Η
ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ
ΘΕΣΜΟ Σ.Ε.Π. ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΗΣ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
ΚΩΣΤΗΣ
ΝΙΚΟΛΑΣ
A.
KAINOTOMA EKΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
Η
σύγχρονη παιδαγωγική σκέψη, όπως
διαμορφώθηκε με τη Φιλοσοφική και
Εμπειρική Παιδαγωγική, τον
Πραγματισμό του J. Dewey, το Σχολείο
Εργασίας, τη Νέα Αγωγή με το γαλλικό
σχολείο ενέργειας και τη θεωρία του
Piaget (Δανασσής-Αφεντάκης, 1980),
δίνει μεγαλύτερη σημασία στην
ποιότητα της εργασίας και όχι στην
ποσότητα των γνώσεων. Όπως
χαρακτηριστικά αναφέρει ο Piaget
(1971), «όταν ένας μαθητής αποκτά
μόνος του ορισμένες γνώσεις μέσα από
την ελεύθερη έρευνα, τον
πειραματισμό, την ανακάλυψη και την
αυθόρμητη προσπάθεια, τις συγκρατεί
πάντοτε περισσότερο. Με τον τρόπο
αυτό ο μαθητής κατακτά κυρίως μια
μέθοδο που θα του χρησιμεύσει σε όλη
του τη ζωή και που θα αυξάνει
συνεχώς την περιέργειά του χωρίς να
την εξαντλεί. Αντί να αφήσει τη
μνήμη του να κυριαρχήσει πάνω στη
λογική του ή να υποτάξει τη νόησή
του σε ασκήσεις που του επιβάλλονται
έξωθεν, θα μάθει να χρησιμοποιεί
μόνος του το λογικό του και θα
διαμορφώνει μόνος του τις δικές του
ιδέες».
Ένα
σημαντικό τμήμα της άσκησης
εκπαιδευτικής πολιτικής αποτελεί η
εισαγωγή καινοτόμων εκπαιδευτικών
προγραμμάτων ή καινοτόμων δράσεων,
απόρροια των επιταχυνόμενων
τεχνολογικών αλλαγών σε συνδυασμό με
την ανταγωνιστικότητα μεταξύ των
κάθε είδους οργανισμών. Σύμφωνα με
τους Ρεκλείτη Π, Τριβέλλα Π(2000) η
καινοτομία αποτελεί πολυδιάστατη
έννοια. Περιγράφεται ως διαδικασία
που περιλαμβάνει τη διαμόρφωση,
ανάπτυξη και εφαρμογή νέων ιδεών και
συμπεριφορών. Ο όρος περιλαμβάνει
την εισαγωγή, υιοθέτηση και εφαρμογή
της. Μπορεί να αφορά το
προϊόν(εκπαίδευση) ή τις διεργασίες
(μεθοδολογία διδασκαλίας), τα
υποστηρικτικά πληροφοριακά
συστήματα, τη διοίκηση (πρότυπο
ηγεσίας) και τη διαχείριση των
διαθέσιμων πόρων.
Τα
τελευταία χρόνια, στα πλαίσια
διαμόρφωσης του εκπαιδευτικού
συστήματος και εκσυγχρονισμού της
εκπαίδευσης, οι φορείς χάραξης της
εκπαιδευτικής πολιτικής «οδηγήθηκαν»
στο να εισάγουν καινοτόμες δράσεις
στις εκπαιδευτικές μονάδες.
Στον
όρο καινοτόμες δράσεις
περιλαμβάνονται, ο θεσμός του ΣΕΠ,
προαιρετικά προγράμματα
κινητικότητας που προβλέπουν την
οριζόντια επικοινωνία των σχολείων
διακρατικά (COMENIUS) με στόχο την
ενθάρρυνση της διακρατικής
συνεργασίας μεταξύ σχολικών
ιδρυμάτων, τη βελτίωση της
επαγγελματικής εξέλιξης των
εκπαιδευτικών, καθώς και την
προαγωγή της εκμάθησης γλωσσών και
τη διαπολιτισμική ευαισθητοποίηση.
Ανάλογα πρωτοποριακά προγράμματα και
περιπτώσεις συνεργασίας μεταξύ
σχολικών μονάδων (συμπράξεις) αλλά
και συνεργασίας σχολείου και τοπικής
κοινωνίας μπορεί να βρούμε στα
προγράμματα Αγωγής Σταδιοδρομίας,
Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, Αγωγής
Υγείας, Καλλιτεχνικής Παιδείας,
Ολυμπιακής Παιδείας, Ευέλικτης
ζώνης, Δ.Ε.Π.Π.Σ. κ.α Τα περισσότερα
προγράμματα από αυτά είναι
προαιρετικά και υλοποιούνται εκτός
του ωρολογίου προγράμματος του
σχολείου, χρηματοδοτούνται δε από το
ΥΠΕΠΘ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέσω
αυτών των προγραμμάτων δίνεται η
δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς να
εφαρμόσουν το δικό τους αναλυτικό
πρόγραμμα, νέες μεθόδους διδασκαλίας
και να χρησιμοποιήσουν τις νέες
τεχνολογίες.
Η
εισαγωγή καινοτομιών στο
εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι από
μόνη της και αυτόνομα θετική. Πρέπει
να τονισθεί ότι οι καινοτομίες δεν
είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλεία, η
αξία και η αποτελεσματικότητα των
οποίων σε μεγάλο βαθμό, εξαρτώνται
από το κοινωνικό, οικονομικό,
πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο
μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Το πιο
σημαντικό ερώτημα που παραμένει
αναπάντητο σχετικά με την εισαγωγή
καινοτομιών είναι το κατά πόσο οι
εκπαιδευτικοί είναι διατεθειμένοι ν’
αναμιχθούν σοβαρά σε τέτοιες
πρωτοβουλίες. Η εκπόνηση των
εκπαιδευτικών προγραμμάτων στο
τοπικό ή το σχολικό επίπεδο απαιτεί
πολλές θυσίες σε χρόνο και
προσπάθειες και μπορεί να έχει ως
αποτέλεσμα απογοητεύσεις στις οποίες
πολλοί εκπαιδευτικοί, πολλές φορές,
δεν είναι διατεθειμένοι να
υποβληθούν(Λαΐνας, 2000).
Οι
καινοτόμες δράσεις θα πρέπει να
αποσκοπούν στη διεύρυνση του
επιστημονικού, κοινωνικού και
πολιτιστικού ρόλου της εκπαιδευτικής
μονάδας, στη δημιουργία ενός
σχολείου που μαθαίνει και στη
μεγιστοποίηση του εκπαιδευτικού
αποτελέσματος μέσα από τη σύνδεση
της εκπαίδευσης με τις σύγχρονες
απαιτήσεις της προετοιμασίας των
μαθητών για την «κοινωνία της
γνώσης» και τη «δια βίου
εκπαίδευση». Οι καινοτομίες
παρουσιάζουν τα εξής χαρακτηριστικά:
Είναι κάτι το καινούργιο με ποιότητα
και τόλμη, εισάγουν ένα νέο
«προϊόν», συνιστούν αλλαγή
συνειδητή, εκούσια, σκόπιμη και
αποφασιστική. Κάθε αλλαγή δεν
αποτελεί καινοτομία, κάθε καινοτομία
όμως είναι αλλαγή. Ως εκούσιες
αλλαγές, βασίζονται σε στόχους και
σκοπούς. Είναι η επιθυμία αυτού που
καινοτομεί, να βελτιώσει την
υπάρχουσα κατάσταση, μόνο που πρέπει
να λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το
αξιακό σύστημα μέσα στο οποίο
καινοτομεί.
Η
εισαγωγή καινοτομιών στα σχολεία δεν
είναι τόσο εύκολη. Υπάρχουν
παράγοντες για τους οποίους η αλλαγή
δεν είναι επιθυμητή σε έναν
εκπαιδευτικό οργανισμό. Οι
παράγοντες αυτοί, σύμφωνα με τους
Everard, Morris, (1999:259-260)
σχετίζονται με το φόβο μήπως
αποκαλυφθούν αδυναμίες, αποτελούν
πηγή ανασφάλειας και ανησυχίας για
το άγνωστο που κομίζει, θίγονται
συμφέροντα, επιφέρει επιβάρυνση
εργασιακή, πίεση ίσως και
συγκρούσεις, δημιουργεί ομάδες
κοινών συμφερόντων κ.ά. Επομένως η
αλλαγή δεν πρόκειται να πετύχει, αν
δεν προωθηθεί και δεν κατευθυνθεί,
χωρίς να λάβει υπόψη όλους αυτούς
τους παράγοντες. Η ανάγκη ωστόσο να
αναπτυχθούν και να διευρυνθούν οι
καινοτόμες δράσεις στο σύγχρονο
σχολείο είναι μεγάλη. Η σχολική
πραγματικότητα σήμερα παρουσιάζει
έντονα φαινόμενα τυποποίησης και
ρουτίνας. Η διαδικασία παροχής
γνώσεων αλλά και η κοινωνικοποίηση
των μαθητών έχουν υποταχθεί στη
μετάδοση της «ύλης» και τις
απαιτήσεις των εξετάσεων. Οι μορφές
σχολικής εργασίας σπάνια
ανανεώνονται και η επικοινωνία
εκπαιδευτικού και μαθητή ή μαθητών
μεταξύ τους γίνεται με
προκαθορισμένα πρότυπα σκέψης και
συμπεριφοράς. Οι μαθητές και οι
μαθήτριες άλλοτε ανταποκρίνονται
μηχανιστικά και χρησιμοθηρικά στις
αναγνωρίσιμες σ’ εκείνους
λειτουργίες του σχολείου, και άλλοτε
οδηγούνται στην πλήρη απαξίωσή του.
Επομένως, η ανάγκη να δοκιμαστούν
νέες και πιθανόν αποτελεσματικότερες
μορφές σχολικής εργασίας, η ανάγκη
για διαφορετικούς τρόπους
αλληλεπίδρασης του δασκάλου με τους
μαθητές αλλά και των μαθητών μεταξύ
τους, ο συλλογικός χαρακτήρας πολλών
μορφών καινοτόμων δράσεων, οι οποίες
μεταβάλλουν τη σχολική μονάδα σε
δρώσα κοινωνική μονάδα είναι μερικοί
λόγοι για την ανάπτυξη καινοτομιών.
Αντίθετα μια αλλαγή και καινοτομία
μπορεί να τύχει θετικής ανταπόκρισης
από τον εκπαιδευτικό οργανισμό, όταν
θέτονται στόχοι ευδιάκριτοι, όταν
υπάρχει μεταβίβαση αρμοδιοτήτων,
όταν η σύγκρουση αντιμετωπίζεται
εποικοδομητικά μέσω επιλυτικών
μεθόδων, όταν κυριαρχεί το
συνεργατικό πνεύμα, όταν η
καινοτομία πάρει συλλογικό χαρακτήρα
μέσα στη σχολική μονάδα και δε
μείνει υπόθεση ενός εκπαιδευτικού
και μιας τάξης, όταν υπάρχει
ρεαλιστική αντιμετώπιση των
καταστάσεων και όταν μέσα από το
μηχανισμό της ανατροφοδότησης θα
δίνονται πληροφορίες και θα
σχεδιάζονται βελτιώσεις, όταν
προωθείται η επαγγελματική ανάπτυξη
του προσωπικού και όταν βελτιώνει
τον εργασιακό βίο των καθηγητών,
χωρίς να επιδεινώνει τα προβλήματά
τους (Fullan, 1991:97,112). Μέσα στο
ισχύον οικονομικό και κοινωνικό
γίγνεσθαι τα στελέχη της εκπαίδευσης
αλλά και η εκπαιδευτική κοινότητα θα
πρέπει να αναπτύσσουν την ικανότητα
να διαχειρίζονται αυτές τις αλλαγές.
Αλλαγή δε σημαίνει απλώς να ορίσουμε
το σκοπό και να αφήσουμε τους άλλους
να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.
Αντίθετα είτε πηγάζει εντός του
σχολείου (εσωτερική) είτε πηγάζει
εκτός του σχολείου (εξωτερική) θα
πρέπει να είναι μια διεργασία
αλληλεπίδρασης, διαλόγου,
ανατροφοδότησης, τροποποίησης
στόχων, επαναδιατύπωσης σχεδίων (Everard,
Morris, 1999:257-261).
Κατά την υλοποίηση
προγραμμάτων καινοτόμων δράσεων ο
εκπαιδευτικός έχει την ευχέρεια να
κάνει χρήση περισσότερων τεχνικών
και μεθόδων διδασκαλίας. Με τη
μέθοδο project, του σχεδίου
εργασίας, που περιέχει τις φάσεις
της ευαισθητοποίησης με τη
στοχοθεσία και τη θέσπιση κανόνων,
τη φάση του σχεδιασμού , την επιλογή
και τη διερεύνηση του θέματος και το
χωρισμό των μαθητών σε ομάδες, τις
επισκέψεις, τις κατασκευές, τα
παιχνίδια, την προσομοίωση, της
παρουσίασης με την έκθεση του υλικού
ή μιας επιλεγμένης δραστηριότητας
και της αξιολόγησης (Καμαρινού,
1989). Η μέθοδος project βασίζεται
σε μια διαφορετική αντίληψη για τη
μάθηση: ο εκπαιδευόμενος θεωρείται
ότι μαθαίνει αυτόνομα και ότι φέρει
σε μεγάλο βαθμό την ευθύνη της
αναζήτησης λύσεων. Η αυτορρύθμιση
και η μάθηση μέσα από την ανακάλυψη
είναι πιο σημαντικά από τον έλεγχο
που ασκεί ο δάσκαλος και από τη
διδασκαλία. Η μέθοδος βασίζεται στην
εμπειρία και προϋποθέτει την
ενοποίηση των γνωστικών
αντικειμένων, ενώ οι λύσεις
προκύπτουν μέσα από την ομαδική
εργασία(Κοσμίδου,1989). Άλλες
μέθοδοι που χρησιμοποιούνται κατά
την υλοποίηση προγραμμάτων είναι
αυτή της επίλυσης προβλημάτων, που
περιέχει τη φάση του προσδιορισμού
του προβλήματος, την ανάλυσή του,
την έρευνα εναλλακτικών λύσεων, την
αξιολόγηση δυνατοτήτων επικείμενης
δράσης για εφαρμογή λύσεων και την
τελική δράση (Κεκές,
Κυριακοπούλου-Κεκέ, 2000), και η
βιωματική μέθοδος, που συνίσταται σε
διδακτικές διαδικασίες που έχουν ως
αφετηρία βιωματικές καταστάσεις.
Τεχνικές, όπως η δραματοποίηση, το
θεατρικό παιχνίδι, η δημιουργική
έκφραση, το διάγραμμα βιωματικών
εμπειριών είναι κάποιες από αυτές
που μπορεί να εφαρμόσει ο
εκπαιδευτικός (Αργυροπούλου, 2000).
Όλες αυτές οι μέθοδοι είναι δυνατόν
να υποβοηθηθούν με τη χρήση και
άλλων τεχνικών διδασκαλίας, όπως
είναι το παίξιμο ρόλων, οι ομάδες
εργασίας, η επίδειξη, η πρακτική
άσκηση, η μελέτη περίπτωσης, οι
οποίες σπάνια χρησιμοποιούνται κατά
τη διδασκαλία μαθημάτων του
αναλυτικού προγράμματος.
Ακόμη,
τα προγράμματα καινοτόμων δράσεων
θέτουν τη βάση για την ανάπτυξη της
συλλογικότητας και συνεργατικότητας,
αυτού που ο Hargreaves (1995)
ονομάζει «νοοτροπία συνεργασίας» και
η οποία αποθαρρύνεται από τη σχολική
ρουτίνα, το γραφειοκρατικό έλεγχο
που υφίσταται ο εκπαιδευτικός και
ακόμη από τη διαμόρφωση μιας
δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας και
συμπεριφοράς. Αυτή η αλλαγή της
νοοτροπίας του εκπαιδευτικού από την
απομόνωση στη συλλογικότητα αποτελεί
τη βασική προϋπόθεση ανάπτυξης
καινοτομιών και οδηγεί τους
εκπαιδευτικούς στην ανάγκη συνεχούς
βελτίωσης ως αναπόσπαστου μέρους των
επαγγελματικών τους υποχρεώσεων,
υπερβαίνοντας έτσι τον προσωπικό
πειραματισμό και εμπειρισμό και
συνδυάζοντάς τον με τη συντονισμένη
συλλογική δράση. Υπό αυτό το πρίσμα
η συλλογικότητα και η
συνεργατικότητα αποτελούν τη γέφυρα
μεταξύ της ανάπτυξης του
εκπαιδευτικού και της ανάπτυξης της
σχολικής μονάδας (Hargreaves, 1994).
Μελετώντας το θεσμικό πλαίσιο που
κατοχυρώνει νομοθετικά τα
προγράμματα των καινοτόμων δράσεων
διαφαίνεται να εγκαινιάζεται μια
σειρά συνεργασιών για τον
εκπαιδευτικό που αναλαμβάνει να
υλοποιήσει ένα πρόγραμμα καινοτόμων
δράσεων. Κατ’ αρχάς, τα προγράμματα
αναλαμβάνουν μέχρι τρεις
εκπαιδευτικοί. Αυτό σημαίνει ότι οι
εκπαιδευτικοί συνεργάζονται άμεσα
μεταξύ τους στην οργάνωση της ομάδας
των μαθητών που θα συμμετάσχουν στο
πρόγραμμα, στην επιλογή του θέματος,
στο σχεδιασμό του project, στην
προετοιμασία του υλικού, στο
συντονισμό και τη καθοδήγηση της
ομάδας, στη μέθοδο διδασκαλίας καθώς
και στην παρουσίαση του
προγράμματος. Επιτυγχάνεται, δηλαδή,
μια στενή επαγγελματική σχέση μεταξύ
του προσωπικού του σχολείου που
περιλαμβάνει καθημερινές εργασίες
και εφαρμογές (Υφαντή, 2000). Η
συμμετοχή στο ίδιο πρόγραμμα
εκπαιδευτικών διαφορετικής
ειδικότητας είναι ευκταία καθώς
επιτυγχάνεται η διαθεματικότητα του
προγράμματος. Τα προαιρετικά
εκπαιδευτικά προγράμματα είναι
προγράμματα με παιδαγωγική εκκίνηση
που ξεπερνούν τη λογική των
επιμέρους επιστημονικών κλάδων και
εντάσσονται στη λογική του μαθητή
που προσπαθεί να κατανοήσει την
πραγματικότητα την οποία βιώνει και
να διαπραγματευθεί μαζί της, για να
ενταχθεί με δημιουργικό τρόπο σε
αυτή χωρίς άγνοια και φόβους (Κούσουλας,
Κοσμίδης, 2000).
Πέρα
από τα παραπάνω, οι εκπαιδευτικοί
που έχουν αναλάβει προγράμματα θα
πρέπει να βρίσκονται σε συχνή
επικοινωνία τόσο με τον Διευθυντή
του σχολείου όσο και με τον Υπεύθυνο
του προγράμματος του Γραφείου
Εκπαίδευσης στο οποίο ανήκει. Έτσι,
διαμορφώνεται ένας δίαυλος
επικοινωνίας των εκπαιδευτικών τόσο
με τον άμεσο προϊστάμενό τους, τον
Διευθυντή του σχολείου, όσο και με
το Γραφείο της Δευτεροβάθμιας
Εκπαίδευσης. Από την άλλη πλευρά, ο
εκπαιδευτικός οργανισμός βρίσκεται
σε μια αδιάλειπτη διαλεκτική σχέση
με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον
στο οποίο υπάρχει και με το οποίο
συναλλάσσεται συνεχώς. Λαμβάνει
εισροές, δηλαδή μαθητές, κονδύλια,
διδακτική ύλη, εποπτικό υλικό, και
προσφέρει εκροές - εκπαιδευμένους
αποφοίτους, υπηρεσία προς την
κοινότητα και την κοινωνία,
κοινωνικοποίηση νέων πολιτών. Η
γνώση από πλευράς εκπαιδευτικού
οργανισμού των ιδιαίτερων συνθηκών
του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα
στο οποίο υπάρχει και αναπτύσσεται
του παρέχει τη δυνατότητα να
διακρίνει τους τρόπους με τους
οποίους μπορεί να ωφεληθεί από τους
πόρους και τις ευκαιρίες μάθησης που
είναι δυνατόν το περιβάλλον αυτό να
προσφέρει, να διαπιστώσει τους όρους
με τους οποίους μπορεί να εκπληρωθεί
ο ουσιαστικός ρόλος των
εκπαιδευτικών θεσμών στη συγκρότηση
των ατόμων ως πολιτών του τοπικού
αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού
περιβάλλοντος, αλλά και να αποκτήσει
την ικανότητα να προστατεύεται από
την ύπαρξη ενός ταραχώδους
περιβάλλοντος. Οι εκπαιδευτικοί
οργανισμοί έχουν συνήθως νοητούς
τοίχους, με βαθμό διαπερατότητας που
ποικίλλει, που τους χωρίζουν από τον
έξω κόσμο (Everard K.B., Morris G.,
1999).
Έτσι,
το σχολείο ως ζωντανός οργανισμός
δεν μπορεί να αγνοήσει τις
διασυνδέσεις του με τον κοινωνικο-οικονομικό
του περίγυρο και κυρίως με την αγορά
εργασίας, τις ανάγκες της
οικονομικής ανάπτυξης, την εθνική
κουλτούρα και παράδοση με τις
τοπικές της διαφοροποιήσεις, καθώς
και τις διαμορφωμένες στάσεις της
ελληνικής κοινωνίας.
Από την άλλη πλευρά,
τα προγράμματα καινοτόμων δράσεων
προέκυψαν από την ανάγκη ανάπτυξης
και βελτίωσης των όρων που συνθέτουν
την εκπαιδευτική πραγματικότητα στη
βάση των νέων επιστημονικών,
πολιτιστικών και κοινωνικών
δεδομένων. Συνεπώς, βρίσκονται σε
άμεση συνάρτηση με τις αλλαγές τόσο
στο εκπαιδευτικό όσο και στο
ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, αλλαγές
που νομιμοποιούν την ύπαρξή τους.
Έτσι, τα προγράμματα καινοτόμων
δράσεων συνιστούν άνοιγμα του
σχολείου προς την κοινωνία. Η
θεωρητική αυτή διαπίστωση έχει διττή
έννοια: πρώτον, σχετίζεται με τη
θεματολογία των προγραμμάτων. Μια
απλή ανάγνωση των θεματικών αξόνων
από τους οποίους εκπαιδευτικοί και
μαθητές μπορούν να επιλέξουν το θέμα
του προγράμματος που θα εκπονηθεί
καταδεικνύει την προσπάθεια για
ανάπτυξη της κριτικής
κοινωνιογνωσίας και την ομαλή
ένταξή τους στην κοινωνία (Κοσμίδου,
1997).
Η
δεύτερη σημασία της έννοιας του
ανοίγματος του σχολείου προς την
κοινωνία έχει πρακτικό
προσανατολισμό. Όπως φαίνεται από το
πλήθος των προγραμμάτων που έχουν
δημοσιευθεί σε περιοδικά με
εκπαιδευτικά θέματα, στην
πλειονότητά τους πραγματοποίησαν
επισκέψεις και ήρθαν σε επαφή με
διάφορους φορείς της κοινωνίας, σε
μια προσπάθεια να διασυνδέσουν τη
θεωρία με τη σύγχρονη κοινωνική,
οικονομική, πολιτιστική και
πολιτισμική πραγματικότητα. Οι
μαθητές έχουν τη δυνατότητα να
έρθουν σε επαφή με το αντικείμενο
μελέτης τους ή με φορείς της
κοινωνίας και να βιώσουν στην
πραγματικότητα αυτό το οποίο
μελετούν σε θεωρητικό επίπεδο
(Λουρή-Λιμνιάτη, Βλάχου, 2000˙
Παπαδοπούλου, 2000).
Β. ΘΕΣΜΟΣ Σ.Ε.Π. ΚΑΙ
΄΄ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ ΄΄.
Ο όρος
Σχολικός Επαγγελματικός
Προσανατολισμός(Σ.Ε.Π.) δηλώνει το
σύνολο των διαδικασιών που
πραγματοποιούνται κατά τρόπο
οργανωμένο και συστηματικό από
ειδικές υπηρεσίες και
εξειδικευμένους επιστήμονες και
στοχεύουν στο να βοηθήσουν τα
ενδιαφέροντα άτομα να πάρουν μόνα
τους τις πιο κατάλληλες για αυτά
αποφάσεις όσον αφορά στη σχολική,
αρχικά, και την επαγγελματική
αργότερα που θα ακολουθήσουν , την
είσοδό τους στην ενεργό ζωή , την
προσαρμογή τους σε αυτήν και τις
πιθανές μεταγενέστερες αλλαγές της
επαγγελματικής τους δραστηριότητας
(Κασσωτάκης,1995).
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια γίνεται
χρήση του όρου Συμβουλευτική
σταδιοδρομίας(career
counseling) και είναι
αποτέλεσμα των νέων αρχών που
διέπουν τις επαγγελματικές
δραστηριότητες(Γιαννακούρου,2003)
και των νέων μοντέλων οργάνωσης της
εργασίας(Πιτέλης,Μελέτη Υπ.
Ανάπτυξης,1997).
Καταρχήν η σταδιοδρομία ορίζεται ως
« η εξελικτική διαδοχή των
εργασιακών εμπειριών ενός ατόμου
κατά την πορεία του χρόνου»(Arthur
et al,1989).Σημαντικό
στοιχείο στον ορισμό αυτό είναι η
έννοια του χρόνου κατά τη διάρκεια
του οποίου η σταδιοδρομία δημιουργεί
στο άτομο μια ‘ μετακινούμενη οπτική
‘στη συνδιαλλαγή που λαμβάνει χώρα
ανάμεσα στο ίδιο και στην αγορά
εργασίας(Hughes,1971).Με
τον τρόπο αυτό η νέα αντίληψη για
τη σταδιοδρομία αναφέρεται στο ίδιο
το άτομο και συνδέει τον προσωπικό
του κόσμο με την κοινωνική και
οικονομική δομή σε μια σχέση
αμοιβαίας αλληλεπίδρασης και
εξάρτησης (Κρίβας , 2001).
Ωστόσο, σήμερα, η νέα αντίληψη για
τη σταδιοδρομία αποδίδεται με το όρο
«Πρωτεική» ή «Ευμετάβλητη» (Hall
1976) και καθορίζεται κυρίως από τις
εποικοδομητικές θεωρίες(Young
&Collin,2004)
και είναι ένα ελαστικό μόρφωμα χωρίς
σαφώς προσδιοριζόμενο πλαίσιο (Arthur
& Rousseau,1996).Επίσης
αναφέρεται στη δια βίου εξέλιξη ενός
ατόμου όσον αφορά την εργασία αλλά
και τη μάθηση που καθορίζεται
υποκειμενικά και όχι
αντικειμενικά(Κρίβας, 2001:
Watts,1983).Η
νέα αντίληψη για τη σταδιοδρομία
αναφέρεται στο ίδιο το άτομο και
συνδέει τον προσωπικό του κόσμο με
την κοινωνική και οικονομική δομή σε
μια σχέση αμοιβαίας αλληλεπίδρασης
και εξάρτησης (Κρίβας , 2001).
Στο
βαθμό που η σταθερότητα δε βρίσκεται
στην ίδια την εργασία , εναπόκειται
στο ίδιο το άτομο να την εξασφαλίσει
για τον εαυτό του μέσα από την
προσπάθειά του να εξελιχθεί και να
προσαρμοστεί , να παραμένει πάντα
επίκαιρο και ελκυστικό για την αγορά
και μέσα σε αυτό το πλαίσιο η έννοια
της «απασχολησιμότητας» είναι βασικό
κλειδί για την επαγγελματική
σταδιοδρομία(Brown,
1999).Ωστόσο, η εξασφάλιση και
διατήρηση της απασχολησιμότητας,
συνεπάγεται για το νέο εργαζόμενο,
εκτός από την απόκτηση και συνεχή
βελτίωση των γνώσεων του (δια βίου
αυτοδιαχειριζόμενη μάθηση) και την
ύπαρξη και ανάπτυξη ικανοτήτων και
δεξιοτήτων που του εξασφαλίζουν την
απόκτηση και διατήρηση της ένταξής
του στην αγορά εργασίας(Επίσημη
Εφημερίδα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
C143/3-14/06/2002),
Παληός,2003 Μελέτες ΙΝΕ-ΓΣΕΕ).
Το
σύνολο αυτό των δεξιοτήτων και
ικανοτήτων στη Συμβουλευτική
Σταδιοδρομίας αποδίδεται με τον όρο
«δεξιότητες σταδιοδρομίας»
(Σιδηροπούλου –Δημακάκου 2001) και
περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα
δεξιοτήτων που μπορούν να
ομαδοποιηθούν σε τρείς
κατηγορίες(Χαροκοπάκη, 2005).
Στην
πρώτη κατηγορία εντάσσονται οι
δεξιότητες και ικανότητες που
σχετίζονται με εργασιακές
λειτουργίες, οι τεχνικές και
επαγγελματικές δεξιότητες(Βrown,1999:
Eddy,2000:
Σιδηροπούλου-Δημακάκου,2001), οι
οποίες ονομάζονται και
΄΄οριζόντιες΄΄ αφού μπορούν να
αξιοποιηθούν σε οποιαδήποτε θέση
εργασίας( Καμινιώτη & Χλέτσος 2004).
Στη
δεύτερη κατηγορία , στο πλαίσιο της
παγκόσμιας προοπτικής της
σταδιοδρομίας εντάσσονται οι
διαπολιτισμικές δεξιότητες
.Πρόκειται για ένα πλέγμα δεξιοτήτων
, γνώσεων, ικανοτήτων και προσόντων
που βοηθούν το άτομο να δρα σε
διακρατικό , ευρωπαϊκό ή διεθνές
επαγγελματικό επίπεδο(Brown,1998
β:1999:Λεκάκη,2004).
Την
τρίτη κατηγορία αποτελούν οι
κοινωνικές δεξιότητες και ικανότητες
οι οποίες σχετίζονται με τα
χαρακτηριστικά της προσωπικότητας
του ατόμου και μπορούν να
χρησιμοποιηθούν σε ένα ευρύ φάσμα
καταστάσεων που αναφέρονται τόσο
στην ιδιωτική όσο και στην
επαγγελματική ζωή .Οι δεξιότητες
αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν σε
οποιαδήποτε θέση εργασίας και η
βαρύτητά τους στην αξιολόγηση του
προσωπικού των επιχειρήσεων
αυξάνεται συνεχώς , ενώ παράλληλα
υπάρχει πλήθος αναφορών σε ότι αφορά
την ανάγκη ανάπτυξης των δεξιοτήτων
αυτών από τα συστήματα εκπαίδευσης
και κατάρτισης(Benzanson,2000:
Κασσωτάκης,2004 :
Σιδηροπούλου-Δημακάκου,2001: 2005).
Η
πραγματικότητα είναι ότι οι
σημερινές απαιτήσεις και προσδοκίες
του ανεπτυγμένου κόσμου από το
εκπαιδευτικό σύστημα , όπως
αποκρυσταλλώνεται σε διάφορα κείμενα
πολιτικής για την εκπαίδευση,
χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα
υψηλές(Επιτροπή Ευρωπαικών
Κοινοτήτων,SEC2000/1832).Η
εκπαίδευση θεωρείται ένα από τα
κύρια μέσα για να αποκτήσουν κυρίως
οι νέοι άνθρωποι τα εφόδια αυτά που
θα τους βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν
τις νέες προκλήσεις και την
αβεβαιότητα που χαρακτηρίζουν τη
σύγχρονη εποχή(Εθνικό Συμβούλιο
Παιδείας,2006).Το σύγχρονο σχολείο
λοιπόν οφείλει να ανταποκριθεί στην
καλλιέργεια ικανοτήτων και
δεξιοτήτων που θα καταστήσουν το νέο
άτομο ικανό να ανταποκρίνεται στις
ανάγκες των καιρών και του κόσμου
της εργασίας(Bruner,1996,όπ.αναφ.στο
Φλουρής,2001).Προς αυτή την
κατεύθυνση και προκειμένου οι
εκπαιδευόμενοι να ενδυναμωθούν
ποικιλοτρόπως είναι αναγκαία η
επέκταση της εκπαίδευσης καθόλη τη
διάρκεια της ζωής και παράλληλα η
εφαρμογή νέων εκπαιδευτικών μεθόδων
και συμμετοχικών διαδικασιών , η
στροφή δηλαδή σε μια παιδαγωγική
της πράξης, που καθιστά τους
διδασκόμενους πιο ενεργητικούς στην
πορεία της εκπαίδευσής τους(Φλουρής
& Πασιάς 2000: Φλουρής 2001:
Kόκκος
,2006).Tο
πεδίο της Συμβουλευτικής και του
Προσανατολισμού βρίσκεται μπροστά σε
νέες προσκλήσεις και προκλήσεις. Στη
βάση της ανάγκης για ύπαρξη δια βίου
προγραμματισμού , μάθησης και δράσης
για τη διαχείριση της σταδιοδρομίας
καθώς και της δυνατότητας για
αντιμετώπιση των σύνθετων
καταστάσεων της ζωής και της
εργασίας, η Συμβουλευτική για το
σχεδιασμό της σταδιοδρομίας
ουσιαστικά αναφέρεται σε μια μέθοδο
΄΄σχεδιασμού ζωής΄΄και στην προώθηση
της ικανότητας για αυτοκαθοδήγηση
στη ζωή και την εργασία , σε μια
διαρκή πορεία αυτοανάπτυξης (Peavy,2000).Χρειάζεται
λοιπόν να εφαρμοστούν ενεργητικοί
τρόποι Συμβουλευτικής που θα
εμπεριέχουν μια ισχυρή , εμπειρική
και βιωματική διάσταση(Wannan,
2004).Η εφαρμογή πρακτικών
βιωματικής προσέγγισης και
διερευνητικής μάθησης μέσα από
δραστηριότητες και μεθόδους που
προωθούν την ενεργό συμμετοχή των
μαθητών, την αλληλεπίδραση, τη
συνεργασία μεταξύ τους σε ομάδες
εργασίας και την εμπειρική μάθηση
στο πεδίο έχουν σκοπό να βοηθήσουν
τους μαθητές να αποκτήσουν γνώση
μέσα από την εμπειρία και ,κυρίως,
κατακτώντας την ικανότητα να
οργανώνουν τα δικά τους σχέδια για
να αναζητούν πληροφορίες προκειμένου
να πάρουν αποφάσεις που αφορούν τη
σταδιοδρομία και τη ζωή
τους(Κοσμίδου& Μαρμαρινός 1994,
Κρίβας 2005).Ουσιαστικά αναφερόμαστε
σε ένα νέο παιδαγωγικό πλαίσιο των
προγραμμάτων Συμβουλευτικής και
Επαγγελματικού Προσανατολισμού στο
σχολικό περιβάλλον και ειδικά στη
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση , η οποία
στοιχειοθετεί μια νέα δυναμική και
ενδιαφέρουσα διάσταση του
θεσμού(Παλαιοκρασσάς, 2003 :
Κοσμίδου, 2003 :
Wannan,2004).
Συνεπώς ο Σ.Ε.Π. πρέπει να κάνει
πολύ περισσότερα από το να
προετοιμάσει τους μαθητές να
επιλέξουν μια εκπαιδευτική διαδρομή
προς ένα επάγγελμα. Πρέπει να
εφαρμόζει συμπληρωματικές
δραστηριότητες εκτός αναλυτικού
προγράμματος, που να στοχεύουν στον
εφοδιασμό των μαθητών με ικανότητες
διασφάλισης της σταδιοδρομίας τους,
ώστε δια βίου να μπορούν να
αντιμετωπίζουν απαιτήσεις
αποτελεσματικής διαχείρισης της
επαγγελματικής τους εξέλιξης καθώς
και διατήρηση της ΄΄΄
απασχολησιμότητάς
τους΄΄.(Παλαιοκρασάς,2006).
Γ. Καινοτόμα Προγράμματα ΠΟΥ
ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΘΕΣΜΟ Σ.Ε.Π.
Γ1.
Προς την κατεύθυνση αυτή σχεδιάστηκε
και εφαρμόζεται το καινοτόμο
πρόγραμμα του Παιδαγωγικού
Ινστιτούτου με άξονα τη σύνδεση του
Σ.Ε.Π. με την αγορά εργασίας και με
μαθητοκεντρικές δραστηριότητες ως
συμπλήρωμα και εμπέδωση του
αναλυτικού προγράμματος (Paleocrassas
et al,2004).Ενταγμένο στο
ΕΠΕΑΕΚ(2.4.1ε) με τίτλο΄΄
Εφαρμογή προγραμμάτων Συμβουλευτικής
και Επαγγελματικού Προσανατολισμού
σε εκπαιδευτικές μονάδες΄΄ ανέπτυξε
μαθητικές δραστηριότητες σε επίπεδο
σχολείου και σε επίπεδο δικτύου
σχολείων που στόχευαν στη διερεύνηση
της τοπικής αγοράς εργασίας σε σχέση
με ρεαλιστικές προοπτικές
απασχόλησης και διερεύνηση ευκαιριών
επιχειρηματικότητας. Η στόχευση
αφορούσε κυρίως την ανάπτυξη των
ικανοτήτων των μαθητών στην ομαδική
αποτελεσματικότητα, τη χρήση νέων
τεχνολογιών, την ανάπτυξη και
επεξεργασία πληροφοριών, τη σύνθεση
και παρουσίαση ευρημάτων με δικτυακή
συνοχή, τη στοχευμένη επικοινωνία,
την οργάνωση και τον προγραμματισμό
(Παλαιοκρασσάς, 2003).Ουσιαστικά στο
καινοτόμο αυτό πρόγραμμα οι μαθητές
εμπλέκονται σε ένα διαδραστικό
παιχνίδι που συνδέει τη γνώση με τη
δράση σε πλαίσια της πραγματικής
τοπικής ζωής(Law,1981 : Law,1996a).Η
αξιολόγηση της εφαρμογής του
καινοτόμου αυτού προγράμματος
τεκμηρίωσε ποιοτικά στοιχεία , τα
σημαντικότερα αναφέρονται στην
αποτελεσματική διάδραση ανάμεσα σε
μαθητές σχολείων διαφορετικών τύπων
με την υποστήριξη για την περιοχή
της Δωδεκανήσου των νέων
τεχνολογιών(τηλεσυνδιάσκεψη,
ηλεκτρονική πλατφόρμα )και ακόμη
εμπλοκή των μαθητών με χαμηλή
αυτοεκτίμηση, αυθεντική διερεύνηση
της τοπικής αγοράς, ανάπτυξη
κομβικών ικανοτήτων με έμφαση στα
βιώματα και όχι στα παραδοτέα(
Παλαιοκρασσάς, κ.ά., 2004).
Η
αξιοποίηση διαφόρων εξωτερικών
φορέων και ιδιαίτερα φορέων της
τοπικής κοινότητας ως κοινοτήτων
μάθησης, θεωρείται μια πρακτική που
ανταποκρίνεται στην ανάγκη
αναμόρφωσης των παραδοσιακών
συστημάτων εκπαίδευσης και
κατάρτισης με την εφαρμογή νέων
προσεγγίσεων για τη μάθηση καθώς και
στην πρόσβαση σε νέες ευκαιρίες
μάθησης(Lawrence&
Heeley,2004).
Γ2. Επίσης , ένα άλλο
καινοτόμο πρόγραμμα το οποίο
υλοποιείται από τους υπευθύνους
ΚΕ.ΣΥ.Π. και ΓΡΑ.ΣΕΠ. είναι το
πρόγραμμα με τον τίτλο
΄΄Καλλιρόη΄΄ (4.1.1.β,ΕΠΕΑΕΚΙΙ), το
οποίο υλοποιείται από το Α.Π.Θ. και
αναφέρεται σε δράσεις
συμβουλευτικής και επαγγελματικού
προσανατολισμού με την οπτική του
φύλου. Συμπεριλαμβάνει στις δράσεις
του μαθητές και μαθήτριες από όλα τα
δημόσια σχολεία της χώρας και
επιχειρεί να φέρει την ιδεολογία της
ισότητας των φύλων στο επίκεντρο των
εκπαιδευτικών και επαγγελματικών
τους αποφάσεων και επιλογών ζωής
μέσω δράσεων που υλοποιούνται στο
πλαίσιο του Σχολικού Επαγγελματικού
Προσανατολισμού. Είναι ένα έργο
καινοτόμο επειδή επιδιώκει τη
βελτίωση της πρόσβασης των
κοριτσιών και των νεαρών γυναικών
στην αγορά εργασίας και την ισότιμη
συμμετοχή τους στην επαγγελματική
ζωή απευθυνόμενο και στα δύο φύλα
και ακόμη επειδή προωθεί την
αντίληψη ότι η ισότητα των φύλων
στην αγορά εργασίας είναι θέμα που
δεν αφορά μόνο το γυναικείο πληθυσμό
, αλλά προυποθέτει αλλαγές στη
νοοτροπία, τις στάσεις και τις αξίες
τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών
.Ακόμη , επιχειρεί να διευρύνει όχι
μόνο τους επαγγελματικούς ορίζοντες
των κοριτσιών και των γυναικείων
ταυτοτήτων , αλλά και να ενσωματώσει
αξίες που συνδέονται με την
οικογενειακή ζωή και συμπεριφορών
φροντίδας στις ανδρικές ταυτότητες (www.kallirroe.edu.gr).
Πιο συγκεκριμένα οι δράσεις σχολικών
εφαρμογών περιλαμβάνουν :1α.
Ασκήσεις ευαισθητοποίησης των
μαθητών /τριών σε θέματα Σ.Ε.Π. με
την οπτική του φύλου και για την
εφαρμογή των ασκήσεων
χρησιμοποιούνται η γραπτή και
προφορική έκθεση απόψεων , το
παίξιμο ρόλων, οι συζητήσεις με
αντιπαράθεση επιχειρημάτων και οι
συζητήσεις σε ομάδες εστίασης. 2α
. Ημέρες Σπουδών &
Σταδιοδρομίας με την οπτική του
φύλου, όπου καλούνται επιστήμονες
ειδικοί σε θέματα φύλου και
συζητούν θέματα σταδιοδρομίας μέσα
από την οπτική του φύλου .Επίσης το
πρόγραμμα περιλαμβάνει και
παρουσιάσεις από επαγγελματίες
Ακόμη το πρόγραμμα περιλαμβάνει 3α
. Επισκέψεις σε χώρους εργασίας των
μαθητών /τριών και 4α
Ημερίδες ενημέρωσης γονέων και
κηδεμόνων με τη συμμετοχή φορέων και
εκπροσώπων των τοπικών κοινωνιών 5α
Δράσεις Συμβουλευτικής(ατομικής και
ομαδικής).Τα συνηθέστερα θέματα που
συζητήθηκαν αφορούσαν την
πληροφόρηση για σπουδές και
εκπαιδευτικές επιλογές, τα
στερεότυπα για τα φύλα στον
εργασιακό χώρο, την ανάπτυξης
δεξιοτήτων ένταξης στην αγορά
εργασίας, την αναζήτηση τρόπων
συνδυασμού επαγγελματικής και
οικογενειακής ζωής, την αναζήτηση
λύσεων σε θέματα προσωπικών,
εκπαιδευτικών κι επαγγελματικών
επιλογών και συγκρούσεις με
γονείς.(ΥΠΕΠΘ,4.1.1β-ΕΠΕΑΚ ΙΙ).
Γ3.
) Αγωγή Σταδιοδρομίας
Ο
θεσμός της Συμβουλευτικής Σχολικού
Επαγγελματικού Προσανατολισμού,
εκτός από την εφαρμογή του στην τάξη
στο πλαίσιο των ωρολογίων
προγραμμάτων της Γ΄ Γυμνασίου και Α'
Ενιαίου Λυκείου, εφαρμόζεται και
υποστηρίζεται τόσο στο πλαίσιο των
δραστηριοτήτων των ΚΕΣΥΠ και
Γραφείων ΣΕΠ της χώρας όσο και με
την εφαρμογή προγραμμάτων Αγωγής
Σταδιοδρομίας στο πλαίσιo των
σχολικών δραστηριοτήτων.
Οι
Σύμβoυλoι ΣΕΠ που υπηρετoύν στα
ΚΕΣΥΠ και τα ΓΡΑΣΕΠ της χώρας είναι
δυνατόν να ενημερώσουν, να
υποστηρίξουν και γενικότερα να
συνεργαστoύν τόσο στο στάδιο του
σχεδιασμού όσο και σε αυτό της
υλοποίησης προγραμμάτων Αγωγής
Σταδιοδρομίας. Στη φάση του
σχεδιασμού υπάρχει επίσης η
δυνατότητα ενημέρωσης των
ενδιαφερόμενων εκπαιδευτικών σχετικά
με προηγούμενα προγράμματα Αγωγής
Σταδιοδρομίας, που έχουν ήδη
υλοποιηθεί, από τα σχετικά αρχεία
που διατηρούν τα ΚΕΣΥΠ, ενώ
διευκολύνεται η επαφή των
ενδιαφερομένων με εκπαιδευτικούς που
έχουν ήδη σχετική εμπειρία
υλοποίησης. Παράλληλα, είναι δυνατόν
οι Σύμβουλοι των Γραφείων ΣΕΠ να
ενημερώσουν το σύλλογο καθηγητών της
σχολικής μονάδας που ανήκει το
Γραφείο ΣΕΠ, ή τους συλλόγους
καθηγητών παρακείμενων σχολικών
μονάδων, στην οποία ο Σύμβουλος του
Γραφείου προωθεί το θεσμό του ΣΕΠ
στην τάξη, σχετικά με την υλοποίηση
προγραμμάτων Αγωγής Σταδιοδρομίας.
Οι
ενδιαφερόμενοι εκπαιδευτικοί οι
οποίοι πρόκειται να καταθέσουν
προτάσεις για να υλοποιήσουν
προγράμματα στο πλαίσιο της Αγωγής
Σταδιοδρομίας ενημερώνουν ανάλογα το
ΚΕΣΥΠ της περιοχής τους ή το ΓΡΑΣΕΠ,
από το οποίο μπορούν να ζητήσουν
τόσο σχετική υποστήριξη αλλά και
γενικότερη ενημέρωση σχετικά με το
θεσμό της
Συμβουλευτικής-Eπαγγελματικού
Προσανατολισμού και τις εφαρμογές
του.
Συμπληρωματικά αναφέρεται ότι και
κατά τη διάρκεια της υλοποίησης οι
ομάδες (εκπαιδευτικοί-μαθητές) που
υλοποιούν προγράμματα μπορούν να
συνεργαστούν εκτός από τα κατά
τόπους ΚΕΣΥΠ και Γραφεία ΣΕΠ της
χώρας με φορείς του χώρου της
εκπαίδευσης, απασχόλησης, πρόνοιας
τοπικής αυτοδιοίκησης κ.ά., και να
πραγματοποιούν επισκέψεις
ενημερωτικές συναντήσεις,
τηλεφωνικές, γραπτές και
διαδικτυακές επικοινωνίες, μικρές
έρευνες πεδίου, συνεντεύξεις, μικρά
project και ό,τι άλλο κριθεί
απαραίτητο και ωφέλιμο για την
αποτελεσματικότητα του προγράμματος.
Η παρουσίαση των υλοποιημένων
προγραμμάτων Αγωγής Σταδιοδρομίας
μπορεί να συμπεριληφθεί στις
δραστηριότητες που περιλαμβάνoνται
στα πλαίσιο των «Ημερών
Σταδιοδρομίας» (Υ.Α.
Γ2/455/07-02-2000, ΦΕΚ 161).
Γ4. Η
μάθηση που σχετίζεται με την
εργασία(Πρόταση)
Η
μέθοδος της μάθησης που σχετίζεται
με την εργασία εφαρμόζεται μέσα από
την υλοποίηση οργανωμένων
δραστηριοτήτων και ανταποκρίνεται
στην ευρύτερη ανάγκη σύνδεσης των
συστημάτων εκπαίδευσης και
κατάρτισης με τον κόσμο της
εργασίας.(Αzizi&Lasonen,2004)
και ανάλογα με τη μορφή που παίρνει
στην εφαρμογή της , αποκαλείται και
επαγγελματική
τοποθέτηση(Δημητρόπουλος,1999β).
Στο
πλαίσιο λειτουργίας του συστήματος
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στη χώρα
μας δεν προσφέρονται τέτοιες
υπηρεσίες. Η ένταξη της μεθόδου
αυτής ή και άλλων(π.χ. σύστημα
πρακτικής και μαθητείας,
εκπαιδευτικά προγράμματα από
επιχειρήσεις, μάθηση μέσα από τη
διαδικασία της παρατήρησης ενός
εργαζόμενου για κάποιο χρονικό
διάστημα κ.ά.) στους κόλπους της
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης
εντάσσεται στην ευρύτερη
προβληματική που έχει αναπτυχθεί τα
τελευταία χρόνια για τη σύνδεση της
εκπαίδευσης με την παραγωγή και στα
πρότυπα δεδομένων και κατευθύνσεων
της Ευρωπαικής Ένωσης από χώρες που
εφαρμόζονται τέτοια σχήματα σε
σχολεία(Παλαιοκρασσάς ,2001).Η
μέθοδος αυτή , επίσης,
ανταποκρίνεται και στην ανάγκη
ανάπτυξης συστηματικών μηχανισμών
επαγγελματικού προσανατολισμού για
τη στήριξη του εκπαιδευτικού
έργου(Εθνικό Συμβούλιο
Παιδείας,2006).Η σύνδεση της
εκπαίδευσης με τον κόσμο της
εργασίας προσφέρει στους μαθητές
γνώση των πραγματικών συνθηκών και
διευκολύνει τις επιλογές τους,
προωθεί την ανάπτυξη επιχειρηματικών
δεξιοτήτων , καλλιεργεί και
αξιοποιεί τεχνικές και κοινωνικές
δεξιότητες και ικανότητες καθώς και
την έμφυτη ανάγκη για
δημιουργικότητα, αφού το όλο
εγχείρημα έχει χαρακτήρα
προσομοίωσης της πραγματικής
εργασίας(Κάντας, 1998).
Ακόμη,
ένα άλλο πρόγραμμα το οποίο
συζητείται να υλοποιηθεί στα πλαίσια
ενδυνάμωσης του θεσμού Σ.Ε.Π. αφορά
το πρόγραμμα « Επιχειρηματικότητα
των Νέων»(www.sen.org.gr)
και στοχεύει στην ευαισθητοποίηση
των μαθητών σε οικονομικά και
επιχειρηματικά θέματα.
.Η
σύνδεση αυτή βέβαια δε σημαίνει σε
καμία περίπτωση ότι γίνεται σε βάρος
της μορφωτικής λειτουργίας του
σχολείου (Κασσωτάκης&Μαρμαρινός,2005).
Τέλος,
ο επαναπροσδιορισμός της
Συμβουλευτικής και του
Προσανατολισμού σε αυτή τη βάση ,
μπορεί να αποτελέσει το όχημα για
τον επαναπροσδιορισμό της συνολικής
εκπαιδευτικής
διαδικασίας(Μαυρογιώργος,2004),
σύμφωνα με τους στόχους που
περιγράφονται παραπάνω.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Στο
πλαίσιο αυτής της εργασίας έγινε
προσπάθεια να καταδειχθεί η ανάπτυξη
του θεσμού της Συμβουλευτικής –
Προσανατολισμού μέσω καινοτόμων
εκπαιδευτικών προγραμμάτων που
δίνουν προτεραιότητα σε μια άλλη
παιδαγωγική , την παιδαγωγική της
πράξης, που ενσωματώνει και
συνδυάζει το βίωμα και την εμπειρία
των συμμετεχόντων και τους καθιστά
ενεργητικούς. Η αγωγή αυτή πέρα από
την αναζήτηση εκπαιδευτικής και
επαγγελματικής κατεύθυνσης αποτελεί
ουσιαστικά αγωγή νοήματος ζωής, αφού
η αναζήτηση προσανατολισμού στην
εργασία σε οδηγεί στην αναζήτηση
της πνευματικής σφαίρας νοήματος
ζωής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Επιτροπή Ευρωπαικών Κοινοτήτων,
Έκθεση της Επιτροπής: “ Οι
συγκεκριμένοι μελλοντικοί στόχοι των
εκπαιδευτικών συστημάτων’’, Επίσημη
Εφημερίδα, C143/3,
14-06-2002. Επιτροπή Ευρωπαικών
Κοινοτήτων, Έκθεση της Επιτροπής: “
Οι συγκεκριμένοι μελλοντικοί στόχοι
των εκπαιδευτικών συστημάτων’’,
Επίσημη Εφημερίδα,
C143/3,
14-06-2002.
Επιτροπή Ευρωπαικών Κοινοτήτων,
Έγγραφο Εργασίας των υπηρεσιών της
Επιτροπής, Βρυξέλλες, 30/10/2000,Sec(2000)1832
Αργυροπούλου Δ., «Εικαστική
θεραπεία, μια νέα προσέγγιση στα
παιδιά με ειδικές ανάγκες –
Κατανοώντας τα παιδιά και βοηθώντας
τα να ‘μεγαλώσουν’ μέσα από την
τέχνη», στο Μπαγάκης Γ. (Επιμ.),
Προαιρετικά Εκπαιδευτικά Προγράμματα
στη Σχολική Εκπαίδευση, Μεταίχμιο,
Αθήνα, 2000
Γιαννακούρου Μ., (2003),Νέα Οργάνωση
της Εργασίας.Πηγή:www.ekdd.gr
Δανασσής-Αφεντάκης Α., Η Εξέλιξη της
Παιδαγωγικής Σκέψης, Αθήνα, 1980
Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, Έκθεση
Επιτροπής για τη δευτεροβάθμια
Εκπαίδευση,Alfavita Αθήνα, 2006.
Καμαρινού Δ., «Ο εκπαιδευτικός
μπορεί να λειτουργήσει ως ερευνητής;
Μια εφαρμοσμένη πρόταση», στο
Μπαγάκης Γ. (Επιμ.), Ο Εκπαιδευτικός
ως Ερευνητής, Μεταίχμιο, Αθήνα,
2002.
Καμινιώτης Ο.,Χλέτσος Μ., (2004) ΄΄
Ζήτηση ειδικοτήτων & Δεξιοτήτων στην
Ελληνική αγορά εργασίας. Αθήνα.
Παρατηρητήριο ΑπασχόλησηςΕρευνητική
Πληροφορική.
Κάντας
Α(1998).Στάδια Συμβουλευτικής
Σταδιοδρομίας, Πρακτικά 1ου
Συνεδρίου Συμβούλων
Σταδιοδρομίας,14-19/09/1998, Α.Π.Θ.
Κασσωτάκης,Μ.(2004) ΄΄ Οι σύγχρονες
κοινωνικο-οικονομικές και
τεχνολογικές εξελίξεις και οι
επιδράσεις τους στην εκπαίδευση,
στην κατάρτιση και στον
επαγγελματικό προσανατολισμό΄΄,
Πρακτικά , Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου του
Εθνικού & Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών,
Αθήνα,23-25/01/2004.
Κασσωτάκης Μ& Μαρμαρινός
Ι.,(2005),΄΄ Η παγκοσμιοποίηση και
οι επιπτώσεις της στην Επαγγελματική
Σταδιοδρομία και την εφαρμογή της
Επαγγελματικής Συμβουλευτικής΄΄,
Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και
Προσανατολισμού,74-75.
Κεκές
Α., Κυριακοπούλου-Κεκέ Γ.,
Συνεισφορά προγράμματος
Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης στην
ενδοσχολική επιμόρφωση και
επαγγελματική ανάπτυξη εκπαιδευτικών
και στο επίσημο και το κρυφό
αναλυτικό πρόγραμμα», στο Μπαγάκης
Γ. (Επιμ.), Προαιρετικά Εκπαιδευτικά
Προγράμματα στη Σχολική Εκπαίδευση,
Μεταίχμιο,Αθήνα, 2000.
Κόκκος Α.,΄΄ Εισαγωγή στο
εκπαιδευτικό υλικό για τους
εκπαιδευτές θεωρητικής
κατάρτισης΄΄(2006),Πρόγραμμα
Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών, ΕΚΕΠΙΣ
Κοσμίδου-Hardy
& Μαρμαρινός Ι.,(1994)΄΄ Ο Δάσκαλος
και η ενεργός Έρευνα’’, Σύγχρονη
Εκπαίδευση,79.
Κοσμίδου Χ(1989), ΄΄ Ενεργός Έρευνα
για μια Γνήσια, Απελευθερωτική,
Παιδεία΄΄.Σύγχρονη Εκπαίδευση, 48
Κρίβας
Σ.,(2001): Η διαφοροποίηση της
αντίληψης για τη σταδιοδρομία στα
πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Απο
την ΄΄ αντικειμενική ΄΄ ιεραρχική
δομή στη διαμορφούμενη υποκειμενικά
δια βίου διαδικασία. Πρακτικά
Α΄Διεθνούς Συνεδρίου του Ε.Κ.Ε.Π. ,
Αθήνα,9-11/05/2001.
Κρίβας
Σ(2005),΄΄ Η Συμβουλευτική για τη
Σταδιοδρομία στο νέο
Millenium΄΄Επιθεώρηση
Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού,
74-75.
Κούσουλας Φ., Σχεδιασμός και
εφαρμογή διαθεματικής διδασκαλίας,
εκδ. ΑτραπόςΑθήνα 2004
Λαϊνας Α. Διοίκηση και
προγραμματισμός σχολικών μονάδων:
επιστημονικές προσεγγίσεις και
ελληνική πραγματικότητα. Στο
ανθολόγιο:Παπαναούμ Ζωή (επιμελήτρια
έκδοσης).Ο προγραμματισμός του
εκπαιδευτικού έργου στη σχολική
μονάδα: απότη θεωρία στην πράξη(σελ
23-40). Θεσσαλονίκη:Παιδαγωγικό
Ινστιτούτο, Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,2000
Λουρή-Λιμνιάτη
Β., Βλάχου Έ., «Εκπαιδευτικό
πρόγραμμα μουσειακής εκπαίδευσης στο
Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο
Γιαννιτσών. Τα παιδιά γνωρίζουν την
πολιτιστική τους κληρονομιά», στο
Μπαγάκης Γ. (Επιμ.), Προαιρετικά
ΕκπαιδευτικάΠρογράμματα στη Σχολική
Εκπαίδευση, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2000
Λεκάκη-Μανατάκη Σ., (2004)΄΄ Γνωρίζω
το σήμερα, σχεδιάζω το αύριο.
Σκέψεις για την ανάπτυξη
Σταδιοδρομίας των νέων στο κατώφλι
του 20ου
αιώνα΄΄Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και
Προσανατολισμού, 68-69
Παληός,Ζ.,(Επιμ)(2003),Κατάρτιση και
Απασχόληση, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Μελέτες.
Μαυρογιώργος Γ.,(2004), ΄΄ Ο
Επαγγελματικός Προσανατολισμός ως
Δομικό στοιχείο της Εκπαιδευτικής
Διαδικασίας σε μια δια βίου
προοπτική, Πρακτικά Διεθνούς
Συνάντησης Ε.Κ.Ε.Π.. Αθήνα,
9-10/12/2004
Παλαιοκρασσάς Σ(2003),΄΄
Προβληματισμοί για το ρόλο του
Επαγγελματικού Προσανατολισμού στην
Παγκοσμιοποιημένη
Οικονομία(ΕΠΕΑΕΚΙΙ, κατ.πρ.241ε,
πηγή :http://www.pi-schools.gr
Παλαιοκρασσάς Σ.,Πατεστή
Α,(2004)Εκθεση αξιολόγησης της
πιλοτικής εφαρμογής του
προγράμματος΄΄ Εφαρμογή προγραμμάτων
Συμβουλευτικής και Επαγγελματικού
Προσανατολισμού σε εκπαιδευτικές
μονάδες.΄΄.Π.Ι.
Πιτέλης, Χ., (1997)΄΄Εκπαίδευση και
Βιομηχανική Ανταγωνιστικότητα΄΄,
1997.
Ρεκλείτης Π., Τριβέλλα.Π, Η
διαμόρφωση της καινοτομικής
συμπεριφοράς των επιχειρήσεων στην
Ελλάδα, Διοικητική Ενημέρωση τ. 19,
Αθήνα, 2000
Σιδηροπούλου-Δημακάκου,(2001),΄΄Ανάπτυξη
Δεξιοτήτων Σταδιοδρομίας: Μια νέα
προσέγγιση της εφαρμογής του
επαγγελματικού προσανατολισμού
Πρακτικά Α΄Διεθνούς Συνεδρίου
Ε.Κ.Ε.Π., Αθήνα, 09-11/05/2001.
ΥΠΕΠΘ,
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Ανιχνεύοντας
το Σήμερα, Προετοιμάζουμε το Αύριο :
Πολυθεματικό βιβλίο Γυμνασίου για
την Ευέλικτη Ζώνη Καινοτόμων
Δράσεων:βιβλίο για τον καθηγητή,
ΥΠΕΠΘ, Αθήνα, 2001
Υφαντή
Α., «Όψεις των εκπαιδευτικών αλλαγών
με αναφορά στη σχολική
πραγματικότητα», στο Μπαγάκης Γ.
(Επιμ.), Προαιρετικά Εκπαιδευτικά
Προγράμματα στη Σχολική Εκπαίδευση,
Μεταίχμιο, Αθήνα, 2000
Φλουρής Γ.,(2001),΄΄Από το δείκτη
νοημοσύνης στη νοημοσύνη της
επιτυχίας στο χώρο της εργασίας΄΄,
Πρακτικά Ά Διεθνούς Συνεδρίου του
Ε.Κ.Ε.Π. , Αθήνα, 09-11/05/2001.
Χαροπάκη Α., (2005), ΄΄ Ο ρόλος και
η σημασία των κοινωνικών δεξιοτήτων
στον κόσμο της αγοράς εργασίας ΄΄
Πρακτικά του Β΄Διεθνούς Συνεδρίου
της Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης
Ενηλίκων, Αθήνα 16-18/12/2005
ΞΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
.
Arthur,Hall
and Lawrence(1989),Handbook of
Career Theory.Cambridge:CUP
Arthur,M.B.,&
Rousseau D.(1996) The boundaryless
career: A new employment principle
for a new organizational era,
Oxford, England: O.U.P.
Azizi N.,&
Lasonen J.,(2004),
“ Η μάθηση στην εργασία στο πλαίσιο
της Ε.Ε.΄΄14Ο Δ.Σ. της
IVETA,
Αυστρία,25-27/8/2004.
Benzanson L.,(2000),
“ H
μετάβαση από μια συντηρητική σε μια
δυναμική θεώρηση της Συμβουλευτικής
Σταδιοδρομίας, Διεθνές Συνέδριο
Ε.Π., Βερολίνο,29-01/09/2000.
Brown,A(1999),” A
Critical review of skills research:
a backdrop to attempts to develop a
skills- based approach to guidance
practice. 1st
International Conference of the
Institute of Careers Guidance,
University of Warwick,4-7/8/1999.
Eddy
L.,(2000), « Το μέλλον της
εργασίας και οι αλλαγές στη δομή της
απασχόλησης».Πρακτικά Διεθνούς
Συνεδρίου για την Επαγγελματική
Καθοδήγηση, Βερολίνο, Τομέας
Σ.Ε.Π.(Π.Ι.)περιλήψεις εισηγήσεων
Everard K.B., Morris G.
Αποτελεσματική Εκπαιδευτική Διοίκηση
(Δημήτρης Κίκιζας, μετάφραση), ΕΑΠ.
Πάτρα, 1999
Fullan M, The New
Meaning of Educational Change,
Cassel, London, 1991
Hall,D.,
(1976),Careers in Organizations,
California, Goodyear
Hargreaves, A.
Νοοτροπίες των εκπαιδευτικών
στο Hargreaves A.
& M. Fullan (eds)Η εξέλιξη
των εκπαιδευτικών,
εκδόσεις Πατάκης,
Αθήνα
,1995 Hargreaves D, Improving
Secondary Schools, ILEA, London,
1984
Hughes,P(1971)Guidance
and councelling in Schools.Oxford:Pergamon
Prees Peavy R.(2000),
‘’Προοπτικές για τη Συμβουλευτική
του 21ου αιώνα .Πρακτικά
Διεθνούς Συνεδρίου για την
Επαγγελματική καθοδήγηση, Βερολίνο
Law,B(1981).”
Community Interaction: a
Mid-Range”Focus for thories of
career development in Youth
Adults’’,British Journal of Guidance
and Couscelling,9.
Law,B.(1996)ACareer-learningtheory.Theory,Policy
and practice. London:Routledge.
Lawrence A&
Heeley J.,
(2004),΄΄ Ενισχύοντας τις δεξιότητες
επιπέδων και χωρών άσκησης
επαγγέλματος μέσω της χρήσης της
δημιουργικότητας και της
αλληλεπίδρασης΄΄, 14ο
Δ.Σ. της IVETA,
Αυστρία, 25-27/08/2004
Law,B(1981).’’Community Interaction
a Mid-Range, Focus for Theories of
Career Development in Youth Adults
Πιαζέ,
Ζ.. Ψυχολογία και Παιδαγωγική. Νέα
Σύνορα- Λιβάνη, Αθήνα, 1999
Hargreaves, A. Νοοτροπίες των
εκπαιδευτικών στο Hargreaves A. & M.
Fullan (eds)Η εξέλιξη των
εκπαιδευτικών, εκδόσεις Πατάκης,
Αθήνα ,1995
Hargreaves D,
Improving
Secondary Schools,
ILEA,
London,
1984
Hughes,P(1971)Guidance
and councelling in Schools.Oxford:Pergamon
Prees Peavy R.(2000),
‘’Προοπτικές για τη Συμβουλευτική
του 21ου αιώνα .Πρακτικά
Διεθνούς Συνεδρίου για την
Επαγγελματική καθοδήγηση, Βερολίνο.
Wannan J.,
(2004)΄΄ Οι προκλήσεις για την
εφαρμογή του της δια βίου
Συμβουλευτικής και του
Επαγγελματικού Προσανατολισμού΄΄
Πρακτικά ΕΚΕΠ., Αθήνα,
9-10/12/2004..
Young,R.A&
Collin,A(2004),Introduction:
Constructivism and social
constructivism in the career field,
Journal of Vocational Behaviour,64.
ΚΩΣΤΗΣ
ΝΙΚΟΛΑΣ