Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ
ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
ΣΤΟ
ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ
του Μάριου Μιχαηλίδη
Συνδικαλισμό οφείλει να κάνει
ο κάθε εργαζόμενος. Η διεκδίκηση μιας άμεσης
βελτίωσης της θέσης του στην τρέχουσα
κοινωνική πραγματικότητα είναι ο πρώτος
αυθόρμητος στόχος του. Η πλειοψηφία των
συνδικαλισμένων μισθωτών, των
συνδικαλιστικών οργανώσεων και ρευμάτων σε
αυτόν ακριβώς το στόχο αναφέρονται. Η
σύνδεσή του με τον «τελικό», δηλαδή την
απελευθέρωση της εργατικής τάξης από τα
δεσμά του κεφαλαίου, τις περισσότεερς φορές
(δυστυχώς) αποσιωπάται ή τίθεται σε δεύτερη
μοίρα, ως «πρόωρη – οραματική» στοχοθεσία.
Εάν κατ΄ αρχήν
παραμείνουμε στον πρώτο, κοινά αποδεκτό
στόχο της άμεσης βελτίωσης της θέσης των
εργαζομένων και τον μεταφέρουμε στους
μισθωτούς του αστικού κρατικού μηχανισμού,
θα δούμε ότι από μόνος του είναι ανεπαρκής
από την σκοπιά των συμφερόντων της συνολικής
εργατικής τάξης. Παράδειγμα: αν δεχτούμε
(και σωστά) την ανάγκη των αστυνομικών
υπαλλήλων να αμείβονται καλύτερα από όσο
τώρα, χωρίς να θέσουμε επί τάπητος το
αντικείμενο της εργασίας τους, τότε
ερχόμαστε (αντικειμενικά) σε αντίθεση με τα
ίδια τα συμφέροντα της συνολικής εργατικής
τάξης. Γιατί, αν ο καλύτερα αμειβόμενος
αστυνομικός των ΜΑΤ εξακολουθεί να ασκεί
σωματική βία σε βάρος κάθε αγωνιζόμενου
εργαζόμενου, τότε η εργατική τάξη και το
κίνημά της δεν έχει κερδίσει τίποτα από αυτή
την επιμέρους «συνδικαλιστική κατάκτηση».
Ας μεταφέρουμε,
τώρα, τον προβληματισμό μας στους
εκαπιδευτικούς, οι οποίοι εργάζονται στον
(ιδιαίτερα νευραλγικό) τομέα της
αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας,
στον ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους,
επιφορτισμένοι από την άρχουσα τάξη με τη
διαμόρφωση προς όφελός της των συνειδήσεων
των αυριανών προλεταρίων, μικροαστών και
αστών. Η διεκδίκηση εργασιακών αιτημάτων
σίγουρα μπορεί να οδηγήσει στη βελτίωση των
όρων άσκησης της εργασίας τους και του
επιπέδου της ζωής τους. Εάν, όμως, οι ίδιοι
οι συνδικαλιζόμενοι εκπαιδευτικοί δεν
αμφισβητούν την κοινωνική τους λειτουργία,
τότε, συμβάλλουν στη διαιώνιση της
εκμετάλλευσης και καταπίεσης όλων των
μισθωτών, επομένως και αυτών των ιδίων! Εάν
δε συνδυάσουν την πάλη για τα εργασιακά τους
με την πάλη για μια ΑΛΛΗ εκπαίδευση, τότε θα
συμβάλουν, ασυνείδητα, στην υπονόμευση των
εργασιακών τους, αφού θα διαπαιδαγωγούν τους
«υποτελείς» της αστικής κοινωνίας.
Ένα βήμα προς
αυτή την κατεύθυνση έχει ήδη γίνει: τα
συνδικάτα των εκπαιδευτικών, κάτω από την
πίεση της Αριστεράς (ιδιαίτερα των
Κομμουνιστών), έχουν εντάξει στο
διεκδικητικό τους πρόγραμμα εκπαιδευτικά
αιτήματα προς όφελος της μόρφωσης των
παιδιών του λαού. Τα αιτήματα αυτά
αναφέρονται κύρια στην οργάνωση και
λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος,
όπως: δημόσιος χαρακτήρας, ενιαίο 12χρονο
σχολείο, υποχρεωτική 2χρονη προσχολική
αγωγή, χρονική διεύρυνση της ημερήσιας
σχολικής λειτουργίας, υλικοτεχνική υποδομή,
χρηματοδότηση κλπ. Τι είναι ακόμη
αδύνατο; Ο
πυρήνας τουζητήματος, για τον οποίο
απαιτούνται σύγχρονα σχολεία, 12χρονα,
ολοήμερα κ.α.: η αμφισβήτηση του
περιεχομένου της λειτουργίας του, των
προγραμμάτων σπουδών, των βιβλίων και των
μαθημάτων.
Εδώ, μπορούμε να διακρίνουμε
δυο, αλληλοεξαρτόμενους και
αλληδιαπλεκόμενους, φυσικά, τομείς: εκείνον
της «ακαδημαϊκής» μάθησης (των
«τεχνοκρατικών» γνώσεων) και τον άλλο, της
ιδεολογίας. Ο διαχωρισμός αυτός γίνεται
περισσότερο για μεθοδολογικούς λόγους, καθώς
το περιεχόμενο των μαθηματικών, των φυσικών
αλλά και των γλωσσικών μαθημάτων, ακόμη και
στα πιο, φαινομενικά, «ουδέτερα» σημεία,
διαπερνάται από σαφέστατες επιστημολογικές,
κοσμοθεωρητικές, άρα ιδεολογικές αρχές. Η
ίδια η αξιοποίηση του θετικισμού, με τη
συνεπαγόμενη απόρριψη κλάθε «ιδεολογίας»
συνιστά σαφέσταστη ιδεολογική τοποθέτηση!
Βέβαια, την κορωνίδα της ιδεολογικής
παρέμβασης κατέχουν μαθήματα όπως η Ιστορία,
η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή, η
Κοινωνιολογία, η Πολιτική Οικονομία, μέσα
από τα οποία η αστική τάξη συστηματοποιεί
και μεθοδεύει την «καθαρή» ιδεολογική της
«δουλειά». Δεν υποτιμούμε, βέβαια, και τα
«διάχυτα» σημεία σε όλα τα μαθήματα και το
χρόνο διδασκαλίας, είτε αυτά περιέχονται στο
επίσημο διδακτικό πρόγραμμα είτε ανακύπτουν
στην πορεία της διδασκαλίας.
Τα τελευταία χρόνια, ένα
καινούριο «φρούτο» παρουσιάστηκε στην
εκπαίδευση, «εκ Βρυξελλών ορμώμενο», με
ξεχωριστή οργάνωση, χρηματοδότηση, εποπτεία
και φροντίδα για την εφαρμογή του: τα
«καινοτόμα προγράμματα», στα οποία
επιχειρείται η αποτελεσματικότερη δυνατή
ιδεολογική κυριαρχία στην εκπαίδευση, με την
αξιοποίηση των πιο προωθημένων αστικών
παιδαγωγικών μεθόδων. Με χορηγούς και
«ξεκάθαρα λόγια», με κατευθείας προπαγάνδιση
των καπιταλιστικών αξιών (προγράμματα
«επιχειρηματικότητας»), η άρχουσα τάξη
προσπαθεί να ανοίξει βαθιά ρήγματα στη
«δύσκαμπτη» σχολική ρουτίνα και να εντάξει
την εκπαίδευση πιο ασφυκτικά στους άμεσους
αλλά και στρατηγικούς σχεδιασμούς του
κεφαλαίου. Πρώτιστος στόχος τους: η
συνείδηση των μαθητών. Συγκεκριμένα: η
διαμόρφωση όχι μόνο παθητικών αποδεκτών της
καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, αλλά και
ενεργών υποστηρικτών της!
Μπροστά σε αυτά τα «δύσκολα»,
η ΔΟΕ και η ΟΛΜΕ «κουτσαίνουν». Τόσο η
γενικά άρχουσα ιδεολογία, όσο η λειτουργία
της υπηρεσίας μα και η δράση των κυρίαρχων
παρατάξεων, συμβάλλουν τα μέγιστα στο να
«βλέπουν» οι εκπαιδευτικοί μέχρι τα
εργασιακά τους, άντε και μέχρι τα προβλήματα
υλοποίησης του εκπαιδευτικού τους έργου.
Έτσι, ο προβληματισμός στενεύει μεταξύ των
προβλημάτων στη μάθηση, που δημιουργούνται
στα πλαίσια των όρων ζωής των παιδιών, και
στην καταλληλότητα ή μη, από τη σκοπιά της
ευκολίας ή δυσκολίας διδαχής τους, των
σχολικών βιβλίων. Η κριτική εξακολουθεί να
παραμένει στο επίπεδο της «ειδικής
διδακτικής», να μην αναβαίνει στο βάθρο των
παιδαγωγικών στόχων και αξιών, δηλαδή, να μη
συμπεριλαμβάνει στην ολότητά του το πολιτικό
ζήτημα της διαμόρφωσης της προσωπικότητας
των νέων ανθρώπων.
Οι αριστερές
δυνάμεις στις δυο ομοσπονδίες, ιδιαίτερα
όσες συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ εκπαιδευτικών
και στις Παρεμβάσεις, άνοιξαν αυτό το πεδίο
αντιπαράθεσης στο μέτρο των (ακόμη όχι
μεγάλων) δυνατοτήτων τους. Το ποιοί το
κανουν περισσότερο ή συνεπέστερα, ιδεολογικά
ορθά ή όχι, ας μείνει προς εξέταση άλλου,
λεπτομερειακού, άρθρου. Η αρχή, πάντως, έχει
γίνει. Πρέπει, όμως, να υπηρετηθεί με
μεγαλύτερη επιμέλεια η ανάδειξη των
στοιχείων της αστικής, γενικότερης
κοσμοθεωρητικής και ειδικότερης πολιτικής
παρέμβασης, η απάντησή τους από τη σκοπιά
του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού και το
πέρασμα σε αιτήματα πάλης των εκπαιδευτικών.
Μόνο ένας τέτοιος προσανατολισμός μπορεί να
δικαιώσει στο ακέραιο την αριστερή (ιδίως
την κομμουνιστική) παρέμβαση στον
εκπαιδευτικό συνδικαλισμό. Μόνο ένας τέτοιος
προσανατολισμός μπορει να αποτελέσει την
κύρια λεωφόρο πολιτικοποίησης του
εκπαιδευτικού κινήματος και της μέγιστης
δυνατής συμβολής του στο γενικότερο λαϊκό
κίνημα. Αυτό είναι μια απόλυτα αναγκαία και
δυνατή πρόκληση!