Γλώσσα και σχολική επίδοση των
μαθητών
Δρος Ελένης Τρεμετουσιώτη-Λοΐζου
Μερικά
από τα σοβαρά προβλήματα που
υπάρχουν σήμερα στο σχολείο είναι
αυτά που προκαλούνται από το
διαφορετικό ρυθμό γλωσσικής
ανάπτυξης και κατ’ επέκταση οι
ποσοτικές και ποιοτικές διαφορές στη
χρήση της γλώσσας, που παρατηρούνται
ανάμεσα σε άτομα που προέρχονται από
διαφορετικά κοινωνικο - οικονομικά
περιβάλλοντα.
Η
γνώση του συστήματος της γλώσσας από
το παιδί είναι απαραίτητος
παράγοντας, για να ενταχθεί ομαλά
στο σχολείο και να προοδεύει στην
επίδοση, χωρίς συναισθηματική ένταση
και φόρτιση. Έχει καταδειχθεί μέσα
από έρευνες (βλ.
Bernstein 1960˙ Αθανασίου,
1985˙ Τρεμετουσιώτη-Λοΐζου, 2008),
το γεγονός ότι το μορφωτικό και
οικονομικό επίπεδο της οικογένειας
συνδέεται άμεσα με τη σχολική
επιτυχία ή αποτυχία του παιδιού.
Είναι
γεγονός ότι το σχολείο, αντί να
περιγράψει τη γλωσσική
πραγματικότητα ως συνύπαρξη
διαλέκτων και ιδιωμάτων - δίνοντας
έτσι την ευκαιρία στους μαθητές να
συνειδητοποιήσουν την εναλλαγή των
κωδίκων ανάλογα με το συνομιλητή και
την περίσταση επικοινωνίας -
χρησιμοποιεί και δίνει κύρος και
αξία σε συγκεκριμένες «επίσημες»
γλωσσικές ποικιλίες. Οι «επίσημες»
αυτές μορφές λόγου είναι αρκετά
διαφορετικές από αυτές της
καθημερινής επικοινωνίας. Ιδιαίτερα
οξύ παρουσιάζεται το πρόβλημα αυτό
στην Κύπρο. Λόγω της χρήσης της
κυπριακής διαλέκτου αρκετά παιδιά
δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την
«επίσημη» σχολική νόρμα, με
αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν
προβλήματα. Πολύ πιθανό μεγάλο μέρος
του λεξιλογίου και της γραμματικο-συντακτικής
δομής του υλικού που
χρησιμοποιούνται για τη διδασκαλία
της γλώσσας να μην τους είναι
οικεία.
Σ’
αυτή την περίπτωση το σχολείο θα
πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα τις
ψυχολογικές συνέπειες που μπορεί να
έχει μια περιφρονητική ή αδιάφορη
στάση απέναντι στη γλώσσα του
παιδιού. Η στάση της απόρριψης ή της
αδιαφορίας εκ μέρους του σχολείου θα
προκαλέσει σίγουρα ρήξη στις ομαλές
σχέσεις δασκάλου-μαθητή και κατ’
επέκταση ίσως εχθρότητα και
αντιπάθεια προς το σχολείο.
Η
εκπαίδευση οπωσδήποτε μπορεί να
διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο
στηριζόμενη στις παραδοχές ότι:
α)
οποιαδήποτε γλωσσική ποικιλία δεν
είναι κατώτερη της «επίσημης»
γλώσσας,
β) οι
χρήσεις της γλώσσας με τις οποίες
είναι εξοικειωμένο το παιδί από το
κοινωνικο-πολιτισμικό του περιβάλλον
είναι πολύ σημαντικές για την πορεία
του στην κατάκτηση του γραπτού
λόγου.
Σήμερα
οι μαθητές στο Λύκειο καλούνται να
αναπτύξουν τα ίδια θέματα στην
έκθεση, αξιολογούνται με κοινά
κριτήρια και βαθμολογούνται με
γνώμονα μόνο την επίδοσή τους. Ως
αιτιολογία γι’ αυτή την τακτική
προβάλλεται η ισότητα ευκαιριών προς
όλους τους μαθητές. Είναι όμως
πασιφανές ότι η θεωρητική αυτή
ισότητα στην πράξη είναι σημαντική
ανισότητα.
Ισότητα ευκαιριών δε σημαίνει ίδια
θέματα για όλους τους μαθητές και
ίδια κριτήρια αξιολόγησης, αλλά να
δοθεί στα παιδιά των φτωχών
κοινωνικών στρωμάτων, η δυνατότητα
να μάθουν ό,τι και τα παιδιά των
προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων
έχουν τη δυνατότητα να πάρουν από
τις οικογένειές τους.
Παρόλα
αυτά, η αναπαραγωγή της κατάστασης
της κοινωνικής ανισότητας στο
σχολείο συνεχίζει να είναι μια
πραγματικότητα. Όλα τα παιδιά -
άσχετα από τη γλωσσική τους
ανομοιογένεια - αντιμετωπίζονται στο
σχολείο με τα ίδια μέσα, τις ίδιες
μεθόδους και το ίδιο βιβλίο που
αντιπροσωπεύει τη «σωστή» γλώσσα.
Είναι
πασιφανές ότι κάτω από αυτές τις
συνθήκες - στην εκπαιδευτική
πραγματικότητα - εξακολουθούν να
ευνοούνται τα παιδιά που προέρχονται
από πλούσιο γλωσσικο-κοινωνικο-πολιτιστικό
περιβάλλον λόγω της εύκολης
γλωσσικής προσαρμογής τους στο
σχολείο.
Πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν να
επέλθουν κάποιες ρυθμίσεις, κάποιες
αλλαγές οι οποίες θα αποβλέπουν στη
μείωση των «προβλημάτων» που είναι
αποτέλεσμα των κοινωνικών
ανισοτήτων, αν υιοθετήσουμε μια
παιδαγωγική που θα στοχεύει στη
μείωση των κοινωνικών – πολιτιστικών
– γλωσσικών διαφορών, οι οποίες δεν
αρνούμαστε ότι υπάρχουν, αλλά
πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να
ερμηνεύονται και να αντιμετωπίζονται
με τον τρόπο που ακολουθείται τώρα.
Αθανασίου, Λ. (1985). Η
αξιολόγηση της «έκθεσης» στο Λύκειο
(ψυχοπαιδαγωγική προσέγγιση).
Αθήνα: Εκπαιδευτήρια Δούκα.
Bernstein, B.
(1960). “Language and Social Class”.
British Journal of Sociology,
v. 11,
pp.271-276.
Τρεμετουσιώτη-Λοΐζου, Ε. (2008).
Η αξιολόγηση της ελεύθερης γραπτής
έκφραση των μαθητών στο Λύκειο:
Απόψεις και στάσεις εκπαιδευτικών
και μαθητών και ακολουθούμενες
στρατηγικές». Αδημοσίευτη
Διδακτορική Διατριβή. Ιωάννινα.
Δρ.
Ελένη, Τρεμετουσιώτη-Λοΐζου, Ε.Μ.Ε.
Φιλολογικών Μαθημάτων
e-mail:elloizo@yahoo.gr