ΕΝΑ
ΓΡΑΜΜΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ
ΤΕΧΝΙΚΗ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Πολύς
λόγος
γίνεται
σήμερα
για τον
επαγγελματικό
προσανατολισμό
αλλά και
την
ποιότητα
της
εκπαίδευσης
τόσο στα
σχολεία
όσο και
στα
πανεπιστήμια.
Ιδεολογικές
αναζητήσεις
και
φιλοσοφίες
αναπτύσσονται
γύρω από
την
αποτελεσματικότητα
και τον
προσανατολισμό
της
εκπαίδευσης
στο χώρα
μας.
Ωστόσο
πέρα από
τα
διλήμματα
και τον
στοχασμό,
μία
είναι η
ουσία.
Όσο
περνάει
ο καιρός
τα
ελληνικά
σχολεία
και τα
πανεπιστήμια
γίνονται
λιγότερο
ανταγωνιστικά
χωρίς
σύνδεση
με την
αγορά
εργασίας
με
αποτέλεσμα
τα
πτυχία
μας να
μην
έχουν
πραγματικό
αντίκρισμα.
Τι
φταίει
λοιπόν;
Ποιοι
είναι οι
παράγοντες
που
εμποδίζουν
αυτήν
την
ανταγωνιστικότητα.
την
καινοτομία,
την
δημιουργικότητα
; Τα
προβλήματα
είναι
σύνθετα
και
πρέπει
να τα
εξετάσει
κανείς
πολύπλευρα.
Ωστόσο
χρειαζόμαστε
επειγόντως
αλλαγή
στον
τρόπο
που
βλέπουμε
τα
πράγματα.
Το
ελληνικό
εκπαιδευτικό
σύστημα
χρειάζεται
πολλές
“εγχειρήσεις”
ώστε να
σωθούν
τα
ζωτικά
του
όργανα
και να
είναι
η
γνώση
που
παρέχεται
ανταγωνιστική
. Σε όλα
τα
παραπάνω
θα
πρέπει
να
προστεθεί
η έννοια
της
καινοτομίας
για την
ποιοτική
τους
αναβάθμιση
ώστε να
δημιουργηθούν
ανταγωνιστικά
σχολεία
να
ισχυροποιηθούν
και να
ενισχυθούν
τα
πτυχία
των
φοιτητών
στον
αγορά
εργασίας
και το
σημαντικότερο
να
συμβάλλουν
στη
διαμόρφωση
ενός πιο
ανταγωνιστικού
ελληνικού
εκπαιδευτικού
περιβάλλοντος.
Αλλά για
να
διασφαλιστεί
η
προοπτική
της
ανταγωνιστικότητας
θα
πρέπει
να
σκεφτούμε
και να
προβληματιστούμε
όλοι
μας,
πέρα από
τις
πολιτικές
ευθύνες
που
σχετίζονται
με το
σχεδιασμό
της
εκπαιδευτικής
πολιτικής,
την
ευθύνη
που
έχουμε
ο
καθένας
στον
τομέα
του και
ας
ξεκινήσουμε
επιτέλους
,ως
κοινωνία
,πραγματικό
διάλογο
που θα
οδηγήσει
σε
θαρραλέες
προτάσεις
και
λύσεις.
Η
Επαγγελματική
Εκπαίδευση
στη
σύγχρονη
θεώρηση
της
εμπεριέχει
την
γενική
μόρφωση
αλλά
και την
ειδίκευση
σε
επαγγέλματα
που
δραστηριοποιούνται
στην
αγορά
εργασίας
Τα ΤΕΕ.
τα οποία
πλέον
αναβαθμίστηκαν
σε
Επαγγελματικά
Λύκεια
και
Επαγγελματικές
Σχολές
δεν
φαίνεται
στη
παρούσα
τουλάχιστον
φάση να
εκπληρώνουν
τον
σκοπό
για τον
οποίο
σχεδιάστηκαν
.Υπάρχει
ωστόσο
διαφορετική
στοχοθεσία
από
εκείνη
που
ισχύει
στο
Ενιαίο
Λύκειο
.
Το
επαγγελματικό
σχολείο
έχει ως
στόχο
την
προετοιμασία
των
μαθητών
του για
να
ασκήσουν
ένα
επάγγελμα
και τη
χορήγηση
πτυχίου.
Αν στη
βασική
δομή του
σχολείου
αυτού
λειτουργούν
και
κατευθύνσεις,
ανάλογες
του
Γενικού
Λυκείου,
τότε
αλλοιώνεται
ο
χαρακτήρας
του. Το
αποτέλεσμα
είναι
όπως
έγινε με
το ΤΕΛ,
να μη
δημιουργείται
ούτε
ακαδημαϊκό
κλίμα
ούτε και
επαγγελματικό,
με
συνέπεια
οι
απόφοιτοί
του ούτε
για την
αγορά
εργασίας
να
προετοιμάζονται
επαρκώς,
ούτε και
για
σπουδές
στην
τριτοβάθμια
εκπαίδευση.
Η
δυνατότητα
συνέχισης
των
σπουδών
στην
τριτοβάθμια
εκπαίδευση
πρέπει
να
δίνεται
σε όσους
μαθητές
αλλάζουν
προσανατολισμό
εκτός
της
βασικής
δομής
του
σχολείου.
Αν
λειτουργεί
ένα
Γενικό
Λύκειο
μέσα στο
επαγγελματικό
τότε θα
υπάρξει
πρόβλημα
με το
σύνολο
των
γενικών
μαθημάτων
με
πλήθος
αρνητικών
συνεπειών
για τη
λειτουργία
του
σχολείου(«Εγώ
πάω για
ΑΕΙ μη
με
πιέζεις
για τα
επαγγελματικά
μαθήματα»,
«Εγώ πάω
για
πτυχίο.
Μη με
πιέζεις
με τα
γενικά
μαθήματα»:
εμπειρίες
από τη
λειτουργία
των ΤΕΛ).
Όπως
έδειξε η
εμπειρία
και οι
δύο
στόχοι
(πτυχίο,
πρόσβαση
στην
τριτοβάθμια
εκπαίδευση)
δεν
μπορούν
να
επιτευχθούν
ταυτόχρονα. Οι
απόφοιτοι
της ΤΕΕ
που
εισάγονται
στα ΤΕΙ
αντιμετωπίζουν
σοβαρές
δυσκολίες
στην
παρακολούθηση
των
μαθημάτων
τους.
Γενικά,
υπάρχει
μια
αξιοσημείωτη
διαφοροποίηση
στον
ευρωπαϊκό
εκπαιδευτικό
χώρο
αναφορικά
με τη
σημασία
που
αποδίδεται
από τους
μαθητές
στην
Τεχνική
Επαγγελματική
Εκπαίδευση,
η οποία
καταγράφεται
από τις
επίσημες
στατιστικές.
Έτσι,
εκείνοι
που
επιλέγουν
την
επαγγελματική
εκπαίδευση
είναι το
80% στη
Γερμανία,
το 70%
στην
Ολλανδία,
το 67%
στην
Ιταλία
και το
63%
στο
Βέλγιο.
και στην
Πορτογαλία
(73%).
Η
Τεχνική
Επαγγελματική
Εκπαίδευση
στην
Ελλάδα
αποτελεί
εκπαιδευτική
επιλογή
για τους
μαθητές
που
αντιμετωπίζουν
δυσχέρειες
στα
μαθήματα
και
αφετέρου
για τους
μαθητές
που
είναι
σταθερά
προσανατολισμένοι
στον
τεχνικό-επαγγελματικό
τομέα.
Μια
μεγάλη
ομάδα
μαθητών
που
επιλέγουν
τη
φοίτηση
στα
ΕΠΑΛ/ΕΠΑΣ
κριτήριο
επιλογής
έχουν το
λιγότερο
απαιτητικό
περιεχόμενο
της
διδακτέας
ύλης και
συνήθως
είναι
μαθητές
με
μαθησιακές
δυσκολίες
οι
οποίοι
στη
γυμνασιακή
βαθμίδα
είχαν
χαμηλή
επίδοση
στα
γλωσσικά
μαθήματα
ή και
στα
Μαθηματικά.
Αρκετοί
από
αυτούς
είχαν
μια
συνολικότερη
χαμηλή
επίδοση
σχεδόν
σε όλα
τα
μαθήματα.
Επίσης,
αρκετοί
από τους
συγκεκριμένους
μαθητές
έχουν
χαμηλό
μορφωτικό
επίπεδο
δηλαδή
προέρχονται
από
οικογένειες
που
ανήκουν
στα
χαμηλότερα
εισοδηματικά
στρώματα
της
κοινωνίας.
Ένα άλλο
κριτήριο
που έχει
άτυπα
καθορίσει
την
υφιστάμενη
λειτουργία
των ΕΠΑΛ/ΕΠΑΣ
αποτελεί
η
περιρρέουσα
κοινωνική
και
εκπαιδευτική
αντίληψη,
που
ταυτίζει
την ΤΕΕ.
με την
παροχή
εκπαιδευτικής
διεξόδου
για τους
μαθητές
με
χαμηλή
επίδοση
αλλά και
επαγγελματικής
διεξόδου
για μια
συγκεκριμένη
κατηγορία
επαγγελματιών.
Ειδικότερα,
η
τεχνική
επαγγελματική
εκπαίδευση
αντιμετωπίζεται
από την
ελληνική
κοινωνία
ως χώρος
για
ιιαθητές
που δεν
μπορούν
να
ανταποκριθούν
στις
ακαδημαϊκές
απαιτήσεις
για
πρόσβαση
στην
τριτοβάθμια
εκπαίδευση.
Παρά
το
γεγονός
ότι από
όλες τις
πλευρές
υποστηρίζεται
λεκτικά
και
πλέον
νομοθετικά
η ανάγκη
της
αναβάθμισης
της
τεχνικής
επαγγελματικής
κατεύθυνσης
και η
εξασφάλιση
ισοτιμίας
με τη
γενική
εκπαίδευση,
στην
πράξη
συντηρούνται
πρακτικές
που
οδηγούν
στο
ακριβώς
αντίθετο
αποτέλεσμα.
Επίσης,
το
γενικότερο
κλίμα
παιδαγωγικής
ευελιξίας
που
επικρατεί
σε
αρκετά
ΕΠΑΛ/ΕΠΑΣ
τόσο της
Αθήνας
όσο και
της
επαρχίας
αποτελεί
ένα άλλο
κριτήριο
επιλογής
της
φοίτησης
στην
Τ.Ε.Ε.
Πιο
συγκεκριμένα,
οι
εκπαιδευτικοί
έχοντας
συνείδηση
τόσο της
χαμηλής
επίδοσης
της
πλειονοψηφίας
των
μαθητών
όσο και
των
χαμηλών
εκπαιδευτικών
στόχων
των
μαθητών
(π.χ.
λήψη του
πτυχίου,
μεγιστοποίηση
της
πιθανότητας
για
εξεύρεση
απασχόλησης)
τείνουν
να έχουν
μικρές
προσδοκίες
από τους
μαθητές.
Πέρα από
την
αυτοεκπληρούμενη
προφητεία
η οποία
λειτουργεί
παρασιτικά,
οι
εκπαιδευτικοί
της
ΤΕΕ.
τείνουν
να
προσαρμόζουν
τη
διδασκαλία
τους
στις
ανάγκες
των
μαθητών
(κάλυψη
βασικών
μαθησιακών
κενών,
ενίσχυση
των
βασικών
δεξιοτήτων)
και να
έχουν
λίγες
απαιτήσεις
από
αυτούς.
Αυτή η
«ιδιαίτερη»
μεταχείριση
γίνεται
αντιληπτή
από τους
μαθητές,
σι
οποίοι
καταλήγουν
ιιερικές
φορές να
την
απαιτούν
από τον
εκπαιδευτικό.
Επίσης,
η
παιδαγωγική
ευελιξία
έχει να
κάνει
και με
την
ποσότητα
αλλά και
την
ποιότητα
των
διδακτικών
εργασιών
που
ανατίθενται
στους
μαθητές,
ιδιαίτερα
σε όσους
εργάζονται.
Το
προφίλ
των
μαθητών
που
φοιτούν
στην ΤΕΕ
με βάση
στασιαστική
έρευνα
του ΠΙ
χωρίζεται
σε τρεις
κατηγορίες
:
Η πρώτη
κατηγορία
σε
ποσοστό
10%-30%
αφορά
μαθητές
με
χαμηλό
οικογενειακό
εισόδημα
με «Στρωμένη
δουλειά»
από το
οικογενειακό
περιβάλλον
,μετανάστες
,
εργαζόμενοι
.Οι
μαθητές
αυτοί
συνήθως
δεν
ανταποκρίνονται
στις
συμβατικές
μεθόδους
διδασκαλίας
και οι
προσδοκίες
των
ιδίων η
των
γονέων
των
είναι να
ενταχθούν
γρήγορα
στην
αγορά
εργασίας.
Η
δεύτερη
κατηγορία
σε
ποσοστό
10%-30%
προέρχεται
από
χαμηλά
και
μεσαία
εισοδήματα
με
μέτριες
έως
καλές
επιδόσεις
και
μερικοί
μπορεί
να
συνεχίσουν
τι
σπουδές
τους για
τα ΤΕΙ.
Τέλος στην τρίτη κατηγορία σε ποσοστό50%-70% προέρχονται
από
χαμηλά
και
μεσαία
εισοδήματα
συνήθως
το
δυναμικό
αυτής
της
κατηγορίας
είναι
ομογενείς
–μετανάστες
με
χαμηλές
επιδόσεις
,με
προβλήματα
επικοινωνίας
,με
σχετική
αδιαφορία
για την
ειδικότητα
μαθητές που έχουν αποδεχθεί την απόρριψη του
εκπαιδευτικού
συστήματος
και ο
μόνος
τους
σκοπός
είναι
να
πάρουν
ένα
«χαρτί
»
Ο
οποιοσδήποτε
σχεδιασμός
της
Τεχνικής-Επαγγελματικής
Εκπαίδευσης
σήμερα
οφείλει
να λάβει
υπόψη
του τα
παρακάτω:
φ
Οι
μαθητές
που
εγγράφονται
στην
ΤΕΕ, στη
συντριπτική
τους
πλειοψηφία,
έχουν
σοβαρές
γνωστικές
ελλείψεις
ακόμη
και του
Δημοτικού
σχολείου.
Οι
σχέσεις
των
μαθητών
με το
σχολείο
και τη
γνώση
δεν
είναι
καλές,
ιδιαίτερα
όσον
αφορά τη
μητρική
γλώσσα,
τα
Μαθηματικά
και τις
φυσικές
επιστήμες.
Η
κατάσταση,
σύμφωνα
με
γραπτές
και
προφορικές
μαρτυρίες,
είναι
ιδιαίτερα
άσχημη.
Οι
γνώσεις
όμως
αυτές
είναι
απαραίτητες,
στις
μέρες
μας, για
την
επαγγελματική
εξέλιξη
των
αποφοίτων
της ΤΕΕ.
Επομένως
είναι
επιτακτική
η ανάγκη
ο νέος
θεσμός
της ΤΕΕ
να
επιχειρήσει
να
βελτιώσει
τη σχέση
των
μαθητών
του
τουλάχιστον
με αυτά
τα
γενικά
μαθήματα
και να
καλύψει
τα
γνωστικά
κενά
τους.
Γενικά
θα
πρέπει
να
χρησιμοποιηθούν
ελκυστικές
μέθοδοι
διδασκαλίας
ώστε να
βελτιώσουν
τη σχέση
των
μαθητών
με το
σχολείο
και τη
γνώση.
Έχει
αποδειχθεί
ότι η
ομαδική
μάθηση,
η
βιωματική
και η
ενεργός
μάθηση
έχουν
πολύ
καλά
αποτελέσματα
όσον
αφορά
τους
αδύνατους
μαθητές.
Οι
μαθητές
που
επιλέγουν
την ΤΕΕ
θα
πρέπει,
πριν
αποφασίσουν
ποια
ειδικότητα
θα
παρακολουθήσουν,
να
ενημερωθούν
για τον
χαρακτήρα
και τη
φύση των
αντίστοιχων
επαγγελμάτων. Η
άσχημη
σχέση
αυτών
των
μαθητών
με το
σχολείο,
τη γνώση
και
γενικότερα
με τον
κόσμο
των
ενηλίκων
δεν
βοηθά
ώστε η
όποια
θεωρητική
ενημέρωση
να έχει
θετικά
αποτελέσματα.
Η σωστή
ενημέρωση
επιβάλλει
να
οργανωθούν
σχέδια
εργασίας,
τα οποία
θα
διερευνήσουν,
τον
κόσμο
της
εργασίας,
τις
ειδικότητες
που
λειτουργούν
στο κάθε
σχολείο
ξεχωριστά.
Η
βιωματική
αυτή
διερεύνηση
των
επαγγελμάτων
θα
βοηθήσει
αποτελεσματικά
τους
μαθητές
να
κάνουν
τις
επιλογές
που τους
ταιριάζουν.
Οι
μαθητές
που
επιλέγουν
την ΤΕΕ
θα
πρέπει,
πριν
αποφασίσουν
ποια
ειδικότητα
θα
παρακολουθήσουν,
να
ενημερωθούν
για τον
χαρακτήρα
και τη
φύση των
αντίστοιχων
επαγγελμάτων.
Το
σχολείο
σήμερα
δεν
μπορεί
να
παρακολουθήσει
τις
ταχύτατες
τεχνολογικές
και
άλλες
αλλαγές.
Επομένως
θα
πρέπει
τα
επαγγελματικά
σχολεία
να
συνδεθούν
με τους
εργασιακούς
χώρους
και τα
μαθήματα
να
οργανώνονται
πάνω σε
αυθεντικές
επαγγελματικές
δραστηριότητες.
Ευελπιστούμε
μέσα από
τον
διάλογο
να
συνειδητοποιήσουν
όλοι οι
αρμόδιοι
ότι η
αποτελεσματική
λειτουργία
της ΤΕΕ
καθορίζεται
από
πλήθος
αλληλεξαρτώμενων
παραγόντων
ΙΩΑΝΝΗΣ
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
ΕΠΑΣ
ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ