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Σχήμα 1

Σχήμα
1:
διεπιστημονική πρακτική.
Tα
επιμέρους επιστημονικά πεδία και γνωστικά αντικείμενα
προσεγγίζουν το καθένα από την πλευρά του, χωρίς δηλαδή να
απεμπολούν τα ιδιαίτερα προσδιοριστικά τους: θεωρίες, έννοιες
και μεθοδολογικά εργαλεία, το αντικείμενο διευκολύνοντας με τον
τρόπο αυτό τους εκπαιδευτικούς να κατανοούν, να συσχετίζουν και
να διασυνδέουν το υπό εξέταση αντικείμενο με τα επιμέρους
επιστημονικά πεδία και γνωστικά αντικείμενα, εξασφαλίζοντας
παράλληλα την πληρέστερη και σφαιρικότερη μελέτη τους.
Σχήμα 2

Σχήμα
2: Δια –
επιστημονική ή εγκάρσια διεπιστημονική πρακτική. Με τον τρόπο
αυτό δημιουργούνται σημαντικές προϋποθέσεις άμεσης και
αμφίδρομης σύνδεσης μετεκπαίδευσης και σχολικών μονάδων στο
πλαίσιο πραγματικών καταστάσεων. Οι εκπαιδευτικοί με την
κατάλληλη υποστήριξη χρησιμοποιούν τις «αντικειμενικές» γνώσεις
που τους προσφέρει το πρόγραμμα σπουδών και αξιοποιούν παράλληλα
τις δικές τους «υποκειμενικές» συμπεριλαμβανομένων της
διαίσθησης και της φαντασίας τους για να επιλύσουν το
συγκεκριμένο πρόβλημα επιλέγοντας τα κατάλληλα μεθοδολογικά
εργαλεία τις παιδαγωγικές στρατηγικές και τις μεθόδους έρευνας
από το σύνολο των επιστημονικών πεδίων.
Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ένας ευρύτερος
διάλογος μεταξύ των επιστημόνων σε όλο τον κόσμο σχετικά
με τις έννοιες διεπιστημονικότητα (
interdisciplinary)
, δια-επιστημονικότητα ή εγκάρσια διεπιστημονικότητα (transdisciplinary),
πολυεπιστημονικότητα (multidisciplinary).
Οι ορισμοί που εμείς
υιοθετούμε και επεξηγούμε στη συνέχεια είναι καρπός από
τη μια πλευρά της συστηματικής μελέτης της ξενόγλωσσης
και ελληνικής βιβλιογραφίας και από την άλλη πλευρά των
εμπειριών που βιώσαμε επί σειρά ετών τόσο στο χώρο του
ελληνικού σχολείου, όσο και σε πανεπιστημιακά ιδρύματα
εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης εκπαιδευτικών. Με τον όρο
διεπιστημονική διασύνδεση ή διεπιστημονικότητα εννοούμε
τη θεωρητική αρχή οργάνωσης του Αναλυτικού Προγράμματος
σύμφωνα με την οποία επιλέγεται ένα θέμα ως αντικείμενο
προς επεξεργασία (interdisciplinary
object).
Tα
επιμέρους επιστημονικά πεδία και γνωστικά αντικείμενα
προσεγγίζουν το καθένα από την πλευρά του, χωρίς δηλαδή
να απεμπολούν τα ιδιαίτερα προσδιοριστικά τους: θεωρίες,
έννοιες και μεθοδολογικά εργαλεία, το αντικείμενο
διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό τους εκπαιδευτικούς να
κατανοούν, να συσχετίζουν και να διασύνδεουν το υπό
εξέταση αντικείμενο με τα επιμέρους επιστημονικά πεδία
και γνωστικά αντικείμενα, εξασφαλίζοντας παράλληλα την
πληρέστερη και σφαιρικότερη μελέτη τους. (Σχήμα 1 –
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ)