ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΜΑΖΙΚΟΥ
ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ
Από τον Γιώργο Κ.
Καββαδία, φιλόλογο - συγγραφέα.
Η διεξαγωγή
των πανελλαδικών εξετάσεων μεσούσης της προεκλογικής περιόδου,
είχε ως αποτέλεσμα να χαμηλώσει αισθητά ο πήχης δυσκολίας των
θεμάτων ως ένδειξη ενός ιδιόμορφου εκπαιδευτικού λαϊκισμού. Δεν
είναι ανάγκη να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει ότι οι
εξετάσεις και η επιλογή των θεμάτων είναι πολιτική υπόθεση και
ότι η Κεντρική Επιτροπή των εξετάσεων είχε πάρει «γραμμή» για
ομαλή διαχείριση με φόντο τις ευρωεκλογές της 7ης
Ιουνίου. Οι θεματοθέτες της επιτροπής υποτάσσονται από τη μια
στη λογική να μην υπάρξει πολιτικό κόστος με ακραίας δυσκολίας
θέματα με σκοπό τον περιορισμό του αριθμού των υποψηφίων με
βαθμολογία «κάτω από τη βάση», ώστε να μην ερημωθούν δεκάδες
Τ.Ε.Ι., κυρίως της επαρχίας, και από την άλλη την «ορθολογική»
κατανομή των υποψηφίων στις βαθμολογικές κλίμακες «άριστοι»,
«πολύ καλοί» κλπ.
Επιδιώκοντας να
νομιμοποιήσουν τη διαδικασία των εξετάσεων ότι δήθεν οδηγεί στην
αξιοκρατική και αντικειμενική επιλογή των υποψηφίων. Εύκολα
γίνεται αντιληπτό ότι τα υψηλά ποσοστά επιτυχίας ή αποτυχίας
είναι τεχνητή κατασκευή των λεγομένων διαβαθμισμένων θεμάτων που
λειτουργούν σαν έξυπνες βόμβες με στόχους εξωεκπαιδευτικούς.
Τα στατιστικά
στοιχεία για τον γενικό βαθμό πρόσβασης αποτυπώνουν έναν
ιδιόμορφο διπολισμό. Αυξάνονται οι αριστούχοι, αλλά 1 στους 3
υποψηφίους βρίσκεται στον . βυθό της βαθμολογίας. Συγκεκριμένα,
28.926 υποψήφιοι ή ποσοστό 33,03% έναντι 35,86% πέρυσι έγραψαν
κάτω από τη βάση του «10». Έτσι το άγος των κενών θέσεων
εισακτέων, παρά την όποια μείωση του τελικού αριθμού θα
εξακολουθήσει να μολύνει την εκπαιδευτική πολιτική της
κυβέρνησης. Είναι πικρή διαπίστωση ότι αυτές είναι εξετάσεις
μαζικού αποκλεισμού των υποψηφίων. Αδιάψευστοι μάρτυρες γι΄ αυτό
οι αριθμοί: από τους 126.300 και πλέον δυνάμει υποψηφίους,
λιγότεροι από 80.000 θα πετύχουν την εισαγωγή τους σε κάποιο
τμήμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Και είναι επίσης τραγικό
περίπου 2.500 αριστούχοι να μένουν έξω από τη σχολή πρώτης
προτίμησης. Από έρευνες προκύπτει ότι μόνο1 στους 5 υποψηφίους
πετυχαίνει στη σχολή πρώτης προτίμησης του.
Πέρα από τον
μαζικό αποκλεισμό των υποψηφίων, κυρίως από τις ασθενέστερες
τάξεις και στρώματα και τις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας,
οι εξετάσεις επιβάλλουν έναν ολοκληρωτικό έλεγχο στην
εκπαιδευτική διαδικασία από το Δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο.
Το εξεταστικό σύστημα θέλει <<καλά προετοιμασμένους υποψηφίους>>
που δεν είναι παρά ένα είδος <<προσοντούχων αγραμμάτων>> .Από
πρόσφατη έρευνα πανεπιστημιακών προκύπτει ότι μόλις το 5% των
φοιτητών μελετά με δημιουργική και κριτική σκέψη τη
βιβλιογραφία. Η πλειονότητα παπαγαλίζει με βάση το μοντέλο των
πανελληνίων εξετάσεων.
Με άλλα λόγια η
εξετασιομανία που διαπερνά το εκπαιδευτικό συστημα αποτελεί τη
νεκρολογία της επαφής των μαθητών με την ουσία της γνώσης. Οι
γνώσεις γίνονται εργαλεία με τα οποία αρκετοί περνούν με
επιτυχία τις εξετάσεις, αλλά δεν τις κατανοούν. Δεν μπορούν να
συνδέσουν τις επιμέρους γνώσεις από τα διάφορα μαθήματα
προκειμένου να ερμηνεύσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν.
Δεν είναι, λοιπόν,
η γνώση αποτέλεσμα των εξετάσεων και των διαφόρων τεχνικών. Η
κατάκτηση των γνώσεων είναι αποτέλεσμα μιας «άλλης» παιδαγωγικής
σχέσης, κι ενός σχολείου που βασίζεται στις ανάγκες των μαθητών.
Γι' αυτό
και το ζητούμενο σήμερα δεν είναι το <<λίφτινγκ>> του
εξεταστικού συστήματος. Σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε
έχουμε ανάγκη από ένα σχολείο που να αγκαλιάζει όλα τα παιδιά
χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις, όπου πρωταρχική σημασία έχει
ο πνευματικός εξοπλισμός των μαθητών, η καλλιέργεια <<ελεύθερων
και δημοκρατικών πολιτών>>, έτσι ώστε να μπορουν να
αντιμετωπίσουν κριτικά την κοινωνία με την ενεργή συμμετοχή τους
και παρέμβαση σ΄ όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας.