Ο
ταξικός χαρακτήρας της επιστήμης και οι
αναδιαρθρώσεις στην τριτοβάθμια
εκπαίδευση
Κυριάκος Ιωαννίδης
(Όμιλος Θεσσαλονίκης)
«Ποιο το αποτέλεσμα; Να η αντισηψία,
να ο Κωχ, να ο Παστέρ, η ουσία όμως της
υπόθεσης δεν άλλαξε καθόλου. Η
νοσηρότητα
και η θνησιμότητα το ίδιο και το ίδιο».
Αντόν Τσέχωφ,
Ο
θάλαμος Νο 6.
Στο
σημείωμα που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε
να αναδείξουμε συνοπτικά και
κωδικοποιημένα ορισμένα ζητήματα για την
επιστήμη. Θα σταθούμε, κυρίως, στην
ταξικότητά της, στη θέση της στην
ιστορία της ανθρωπότητας, στη φιλοσοφία
και στη μεθοδολογία της. Επιπρόσθετα, θα
θιγούν πλευρές του ρόλου και της
σημασίας του εκπαιδευτικού θεσμού, με
ιδιαίτερη αναφορά στις αναδιαρθρώσεις
στα ΑΕΙ.
Βεβαίως, το θέμα απαιτεί συστηματικότερη
μελέτη και ολοκληρωμένη διερεύνηση, μιας
και είναι ουκ ολίγα τα αστικά
ιδεολογήματα περί γνώσης και επιστήμης.
Δεσμευόμαστε για μία τέτοια
διεξοδικότερη διαπραγμάτευση. Μέχρι
τότε, το παρόν κείμενο μπορεί να
χρησιμεύσει ως «όπλο» στην αντιπαράθεσή
μας με την κυρίαρχη-αστική ιδεολογία,
αλλά και ως «εισαγωγή» στο θέμα για
τυχόν προσωπική μελέτη, στη βάση της
προτεινόμενης βιβλιογραφίας.
Οι
προϋποθέσεις της επιστήμης
Προσεγγίζοντας ιστορικά και
περιοδολογώντας την επιστήμη,
διαπιστώνουμε πως οι προϋποθέσεις της
γεννιούνται στην πρωτόγονη-προταξική
κοινωνία, με τη μορφή της παρατήρησης
και της περιγραφής, από τον άνθρωπο, του
περίγυρού του (φυσικού και κοινωνικού).
Η πρώτη γνώση εμφανίζεται ως πλευρά της
άμεσης πρακτικής και, πρώτα απ’ όλα, της
εργασίας, η οποία «εξανθρώπισε τον
άνθρωπο».
Ο τελευταίος –σε αντίθεση με τα ζώα– δε
χρησιμοποιεί, απλώς, τα άμεσα δεδομένα
της εξωτερικής φύσης, αλλά τα
μεταβάλλει, εξουσιάζει τη φύση, ώστε να
υπηρετήσει τους σκοπούς του και να
ικανοποιήσει τις πρακτικές ανάγκες του.
Γι’ αυτή τη συνειδητή-σκοποκατευθυνόμενη
επενέργεια του ανθρώπου στη φύση
απαιτείται γνώση των ιδιοτήτων του υπό
μετασχηματισμό αντικειμένου, καθώς και
«πρόγνωση» των αποτελεσμάτων αυτής της
δραστηριότητας, δηλαδή προϊούσα νοητική
ανασύσταση και ιδεατή προτρέχουσα
σύλληψή τους. Διαπιστώνουμε, εν ολίγοις,
ότι η εργασία, ως μια ιδιότυπα ανθρώπινη
μορφή αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τη
φύση, συνιστά εκείνο το ειδοποιό
χαρακτηριστικό γνώρισμά του, παράγωγα
του οποίου (σε συνδυασμό-συνάφεια και με
τις απαραίτητες βιολογικές προϋποθέσεις)
είναι τα κατ’ εξοχήν ανθρώπινα
χαρακτηριστικά και, πρωτίστως, η νόηση
και η ομιλία.
Σ’
αυτό το σημείο οφείλουμε να
επισημάνουμε, ότι η εργασιακή
δραστηριότητα είναι οργανικά ενταγμένη
και εξελίσσεται στη βάση της
συγκεκριμένης ιστορικά διαλεκτικής
ενότητας παραγωγικών δυνάμεων και
σχέσεων παραγωγής, στα πλαίσια του
εκάστοτε τρόπου παραγωγής. Η εργασία
περιλαμβάνει τα εξής συστατικά στοιχεία:
τον άνθρωπο ως υποκείμενο της εργασίας,
το αντικείμενο της εργασίας, τα μέσα της
εργασίας και το αποτέλεσμα (προϊόν) της
εργασίας. Η όλη διαδικασία προϋποθέτει
την ύπαρξη ανάγκης για ορισμένο
αντικείμενο κατανάλωσης, ενώ επιτελείται
μέσα σ’ ένα ιστορικά καθορισμένο πλέγμα
σχέσεων παραγωγής, εν γένει κοινωνικών
σχέσεων. Μέσα από αυτή την αλληλεπίδραση
παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής
–που συνιστά και την ουσία της
κοινωνίας– πραγματοποιείται η μετάβαση
από τον ένα τρόπο παραγωγής σ’ έναν
άλλο, ανώτερο.
Έτσι, η
ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η
δημιουργία σταθερού πλεονάσματος
προϊόντων (πάνω από το αναγκαίο επίπεδο
για την ικανοποίηση των στοιχειωδών
βιολογικών αναγκών των ανθρώπων), η
ύπαρξη, κοντολογίς, υπερπροϊόντος,
οδηγεί στην εμφάνιση μιας ομάδας
ανθρώπων απελευθερωμένων από την
κοπιαστική χειρωνακτική εργασία. Αυτή η
ομάδα-κάστα αποκτά τη δυνατότητα να
επιδίδεται σε πνευματικές ασχολίες και
οργανωτικές δραστηριότητες, αποτελώντας,
τοιουτοτρόπως, το «ιερατείο της γνώσης»,
το οποίο κρατούσε στο σκοτάδι και στην
αμάθεια τον εργαζόμενο λαό, ώστε να
χαλκεύονται ευκολότερα νέα δεσμά.
Συνεπώς, από τα πρώτα, ακόμη, βήματα των
ταξικών-ανταγωνιστικών κοινωνικο-οικονομικών
σχηματισμών, η επιστήμη αξιοποιούταν και
ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, ως μέσο
καταπίεσης και υποταγής των «ταπεινών
και καταφρονεμένων».
Το
γίγνεσθαι της επιστήμης στις ταξικές
κοινωνίες
Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι η πρωταρχική
εμφάνιση της επιστήμης ως μορφής
κοινωνικής συνείδησης συνδέεται με την
παραπάνω κοινωνική διαφοροποίηση, με τον
ανταγωνιστικού χαρακτήρα καταμερισμό της
κοινωνικής εργασίας και με τη
συνακόλουθη εμφάνιση της αντίθεσης
ανάμεσα στην πνευματική και στη
χειρωνακτική εργασία, με τη μετάβαση,
δηλαδή, στην ταξική κοινωνία, η οποία
είναι διασπασμένη σε ανταγωνιζόμενες,
μεταξύ τους, κοινωνικές τάξεις. Η αρχαία
επιστήμη μοιάζει με την πρώτη ενατένιση
του κόσμου από τον άνθρωπο της εποχής, ο
οποίος μόλις άρχισε να απελευθερώνεται
από την άμεση φυσική ανάγκη. Πρόκειται
για μια αισθητηριακά συγκεκριμένη, άμεση
σύλληψη της καθολικής κίνησης, της
αλλαγής, η μη διαφοροποίηση ξεχωριστών
πλευρών, στιγμών, σχέσεων της καθολικής
αλληλεπίδρασης των πραγμάτων. Έχουμε να
κάνουμε, εν ολίγοις, με μια απλοϊκή
υλιστική και αυθόρμητη διαλεκτική
σύλληψη της πραγματικότητας, με
δεσπόζουσα την πλευρά της ενότητας. Σ’
αυτό το στάδιο, η φιλοσοφία ταυτίζεται
άμεσα με την επιστήμη, ενώ στο εσωτερικό
της –ως απόρροια της δημιουργίας δύο
κόσμων, του υλικού και του πνευματικού–
εμφανίζονται δύο μεγάλα στρατόπεδα, τα
οποία απαντούν διαφορετικά στο βασικό
πρόβλημα της φιλοσοφίας: το στρατόπεδο
του υλισμού, από τη μια, και το
στρατόπεδο του ιδεαλισμού, από την άλλη.
Πριν
προχωρήσουμε στην περαιτέρω προσέγγιση
της ιστορικής εξέλιξης της επιστήμης, ας
επιχειρήσουμε να δώσουμε έναν ορισμό
αυτής της έννοιας. Όταν αναφερόμαστε
στην επιστήμη, εννοούμε τη συστηματική
παραγωγή γνώσης της νομοτέλειας, της
ουσίας πραγμάτων, διαδικασιών και
φαινομένων. Η επιστήμη συνιστά οργανική
πλευρά της συνείδησης, γι’ αυτό αποτελεί
και μορφή κοινωνικής συνείδησης.
Επομένως, ανάλογα με τον τύπο της
κοινωνικής ανάπτυξης (προταξική, ταξική,
ώριμη-αταξική κοινωνία), διαφορετικός
είναι ο τρόπος διαμόρφωσης της
κοινωνικής συνείδησης της εποχής και,
άρα, διαφορετικός ο ρόλος, η σημασία και
η χρησιμοποίηση των επιστημονικών
επιτευγμάτων. Χαρακτηριστικό της
επιστήμης επί ταξικών κοινωνιών είναι η
χειραγώγησή της από την εκάστοτε άρχουσα
τάξη και η αξιοποίηση των επιστημονικών
ανακαλύψεων για τη διατήρηση και ένταση
της ταξικής καταδυνάστευσης. Κλασικό
ιστορικό παράδειγμα αποτελεί ο Μεσαίωνας
και ο σκοταδισμός που τον διέκρινε, μέσω
της υποταγής της επιστήμης στις
θρησκευτικές δοξασίες και στα θεολογικά
δόγματα και της καταδίωξης κάθε
προσπάθειας αυθεντικής επιστημονικής
έρευνας και δημιουργίας (βλ.
Index,
Ιερά Εξέταση, ο
Giordano Bruno
στην πυρά κλπ.).
Στο
στάδιο διαμόρφωσης της επιστήμης αρχίζει
η απελευθέρωση των επιμέρους επιστημών
από τη φιλοσοφία (εννοούμενης ως
«καθολικής επιστήμης», ως «επιστήμης των
επιστημών»), αλλά και από τη θεολογία,
την οποία υπηρετούσε ως θεραπαινίδα της
(ancilla
theologiae).
Και αυτό, γιατί με την ανάπτυξη των
παραγωγικών δυνάμεων, η επιστήμη
καλούταν να επιλύσει καινούργια ζωτικά
προβλήματα που έμπαιναν στο προσκήνιο,
και τα οποία απαιτούσαν ειδικές γνώσεις
και δημιουργία νέων κλάδων. Όπως
αναφέρει, μάλιστα, ο Φ. Ένγκελς «η
αστική τάξη χρειαζόταν, για να αναπτύξει
τη βιομηχανική της παραγωγή, μια
επιστήμη για να εξακριβώσει τις
ιδιότητες που έχουν τα φυσικά
αντικείμενα και τους τρόπους που δρούσαν
οι φυσικές δυνάμεις. Ως τότε, όμως, η
επιστήμη ήταν η ταπεινή υπηρέτρια της
εκκλησίας, δεν της είχε επιτραπεί να
ξεπεράσει τους φραγμούς που έβαζε η
πίστη και γι’ αυτό το λόγο δεν ήταν
καθόλου επιστήμη. Η επιστήμη στασίασε
ενάντια στην εκκλησία. Η αστική τάξη δεν
μπορούσε να κάνει δίχως επιστήμη και,
γι’ αυτό, έπρεπε να προσχωρήσει και αυτή
στη στάση».
Επομένως, η ανάπτυξη της επιστήμης
συνιστούσε εκ των ων ουκ άνευ όρο
ύπαρξης της αστικής τάξης. Η κορυφαία
άνθιση της επιστήμης, λοιπόν, «συνέπεσε»
με την εμφάνιση στην κονίστρα της
ιστορίας της ανερχόμενης «μεσαίας τάξης»
και με την κατίσχυση των
κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής.
Αναφορικά
με τα γνωρίσματα της επιστημονικής
σκέψης της εν λόγω περιόδου, οφείλουμε
να επισημάνουμε την προώθηση σε πρώτο
πλάνο της διάνοιας, της αναλυτικής
σκέψης, καθώς, επίσης, και την εμβάθυνση
της γνώσης στα επιμέρους στοιχεία της. Η
απολυτοποίηση, όμως, αυτής της πλευράς
(της διάνοιας) γέννησε το μεταφυσικό
τρόπο σκέψης, τη διδασκαλία για το
αμετάβλητο της φύσης, της κοινωνίας και
της νόησης.
Τη θέση της θεωρησιακής-ενατενιστικής
αρχαίας επιστήμης καταλαμβάνει η
πειραματική-εμπειρική γνώση, η οποία
προσανατολίζεται στην άμεση πρακτική
εφαρμογή των ανακαλύψεών της. Η
επιστημονική πρόοδος όλο και περισσότερο
συνδέεται με την τεχνική πρόοδο, με το
μετασχηματισμό τη ίδιας της διαδικασίας
παραγωγής. Πρόκειται για την ιστορική
περίοδο, κατά την οποία η επιστήμη
μετατρέπεται σε άμεση παραγωγική δύναμη,
μιας και είναι πάμπολλα τα παραδείγματα
επαναστατικοποίησης των διαδικασιών
παραγωγής, μέσω των εφαρμογών των
επιστημονικών δεδομένων (βλ. ευρεία
χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών,
ρομποτική, αυτοματοποίηση,
βιοτεχνολογίες κλπ.).
Η
θέση της επιστήμης στον καπιταλισμό
Ωστόσο,
ακριβώς επειδή η επιστήμη εμφανίζεται,
διαμορφώνεται, αναπτύσσεται και ωριμάζει
στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου τρόπου
παραγωγής, σπαράζεται και αυτή από τις
αντιφάσεις της εκάστοτε ιστορικής
συγκυρίας. Τις οξείες αντιφάσεις που
γεννά στην περίοδο που δύει το άστρο της
κεφαλαιοκρατίας ο ανταγωνισμός ανάμεσα
στις σε τεράστια κλίμακα αναπτυγμένες
παραγωγικές δυνάμεις και στις στενές
αστικές σχέσεις παραγωγής περιγράφει, με
μοναδικό τρόπο, ο Κ. Μαρξ: «Στις μέρες
μας το καθετί φαίνεται να εγκυμονεί το
αντίθετό του. Οι μηχανές, οι
προικισμένες με τη θαυμάσια δύναμη να
συντομεύουν και να κάνουν πιο καρποφόρα
την ανθρώπινη εργασία, βλέπουμε να
καταδικάζουν την τελευταία στην πείνα
και στην υπερεργασία. Οι καινούργιες
πηγές πλούτου, από κάποια παράδοξη
κατάρα της μοίρας, μετατρέπονται σε
πηγές της στέρησης. Οι νίκες της
τεχνικής φαίνονται να εξαγοράζονται με
το χάσιμο του χαρακτήρα. Στον ίδιο βαθμό
που η ανθρωπότητα δαμάζει τη φύση, ο
άνθρωπος φαίνεται να σκλαβώνεται σε
άλλους ανθρώπους ή στην ίδια του τη
ποταπότητα. Ακόμα και το καθαρό φως της
επιστήμης φαίνεται να μη μπορεί να
φωτίζει παρά πάνω στο σκοτεινό φόντο της
αμάθειας. Όλες οι εφευρέσεις και πρόοδοί
μας φαίνονται να έχουν σαν αποτέλεσμα να
προικίζουν τις υλικές δυνάμεις με
διανοητική ζωή και να υποβιβάζουν την
ανθρώπινη ζωή στο επίπεδο μιας υλικής
δύναμης».
Βεβαίως,
το «κλειδί» για την κατανόηση των
παραπάνω φαινομένων βρίσκεται στο
γεγονός, ότι και στη
σημερινή-κεφαλαιοκρατική κοινωνία της
ιδιωτικής-αστικής ιδιοκτησίας τα
επιστημονικά κεκτημένα βρίσκονται στα
χέρια των κατόχων των μέσων παραγωγής.
Συγκεκριμένα, οι κεφαλαιοκράτες είναι
εκείνοι που χρησιμοποιούν τις
δυνατότητες που διανοίγει η επιστημονική
δραστηριότητα για την ένταση της
εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.
Αμερόληπτη, υπερταξική-εξωταξική
επιστήμη «για όλους» στην κοινωνία της
μισθωτής δουλείας δεν υπάρχει. Και –για
να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Β. Ι.
Λένιν– το να περιμένουμε κάτι τέτοιο
«είναι κουτούτσικη αφέλεια, που μοιάζει
με το να περιμένει κανείς αμεροληψία από
τους εργοστασιάρχες στο ζήτημα, αν θα
πρέπει ν’ αυξήσουν το μεροκάματο των
εργατών, ελαττώνοντας τα κέρδη του
κεφαλαίου».
Μάλιστα, το ρόλο της επιστήμης στη
συντήρηση και αναπαραγωγή του σημερινού
συστήματος ταξικής κυριαρχίας
επισημαίνουν και πολλοί ερευνητές στην
εποχή μας. Ο εξέχων γενετιστής και
καθηγητής,
R.
Lewontin,
προσεγγίζει την επιστήμη ως κοινωνικό
θεσμό, από την άποψη, ότι συνιστά την
κύρια ιδεολογική νομιμοποιητική δύναμη
της σύγχρονης κοινωνίας, εφ’ όσον, από
τη μια μεριά, υπάρχει κοινωνική επίδραση
και έλεγχος των πράξεων και των
λεγομένων των επιστημόνων και, από την
άλλη, χρήση των παραπάνω για να
στηριχτούν περαιτέρω κοινωνικές δομές
και θεσμοί.
Τα
παραδείγματα προς επίρρωση των λεγομένων
είναι ευάριθμα. Σταχυολογούμε:
·
Η
αξιοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων για
τη «θεμελίωση» αντιεπιστημονικών
ιδεολογημάτων. Χαρακτηριστικά,
αναφέρουμε το Πρόγραμμα για τη
Χαρτογράφηση του Ανθρώπινου Γονιδιώματος,
το οποίο κάποιοι κύκλοι προωθούν για τη
στήριξη του βιολογικού αναγωγισμού, της
βιολογικής κατεύθυνσης στην
κοινωνιολογία (κοινωνιοβιολογία), του
δείκτη νοημοσύνης και άλλων
αντιδραστικών «θεωριών» ρατσιστικού
περιεχομένου, οι οποίες αναμασούν
παλιότερες αντιλήψεις περί ύπαρξης ελίτ,
«περιούσιων» εθνών, λαών κλπ.
·
Η
λειτουργία των δικτύων επικοινωνίας, της
πληροφορικής, του
Internet,
όχι προς όφελος της συνεργασίας ανάμεσα
στους ανθρώπους όπου Γης, μα για την
αστυνόμευση του πλανήτη, την ένταση του
κρατικού αυταρχισμού και το
φίμωμα-καταστολή κάθε φωνής αντίστασης
και αμφισβήτησης της υπάρχουσας τάξης
πραγμάτων.
·
Η
ληστρική εκμετάλλευση της φύσης, με
στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους,
δίχως να λαμβάνονται υπ’ όψιν δυσμενείς
επιπτώσεις, όπως το φαινόμενο του
θερμοκηπίου, η τρύπα του όζοντος, οι
«τρελές αγελάδες», τα ακραία καιρικά
φαινόμενα κλπ.
·
Η
στρατιωτικοποίηση της επιστήμης και της
τεχνολογίας, δηλαδή η δημιουργία έτι
περισσότερο καταστροφικών όπλων στα
χέρια των ιμπεριαλιστών, για να σκορπούν
θάνατο και αρρώστιες σε κάθε λαό που
σηκώνει κεφάλι στην καπιταλιστική
βαρβαρότητα. Χαρακτηριστικά, αναφέρουμε
τα πυρηνικά όπλα, την «πολεμική»
αξιοποίηση της ατομικής ενέργειας και το
σχετικά πρόσφατο παράδειγμα της χρήσης
βλημάτων με απεμπλουτισμένο ουράνιο κατά
τους μεταμοντέρνους «ανθρωπιστικούς»
βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη
Γιουγκοσλαβία.
·
Διάφορες κοινωνικές «θεωρίες» του συρμού
(«παγκοσμιοποίηση», μεταβιομηχανική
κοινωνία, νεωτερικότητα, μεταμοντέρνα
κατάσταση, «τρίτος δρόμος»,
«εθελοντισμός» κλπ.), οι οποίες
επιχειρούν να αποκρύψουν την πηγή της
εκμεταλλευτικής ουσίας της
κεφαλαιοκρατίας, για να κατευθύνουν τους
λαούς σε πρακτικές και μορφές οργάνωσης
ανώδυνες για το σύστημα.
Επιστήμη και κομμουνισμός
Γενικότερα, τα παραπάνω (και,
ιδιαιτέρως, η δυνατότητα αυτοκαταστροφής
του ανθρώπινου είδους και, μέσω αυτού,
όλου του γήινου πολιτισμού) υποδηλώνουν
με αρνητική-αντεστραμμένη μορφή τις
κολοσσιαίες δημιουργικές δυνατότητες του
ανθρώπου. Οι τελευταίες θα τεθούν στην
υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου, μόνο με
την εξάλειψη της ταξικής κυριαρχίας, των
κοινωνικών τάξεων, γενικά. Το πέρασμα
της κοινωνίας στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό
απελευθερώνει την επιστήμη από τα δεσμά
της εκμεταλλευτικής «προϊστορίας» της
ανθρωπότητας, γιατί αντικαθίστανται οι
κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής από
τις σοσιαλιστικές, οι οποίες
αντιστοιχούν στο επίπεδο ανάπτυξης των
παραγωγικών δυνάμεων (της επιστήμης
συμπεριλαμβανομένης) και
αναπροσαρμόζονται οι ιεραρχήσεις και
στοχοθεσίες της κοινωνικής ολότητας.
Κατ’ αυτήν τη μετάβαση, η σημασία της
επιστήμης στην παραγωγική διαδικασία
πολλαπλασιάζεται, συντελώντας στην
υπέρβαση του υποδουλωτικού καταμερισμού
εργασίας και στην άρση της αντίθεσης
μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής
εργασίας. Οι εργαζόμενοι, πλέον, δε
χειρίζονται μηχανές, αλλά σχεδιάζουν και
διευθύνουν την αυτοματοποιημένη
παραγωγή, γίνονται φορείς και δημιουργοί
επιστημονικών γνώσεων. Η εξάλειψη,
λοιπόν, της κοπιώδους χειρωνακτικής,
είτε της μονότονης πνευματικής εργασίας
των ταξικών κοινωνιών και η κυριαρχία
της επιστημονικής-δημιουργικής εργασίας,
η οποία είναι αυτοσκοπός, εσωτερική
ανάγκη και ζωτική, για την ύπαρξη του
ανθρώπου, δραστηριότητα είναι εφικτή
μόνο στην ώριμη κοινωνία της σε
παγκόσμια κλίμακα ενοποιημένης αταξικής
ανθρωπότητας, στο «βασίλειο της
ελευθερίας», στον κομμουνισμό.
Να
σημειώσουμε, ότι σαν αποτέλεσμα του
υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας και
της αντίθεσης μεταξύ πνευματικής και
χειρωνακτικής εργασίας, η επιστημονική
γνώση επί ταξικών κοινωνιών
υποδιαιρείται στις φυσικές και στις
κοινωνικές επιστήμες. Στο στάδιο
ωριμότητας της κοινωνίας –όπου αίρονται
οι προαναφερθείσες αντιφάσεις–
αντιστοιχεί και η ώριμη, εσωτερικά
ενιαία, συνθετική επιστήμη, στιγμές της
οποίας αποτελούν η γνώση της φύσης και η
συνειδητοποίηση της κοινωνίας.
Το
διαταξικό στρώμα της διανόησης
Φυσικά,
έχει μια σημασία να προσεγγίσουμε την
επιστήμη και από τη σκοπιά του
υποκειμένου της. Αναφερόμαστε στη
διανόηση. Ο όρος αφορά «το “κοινωνικό
στρώμα” των ανθρώπων, οι οποίοι
απασχολούνται επαγγελματικά με
πνευματική, διανοητική (κατ’ εξοχήν
υψηλά ειδικευμένη και σύνθετη) εργασία».
Σε κάθε ιστορική εποχή εμφανίζεται και
διαμορφώνεται συγκεκριμένος τύπος
διανοούμενου-επιστήμονα, βάσει των
αναγκών της εποχής. Ο σοβιετικός
φιλόσοφος Β. Α. Βαζιούλιν διέκρινε τρεις
βασικούς τύπους διανόησης.
Α) Οι
εκπρόσωποι του πρώτου τύπου διανόησης
αναπτύσσονται στα πλαίσια του
υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας και
χαρακτηρίζονται από την κομφορμιστική
σχέση με την κυρίαρχη πολιτική εξουσία
και από την αποκοπή τους από τα λαϊκά
κοινωνικά δικαιώματα.
Β) Ο
δεύτερος τύπος διανόησης αναπτύσσεται
όταν δημιουργούνται οι κοινωνικές
συνθήκες για την αποφασιστική συμμετοχή
των λαϊκών μαζών στην ιστορική
διαδικασία και διαμορφώνονται οι
προϋποθέσεις για την εμφάνιση του
επαναστατικού υποκειμένου.
Γ) Σε
αντιδιαστολή με το δεύτερο τύπο
διανόησης, οι εκπρόσωποι του τρίτου
τύπου εργάζονται συνειδητά και
συστηματικά, στην κατεύθυνση της
κριτικής επεξεργασίας του συσσωρευμένου
θεωρητικού κεκτημένου, της θεμελιώδους
ανάπτυξης της κοινωνικής θεωρίας στις
καινούργιες ιστορικές συνθήκες. Στις
μέρες μας, αυτό σημαίνει πως ο εν λόγω
επιστήμονας έχει ως κοινωνική αποστολή
τη δημιουργική έρευνα χάριν της
ανθρωπότητας και, μάλιστα, στρατεύεται
στο πλευρό της εργατικής τάξης και των
σύμμαχων στρωμάτων, στο μεγαλειώδη αγώνα
τους για την υπέρβαση της ταξικής-«προ
ανθρώπου» κοινωνίας. Κλασικό παράδειγμα
αποτελεί ο ιδρυτής του επιστημονικού
σοσιαλισμού και θεωρητικός του
προλεταριάτου Κ. Μαρξ.
Η
εργασιακή συνιστώσα της εκπαίδευσης και
η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας
Όπως
αναφέραμε και σε προηγούμενο σημείο, η
διαλεκτική αλληλεπίδραση των παραγωγικών
δυνάμεων (των μέσων παραγωγής και του
ανθρώπου ως συντελεστή της εργασίας) και
των σχέσεων παραγωγής συνιστά την
καθοριστική πτυχή της κοινωνικής
ολότητας, την ουσία της κοινωνίας.
Δηλαδή, σύμφωνα και με την υλιστική
αντίληψη της ιστορίας, κάθε τρόπος
παραγωγής υφίσταται μέσω της παραγωγικής
επενέργειας του ανθρώπου στη φύση, η
οποία διαμεσολαβείται από τα μέσα
παραγωγής και συντελείται μέσα σ’ ένα
πλέγμα σχέσεων παραγωγής, που συνιστούν
την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας,
την πραγματική βάση, που πάνω της
υψώνεται το εποικοδόμημα. «Συνεπώς, σε
κάθε κοινωνία με ορισμένο επίπεδο
ανάπτυξης του κοινωνικού καταμερισμού
της εργασίας, μαζί με τους βασικούς
κλάδους της παραγωγής (παραγωγής αγαθών
προς κατανάλωση και παραγωγής μέσων και
αντικειμένων παραγωγής) διακρίνεται και
η παραγωγή-κατάρτιση του ανθρώπου ως
υποκειμένου της εργασίας μέσω της
παραγωγής, αναπαραγωγής και διάδοσης
γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων».
Η ουσιωδέστερη και στρατηγικής εμβέλειας
διάσταση του εκπαιδευτικού φαινομένου,
διαπιστώνουμε πως έγκειται στην παραγωγή
και αναπαραγωγή της βασικής παραγωγικής
δύναμης, του ανθρώπου της εργασίας. Όλες
οι υπόλοιπες λειτουργίες της εκπαίδευσης
είναι παράγωγα αυτής της διάστασής της.
Ωστόσο, είναι γνωστή η αντίληψη του Λ.
Αλτουσέρ, σύμφωνα με την οποία η
εκπαίδευση, αναπαράγοντας την κυρίαρχη
ιδεολογία, όχι απλώς εντάσσεται στους
ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (ΙΜΚ),
αλλά συνιστά τον κυρίαρχο ΙΜΚ επί
κεφαλαιοκρατίας.
Στην αλτουσεριανή συλλήβδην αναγωγή της
εκπαίδευσης στο εποικοδόμημα, μέσω της
λειτουργίας εγχάραξης της κυρίαρχης
ιδεολογίας, πέραν του ότι υποβαθμίζονται
θεμελιώδεις πτυχές της και, κυρίως, η
παραγωγική συνιστώσα της, υφέρπει μία
λανθασμένη θεώρηση του τρόπου
αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Συγκεκριμένα, η διαμόρφωση της
τελευταίας ανάγεται αποκλειστικά στο
έργο ορισμένων θεσμών-μηχανισμών, τους
οποίους ελέγχει η άρχουσα τάξη. Σωστό,
όμως, είναι το γεγονός πως η ιδεολογία
της άρχουσας τάξης, η αστική ιδεολογία
αναπαράγεται πρωτίστως επί τη βάσει των
κυρίαρχων σχέσεων παράγωγης, στα πλαίσια
της καθημερινής-εμπειρικής συνείδησης
και του «κοινού νου».
Ο
χαρακτήρας των αναδιαρθρώσεων
Η
συνάφεια παραγωγής-εκπαίδευσης γίνεται
φανερή και στις αναδιαρθρώσεις που
παρατηρούμε να πραγματοποιούνται, τον
τελευταίο καιρό, στα πανεπιστήμια της
Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ασφαλώς, της
Ελλάδας. Η βασική αιτία αυτής της
αναδιάρθρωσης βρίσκεται στο γεγονός ότι
η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του
κεφαλαίου, το βάθεμα της ευρωπαϊκής
ενοποίησης δίνει τη δυνατότητα στους
κεφαλαιοκράτες να οργανώνουν την
παραγωγή με πολύ λιγότερο υψηλά
ειδικευμένο επιστημονικό δυναμικό, τη
στιγμή που ένα μαζικό στρώμα χειριστών
της –ακατανόητης γι’ αυτούς– νέας
τεχνολογίας μπορεί να αντεπεξέρχεται στο
τυποποιημένο κομμάτι της διανοητικής
εργασίας, που είναι ενσωματωμένο στα
σύγχρονα μέσα παραγωγής. Και όλα αυτά
στην υπηρεσία του πλέον επιθετικού
ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου, το
οποίο προωθεί ένα νέο καταμερισμό
εργασίας, στην κατεύθυνση μείωσης του
επιστημονικού δυναμικού, μέσω της
αντικατάστασης της μεγάλης πλειοψηφίας
του από ένα «ευέλικτο», ημιειδικευμένο
και φτηνό εργατικό δυναμικό, δίχως
δικαιώματα και με την ψευδαίσθηση του
πανεπιστημιακού τίτλου.
Δεδομένων
των προηγούμενων επισημάνσεων, μπορούμε
να αναφερθούμε, σ’ αυτό το σημείο, στην
περίφημη Διακήρυξη της Μπολόνια, την
οποία υπέγραψαν οι υπουργοί Παιδείας 29
χωρών της Ευρώπης.
Τα μέτρα τα οποία προτείνονται,
αναφορικά με τον «Ευρωπαϊκό Χώρο της
Ανώτατης Εκπαίδευσης» είναι τα εξής:
1.
«Η
υιοθέτηση ενός συστήματος τίτλων που θα
είναι ευκόλως αναγνώσιμοι και
συγκρίσιμοι, με τη βοήθεια και του
θεσμού του Συμπληρώματος Διπλώματος (Diploma
Supplement),
με στόχο την προώθηση της
απασχολησιμότητας των ευρωπαίων πολιτών
και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του
ευρωπαϊκού συστήματος ανώτατης
εκπαίδευσης». Εν ολίγοις, οι σπουδές
πολυδιαφοροποιούνται-κατηγοριοποιούνται,
ώστε η «αγορά» να μπορεί να επιλέγει
ανάλογα με τις κερδοσκοπείς ανάγκες της.
2.
«Η
υιοθέτηση ενός συστήματος σπουδών, που
θα στηρίζεται, βασικά, σε κύριους
κύκλους σπουδών, ένα προπτυχιακό και ένα
μεταπτυχιακό. Η πρόσβαση στο δεύτερο
κύκλο θα προϋποθέτει την επιτυχή
ολοκλήρωση των σπουδών του πρώτου
κύκλου, οι οποίες θα διαρκούν
τουλάχιστον τρία χρόνια. Ο τίτλος
σπουδών που θα χορηγείται μετά τον πρώτο
κύκλο σπουδών θα αναγνωρίζεται στην
ευρωπαϊκή αγορά εργασίας ως ικανό
επαγγελματικό προσόν. Ο δεύτερος κύκλος
θα πρέπει να οδηγεί στο μεταπτυχιακό
δίπλωμα (master)
ή/και στο διδακτορικό δίπλωμα, όπως ήδη
συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες». Ο
πρώτος κύκλος, δηλαδή, θα παράγει
«πνευματικούς χειρώνακτες», οι οποίοι θα
διαθέτουν αποσπασματικές, ξεκομμένες
πληροφορίες, χωρίς θεωρητική θεμελίωση,
ενώ το κυρίως επιστημονικό δυναμικό (η
ελίτ) θα αποφοιτά από τα μεταπτυχιακά,
στα οποία δίνεται το κύριο βάρος της
εκπαίδευσης.
3.
«Καθιέρωση ενός συστήματος διδακτικών
μονάδων, ανάλογου με το εφαρμοζόμενο
σήμερα Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς
Διδακτικών Μονάδων (ECTS=European
Credit Transfer System)
–ως του πλέον κατάλληλου μέσου για την
προώθηση της ευρύτερης δυνατής
κινητικότητας των φοιτητών». Το περί ου
λόγος σύστημα υπολογίζει τη βαρύτητα
κάθε μαθήματος στο πρόγραμμα σπουδών,
ανάλογα με τις ώρες και τη σημασία του
για το συγκεκριμένο αντικείμενο. Το νέο
στοιχείο είναι πως «διδακτικές μονάδες
μπορούν, επίσης, να συγκεντρώνονται και
σε συστήματα εκπαίδευσης εκτός του
πλαισίου της ανώτατης εκπαίδευσης,
συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων
δια βίου εκπαίδευσης», ανοίγοντας το
δρόμο για αναγνώριση σπουδών στα διάφορα
ιδιωτικά κέντρα, σε ΙΕΚ, ΚΕΚ κλπ. Ήτοι,
η καθολική «κατωτατοποίηση» της παιδείας
στην πράξη.
4.
Προώθηση της κινητικότητας…
5.
Προώθηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας στη
διασφάλιση της ποιότητας (η αξιολόγηση
προ των πυλών).
6.
Προώθηση νέων προγραμμάτων σπουδών, στη
βάση της συμπληρωματικότητας και του
καταμερισμού που επιβάλλει το συμφέρον
των πολυεθνικών, ανά πανεπιστημιακά
ιδρύματα και τμήματα.
Συνοπτικά, τα νέα μέτρα προβλέπουν τη
μετάδοση περιορισμένων, αποσπασματικών
και εργαλειακά χρησιμοποιούμενων
επαγγελματικών δεξιοτήτων, άμεσα
προσαρμοσμένων στις ανάγκες των
μονοπωλίων, ικανών για μια μερική
ληξιπρόθεσμη απασχόληση των αποφοίτων,
στα πλαίσια της συχνότερης εναλλαγής
επαγγελμάτων.
Η
κατάσταση στα ΑΕΙ και οι πρώτες
επιπτώσεις
Þ
Η ανώτατη
εκπαίδευση λειτουργεί με όρους και
κανόνες επιχειρήσεων (κριτήρια
ιδιωτικοοικονομικής ανταγωνιστικότητας),
η «οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια»
σημαίνει διαχείριση και έλεγχο από τις
ίδιες τις επιχειρήσεις, δημιουργούνται
ιδιωτικά «πανεπιστήμια» με τη μορφή
ΝΠΔΔ, από φορείς, όπως η Τοπική
Αυτοδιοίκηση, η εκκλησία κ.ά. Ειρήσθω
εν παρόδω, ότι η ιδιωτικοποίηση της
παιδείας και η λειτουργία της ανώτατης
εκπαίδευσης υπό τις βουλές της «αγοράς»
δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, αλλά
προμελετημένο σχέδιο της ΕΕ. Σε κείμενο,
μάλιστα, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για
την «εκπαίδευση και κατάρτιση από
απόσταση» (7/3/1990) υπάρχει η εξής
διατύπωση: «Ένα ανοικτό πανεπιστήμιο
είναι μια βιομηχανική επιχείρηση και η
ανώτατη εκπαίδευση είναι μια νέα
βιομηχανία. Αυτή η επιχείρηση πρέπει να
πουλήσει τα προϊόντα της στην αγορά της
διαρκούς κατάρτισης, την οποία διέπουν
οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης»!
Þ
Ο
συνεχής έλεγχος των φοιτητών, η
εντατικοποίηση των σπουδών, η αξιολόγηση
πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, σχολών,
τμημάτων σημαίνει άμεση υπαγωγή της
τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις ανάγκες
των μονοπωλίων, πλήρη έλεγχο από την
εργοδοσία, με συνέπεια τη δημιουργία
ιδρυμάτων δύο ταχυτήτων: αφ’ ενός μεν,
θα υπάρχουν τα «κέντρα αριστείας», με
αυστηρά-ταξικά κριτήρια επιλογής, αφ’
ετέρου δε, τμήματα και σχολές εκτός
ενδιαφερόντων της «αγοράς»,
υποχρηματοδοτούμενα, σε μια πορεία
μαρασμού. Πίσω από τον επιχειρούμενο
κατακερματισμό των σπουδών, πίσω από
ποικίλους τίτλους και διπλώματα κρύβεται
η ίδια πολιτική που αμφισβητεί την
ενότητα της επιστημονικής γνώσης και
ειδίκευσης, που αποσυνδέει το πτυχίο από
το επάγγελμα, που οδηγεί μαζικά
πτυχιούχους στο «βιομηχανικό εφεδρικό
στρατό» της ανεργίας.
Þ
Η
λογική της «δια βίου κατάρτισης», που
προωθεί το μοντέλο του «απασχολήσιμου»,
του «ελαστικού», του «ευέλικτου», του
«ανταγωνιστικού» θέλει το νέο
ημιειδικευμένο-ημικαταρτισμένο, να
βρίσκεται σε αέναη αναζήτηση εκείνων των
πληροφοριών που θα του δώσουν μονάδες
στις πιστωτικές κάρτες ικανοτήτων, ώστε
ο «ικανός» να ανελίσσεται, ενώ ο «μη
ικανός» θα ρίχνεται στους σύγχρονους
Καιάδες. «Από τα σπάργανα στα σάβανα»
εξετάσεις, κατάρτιση, επιμόρφωση,
απασχόληση, άγριος ανταγωνισμός: αυτός
είναι ο κόσμος της αστικής
αντεπανάστασης και του ρεβανσισμού των
δυνάμεων του κεφαλαίου.
Þ
Η
διδασκαλία και η εξέταση μαθημάτων στο
φόντο γραφειοκρατικών στερεότυπων. «Η
μορφή (ο τύπος) υποκαθιστά το
περιεχόμενο –το σκοπό, η ιδιότητα του
ερευνητή-στοχαστή υποκαθίσταται από
αυτήν του τιτλούχου-αξιωματικού, η
συστηματική ερευνητική εργασία –από την
τελετουργική εμμονή σε τυπικά πλαίσια,
πρωτόκολλα κ.ά. συνδηλωτικά στοιχεία της
κατ’ επίφασιν επιστήμης, η συλλογικότητα
στην έρευνα –από σχέσεις
κυριαρχίας-υποταγής, από κολακεία,
«δημόσιες σχέσεις» κ.ο.κ. Η
κομφορμιστική υπαγωγή-ενσωμάτωση σ’
αυτήν της θεσμικότητα υποβάλλει και
επιβάλει βαθμιαία την κυρίαρχη
ιδεολογία, μ’ έναν αποτελεσματικό τρόπο
λογοκρισίας-αυτολογοκρισίας».
Ορισμένα φιλοσοφικά και μεθοδολογικά
ζητήματα
Από
’κει και πέρα, σε επίπεδο φιλοσοφίας και
μεθοδολογίας μπορούμε να κάνουμε τις
παρακάτω παρατηρήσεις:
Ø
Καλλιεργείται και υποβάλλεται στους
φοιτητές η κυνική φιλοσοφία του
αμερικανικού πραγματισμού, η οποία
συνδέει τη γνώση με «χειροπιαστά
αποτελέσματα», εκτιμά, δηλαδή, την
εκπαίδευση ανάλογα με το πόσο κερδοφόρα
είναι για τις επιχειρήσεις και κατά
πόσον οδηγεί στην ανακάλυψη
«επιστημονικών» συστημάτων για την
απομύζηση του ιδρώτα των εργαζόμενων.
Όπως έχει ειπωθεί με πολύ χαρακτηριστικό
τρόπο, «η ρητή ή όχι ερώτηση που τίθεται
από τον επαγγελματικά προσανατολισμένο
φοιτητή, από το κράτος ή από το ίδρυμα
της ανώτερης εκπαίδευσης δεν είναι πια:
αληθεύει; αλλά: σε τι χρησιμεύει; Μέσα
στο πλαίσιο της εμπορευματοποίησης της
γνώσης, αυτή η τελευταία ερώτηση τις
περισσότερες φορές σημαίνει: μπορεί να
πουληθεί; Και μέσα στο πλαίσιο της
αύξησης της ισχύος: είναι
αποτελεσματικό;».
Ø
Κυρίαρχο
είναι στις μέρες μας το ρεύμα του
εμπειρισμού και του θετικισμού, η άρνηση
της αναγκαιότητας θεωρητικής
συστηματοποίησης των εμπειρικών
δεδομένων. Το αντικείμενο περιγράφεται
ως αμετάβλητο-στατικό «είναι ως έχει»
και όχι ως διαδικασία, ως διαλεκτικά
αναπτυσσόμενο όλο. Ο μεταφυσικός τρόπος
σκέψης που κυριαρχεί δεν επιτρέπει την
προσπέλαση της ουσίας των πραγμάτων,
αφού, μένοντας στην επιφάνεια, αδυνατεί
να δει τις εσωτερικές συνάφειες στα
γεγονότα. Η προσκόλληση της νόησης στο
επίπεδο της διάνοιας και το μη πέρασμά
της στο λόγο, η καλλιέργεια, εν ολίγοις,
αντιδιαλεκτικού τρόπου σκέψης δημιουργεί
προϋποθέσεις συναγωγής στρεβλών
συμπερασμάτων γνωσιοθεωρητικού –και όχι
μόνο– χαρακτήρα από την αξιολόγηση των
πορισμάτων των επιμέρους επιστημών.
Ιστορικό παράδειγμα αποτελεί η
ιδεαλιστική ερμηνεία των ανακαλύψεων της
«νεότερης φυσικής» στις αρχές του 20ου
αιώνα, όταν η γνώση νέων μορφών ύλης και
κίνησής της θεωρήθηκε «εξαφάνιση της
ύλης», ακριβώς λόγω άγνοιας του
γεγονότος πως η νόηση κινείται από τις
σχετικές στην απόλυτη αλήθεια,
προσεγγίζοντας σε μεγαλύτερο βάθος την
αντικειμενική πραγματικότητα.
Ø
Αποσυνδέεται η θεωρία από την πράξη, εφ’
όσον η παρεχόμενη γνώση είναι κατ’
εξοχήν εμπειρική, περιορίζεται στο
αισθητηριακά συγκεκριμένο και δεν
αποσπάται από την άμεση εμπειρία προς το
αφηρημένο, ώστε, εν συνεχεία, να επέλθει
η θεωρητική σύνθεση του νοητά, πλέον,
εγνωσμένου συγκεκριμένου, η οποία θα
προσεγγίσει πιστότερα την αντικειμενική
πραγματικότητα και θα οδηγήσει σε
αποτελεσματική πρακτική, σε επιστημονικά
τεκμηριωμένη μετασχηματιστική
δραστηριότητα. Άλλωστε, αφετηρία, βάση,
κινητήρια δύναμη, τελικός προορισμός και
κριτήριο της αλήθειας κάθε γνώσης είναι
η πράξη.
Θεωρία και πράξη αποτελούν, επί της
ουσίας, δύο πλευρές της ενιαίας στην
πολυμορφία της ανθρώπινης ζωής. Η
μεταφυσική αντιπαράθεσή τους αφαιρεί από
τη θεωρία το περιεχόμενό της, ενώ
καθιστά την πρακτική άγονη και τυφλή,
στεγνό πρακτικισμό. Όσο σωστό είναι πως
«χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να
υπάρξει επαναστατικό κίνημα», άλλο τόσο
ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ότι
«το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να
αντικαταστήσει την κριτική των όπλων, η
υλική δύναμη δεν μπορεί να νικηθεί παρά
μόνο από την υλική δύναμη».
Κλείνοντας
το σημείωμά μας, είναι αναγκαίο να
ξεκαθαρίσουμε πως, όταν αναφερόμαστε
στην ταξικότητα της επιστήμης και της
εκπαίδευσης, επ’ ουδενί λόγω εννοούμε
μετά βδελυγμίας απόρριψή τους, αναρχικού
τύπου «καταστροφή» τους. Ακριβώς όπως ο
μαρξισμός (μη όντας «αίρεση») έδωσε
απαντήσεις σε προβλήματα που είχαν ήδη
θέσει πρωτοπόρα μυαλά και επεξεργάστηκε
κριτικά ό,τι καλύτερο κληρονομήθηκε από
το παρελθόν, έτσι κι εμείς οφείλουμε να
υλοποιήσουμε την υπόδειξη του Β. Ι.
Λένιν: «Το καθήκον των μαρξιστών (…)
είναι να ξέρουν να αφομοιώνουν και να
μεταπλάθουν τις κατακτήσεις που
πραγματοποιούν αυτοί οι “υπάλληλοι”
(εννοεί τους καθηγητές), (…) να ξέρουν
να εξουδετερώνουν την αντιδραστική τάση
των τελευταίων, να ξέρουν να εφαρμόζουν
τη δική τους γραμμή και να πολεμούν
ολόκληρη την παράταξη των εχθρικών σε
μας δυνάμεων και τάξεων».
Βλ. Δαφέρμος, Μ. & Σάαντ, Ρ.:
«Επιστήμη και ανθρωπισμός». Αριστερή
Ανασύνταξη, 6, Ιανουάριος-Μάρτιος
1995, σ. 80-85.
Για το ρόλο της εργασίας στην
ανθρωποκοινωνιογένεση, βλ. Ένγκελς,
Φ.: «Ο ρόλος της εργασίας στον
εξανθρωπισμό του πιθήκου». Στο
Ένγκελς, Φ.: Διαλεκτική της φύσης. 5η
έκδοση. Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 2001,
σ. 149-162.
Η διαλεκτική βιολογικού-κοινωνικού
στη διαμόρφωση της προσωπικότητας
αναπτύσσεται στο Παυλίδης, Π.:
«Ανθρώπινη φύση, κοινωνική εργασία,
παιδαγωγία: οι βιολογικοί και
κοινωνικοί συντελεστές της
προσωπικότητας». Σύγχρονη
Εκπαίδευση, 123, Μάρτιος-Απρίλιος
2002 & 124, Μάιος-Ιούνιος 2002.
Αναλυτικότερη παρουσίαση του ρόλου
του ιερατείου –ως της πρώτης
προνομιούχας και εκμεταλλεύτριας
κοινωνικής τάξης– στην αποθησαύριση
της κοινωνικής πείρας, στο Κορδάτος,
Γ.: Ιστορία της αρχαίας ελληνικής
φιλοσοφίας. 5η έκδοση.
Αθήνα, Μπουκουμάνη, 1972, σ. 21-56.
Όταν αναφερόμαστε στο βασικό
πρόβλημα της φιλοσοφίας, εννοούμε τη
σχέση της νόησης με το Είναι, του
πνεύματος με τη φύση, την ύλη. Οι
μεν υλιστές θεωρούν ως βασική αρχή
τη φύση, οι δε ιδεαλιστές βεβαιώνουν
πως το πνεύμα υπάρχει πριν από την
ύλη. Πλευρά του βασικού προβλήματος
της φιλοσοφίας είναι το ζήτημα της
ταυτότητας της νόησης και του Είναι,
δηλαδή αν και κατά πόσο
είμαστε σε θέση να γνωρίσουμε τον
πραγματικό κόσμο. Αναλυτικότερα, στο
Ένγκελς, Φ.: Λουδοβίκος Φόυερμπαχ
και το τέλος της κλασικής γερμανικής
φιλοσοφίας. Αθήνα, Προσκήνιο, 2001.
Η χειραφέτηση της επιστήμης από μια
τέτοια φιλοσοφία και η δημιουργία
ειδικών επιστημών συνεπάγεται την
εξάπλωση και εμβάθυνση των
τελευταίων σε κάθε τομέα φαινομένων
του κόσμου γύρω μας. Μήπως, έτσι, η
φιλοσοφία, εν γένει, βρίσκεται σε
θέση αντίστοιχη με εκείνη του
σεξπηρικού βασιλιά Ληρ, ο οποίος
μοίρασε το βασίλειό του στις
θυγατέρες του και ο ίδιος έμεινε
δίχως περιουσία; Η απάντηση είναι
σαφώς αρνητική. Τα φιλοσοφικά
ζητήματα δε συνιστούν
«ψευδοπροβλήματα», όπως διατείνονται
οι ποικιλώνυμοι θετικιστές. Η
αυθεντική-επιστημονική φιλοσοφία δεν
υποκαθιστά τις επιστήμες ως
«επιστήμη των επιστημών», αλλά
εξετάζει τις νομοτέλειες της σχέσης
μεταξύ κοινωνικής συνείδησης και
κοινωνικού Είναι και αναπτύσσεται σε
συνδυασμό με μία, τουλάχιστον, από
τις επιμέρους επιστήμες. Υπόδειγμα
τέτοιας γόνιμης αλληλεπίδρασης
επιστημονικής φιλοσοφίας-επιστήμης
αποτελεί το «Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ,
στο οποίο μια συγκεκριμένη επιστήμη
–η πολιτική οικονομία της
κεφαλαιοκρατίας– εξετάζεται υπό το
πρίσμα της υλιστικής διαλεκτικής.
Για το εν λόγω μαρξικό εγχείρημα,
στο Πατέλης, Δ.: «“Κεφάλαιο” του Κ.
Μαρξ». Στο Φιλοσοφικό-κοινωνιολογικό
λεξικό. Τόμος 3. Αθήνα, Κ.
Καπόπουλος, 1995, σ. 53-54.
Ένγκελς, Φ.: Ουτοπιστικός
σοσιαλισμός και επιστημονικός
σοσιαλισμός. 2η έκδοση.
Αθήνα, Θεμέλιο, 1975, σ. 32.
Περί μεταφυσικής και διαλεκτικής,
στο Ένγκελς, Φ.: Αντί-Ντίρινγκ.
Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 2001.
Μαρξ, Κ.: «Λόγος στην επέτειο της
“Εφημερίδας του Λαού”». Στο Μαρξ, Κ.
& Ένγκελς, Φ.: Διαλεκτά Έργα. Τόμος
1. Αθήνα, ΚΕ του ΚΚΕ, 1951, σ. 420.
Λένιν, Β. Ι.: «Οι τρεις πηγές και τα
τρία συστατικά μέρη του μαρξισμού».
Στο Λένιν, Β. Ι.: Άπαντα. 5η έκδοση.
Τόμος 23. Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή,
1986, σ. 41.
Ο νομιμοποιητικός ρόλος της
βιολογίας στην εποχή μας διερευνάται
στο
Lewontin,
R.:
Η βιολογία ως ιδεολογία: το Δόγμα
του
DNA.
Αθήνα, Σύναλμα, 2000.
Η εκπληκτική υπεροχή της ΕΣΣΔ και σε
αυτό το επίπεδο (διαστημική, οπλικά
συστήματα, ιατρική, ψυχολογία,
μέγαρα πολιτισμού, λαϊκά
πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες,
ερευνητικά κέντρα κλπ.) αποδεικνύει
του λόγου το αληθές.
Μία σε βάθος ανάλυση των αντιφάσεων
του σοσιαλισμού, αλλά και μια
επιστημονική πρόβλεψη πτυχών της
κομμουνιστικής κοινωνίας (και δη της
εργασίας) πραγματοποιείται στο
Παυλίδης, Π.: Το φαινόμενο της
γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ. Αθήνα,
Προσκήνιο, 2001.
Πατέλης, Δ.: «Διανόηση». Στο
Φιλοσοφικό-κοινωνιολογικό λεξικό.
Τόμος 2. Αθήνα, Κ. Καπόπουλος, 1995,
σ. 58.
Βλ. σχετικά, στο Δαφέρμος, Μ.:
«Διανόηση: η περίπτωση των ρώσων
επαναστατών δημοκρατών της δεκαετίας
του 1860». Ουτοπία, 50,
Μάιος-Ιούνιος 2002, σ. 140-146.
Πατέλης, Δ.: «Διαδικασίες
αξιολόγησης και εξουσιαστικές
σχέσεις στην εκπαίδευση». Στο Δομές
και σχέσεις εξουσίας στη σημερινή
Ελλάδα. Αθήνα, Ίδρυμα Σάκη
Καράγιωργα, 2000, σ. 250-251.
Βλ. Αλτουσέρ, Λ.: «Ιδεολογία και
ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους».
Στο Αλτουσέρ, Λ.: Θέσεις. 7η
έκδοση. Αθήνα, Θεμέλιο, 1999, σ. 91.
Όπως επεσήμανε ο Β. Ι. Λένιν από το
1902, ακόμη, «…το ενστικτώδες είναι
ακριβώς το ασυνείδητο (το
αυθόρμητο), (…) τα “πρώτα τυχόντα”
μέσα πάλης θα είναι πάντα στη
σύγχρονη κοινωνία τρέιντ-γιουνιονιστικά
μέσα πάλης και η “πρώτη τυχούσα”
ιδεολογία θα είναι η αστική (τρέιντ-γιουνιονιστική)
ιδεολογία». Γι’ αυτό, η
επαναστατική-κομμουνιστική συνείδηση
πρέπει να εισαχθεί στο εργατικό
κίνημα απ’ έξω, από το κόμμα που
καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία.
Αναλυτικότερα για το αυθόρμητο της
αστικής ιδεολογίας, καθώς, επίσης,
και για τη σχέση
αυθόρμητου-συνειδητού, στο Λένιν, Β.
Ι.: «Τι να κάνουμε;». Στο Λένιν, Β.
Ι.: Άπαντα. 5η έκδοση.
Τόμος 6. Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή,
1986.
Το κείμενο της εν λόγω Διακήρυξης
και μία πρώτη κριτική του υπάρχει
στο Κωνσταντίνου, Γ. & Παναγιώτου,
Μ.: «Η Διακήρυξη της Μπολόνια και οι
εξελίξεις στην Τριτοβάθμια
Εκπαίδευση». Θέματα Παιδείας, 5,
Άνοιξη 2001, σ. 65-72.
de Selys,
G.
&
Hirtt,
N.:
«Μαύρος Πίνακας. Αντισταθείτε στη
ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης».
Θέματα Παιδείας, 6, Καλοκαίρι 2001,
σ. 54.
Πατέλης, Δ.: «Επιστήμες, πολιτική
και επιστημονική φιλοσοφία: σχέσεις
ανάπτυξης ή έκπτωσης;». Στο
Φιλοσοφία, επιστήμες και πολιτική.
Αθήνα, Τυπωτήτω, 1998.
Λυοτάρ, Ζ. Φ.: Η μεταμοντέρνα
κατάσταση. 2η έκδοση.
Αθήνα, Γνώση, 1993, σ. 126.
Για μια διεξοδικότερη ανάλυση του
θέματος, βλ. Λένιν, Β. Ι.: «Υλισμός
και εμπειριοκριτικισμός». Στο Λένιν,
Β. Ι.: Άπαντα. 5η έκδοση.
Τόμος 18. Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή,
1988.
Όπως αναφέρουν και οι στίχοι του
μεγάλου στοχαστή, «Βοηθά το πνεύμα!
Φως μού φέγγει, ας μη διστάξει / η
πένα μου να γράψει: “Πρώτα ήταν η
Πράξη!”». Γκαίτε, Γ. Φ.: Φάουστ.
Αθήνα, Γράμματα, 1991, σ. 45.
1.
Μαρξ, Κ.: Κριτική της εγελιανής
φιλοσοφίας του κράτους και του
δικαίου. Αθήνα, Παπαζήσης, 1978, σ.
24.
Λένιν, Β. Ι.: «Υλισμός και
εμπειριοκριτικισμός». Στο Λένιν, Β.
Ι.: Άπαντα. 5η έκδοση.
Τόμος 18. Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή,
1988, σ. 370-371.