Τα πάθη της εκπαίδευσης
Του
Γ. Χαλκιαδάκη*
«Πολλά κλασικά παραμύθια είναι ακατάλληλα για τα παιδιά και προκαλούν τρόμο»!...., κατά τους ειδικούς, όπως η Κοκκινοσκουφίτσα ή το Κοριτσάκι με τα σπίρτα. Όμως για μας, ο τρόμος και η αγωνία είναι, τι γίνεται με εκείνο, το κλασικό πια παραμύθι των μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση. Ώστε να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες. Μιας εκπαίδευσης που αμβλύνει εκπαιδευτικές ανισότητες και φραγμούς, δίνει ισότητα ευκαιριών, αντιμετωπίζει τις συνέπειες διαφορετικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών συνθηκών καταγωγής των μαθητών, μειώνει τον ανταγωνισμό και τη βαθμοθηρία. Για την πάταξη της παραπαιδείας και την στήριξη των εκπαιδευτικών.
Πολλά χρόνια το ακούμε. Έτσι που να το θεωρούμε κλασικό. Γιατί παρά τις εξαγγελίες, αλλαγές, μετατροπές, μεταμορφώσεις, τα βαρίδια του εκπαιδευτικού μας συστήματος παραμένουν. Οι εκπαιδευτικοί έχουν εγκαταλειφθεί. Τα προγράμματα σπουδών “κλείνουν το μάτι” στην αγορά. Μεγάλα εκπαιδευτικά πεδία προσφέρονται στους ιδιώτες. Η υποχρηματοδότηση είναι συνεχής. Και οι βασικές κατευθύνσεις και δομές, αιτίες της εκπαιδευτικής κακομοιριάς, διατηρούνται ανέγγιχτες. Ανέπαφες. Όλα τούτα τα χρόνια δε θίχτηκαν. Δεν ανατράπηκαν. Δεν επανασχεδιάστηκαν. Δεν αναπροσανατολίστηκαν.
Σχολείο αποκλεισμών και εξετάσεων
Το σχολείο μας εξακολουθεί να είναι εξεταστικοκεντρικό. Οι εξετάσεις, η αξιολόγηση και η βαθμολογία είχαν πάντα κυρίαρχο και πρωτεύοντα ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία, έτσι που αντί για εργαλείο ενίσχυσης της μαθητικής προσπάθειας και βελτίωσης των ικανοτήτων των μαθητών, λειτούργησαν κυρίως ως μηχανισμοί καταγραφής της αποτυχίας ιδιαιτέρως των οικονομικά και κοινωνικά αδύναμων, όσων από διαφορετικές αφετηρίες, κουβαλούν, αβοήθητοι, το ελλιπές μορφωτικό τους κεφάλαιο. Οι εξετάσεις, η αξιολόγηση και η βαθμολογία ήταν και είναι μηχανισμοί εξοστρακισμού. Όσων δεν έχουν την εξωτερική βοήθεια, το κατάλληλο οικογενειακό και μορφωτικό περιβάλλον, την οικονομική δυνατότητα.
Ποτέ το Υπουργείο Παιδείας και οι αρμόδιοι δημόσιοι εκπαιδευτικοί φορείς δεν έσκυψαν σοβαρά πάνω στη σχολική αποτυχία. Δε βάθυναν στις αιτίες της. Δεν πήραν ουσιαστικά μέτρα. Δε θεσμοθέτησαν ρυθμίσεις ικανές να βοηθήσουν, να κρατήσουν, τους αδύναμους, τους παρίες, «μέσα» στην εκπαίδευση.
Οι μηχανισμοί εξετάσεων και αξιολόγησης λειτούργησαν όπως επιτάσσουν τα ισχυρά συμφέροντα. Όπως κι όλοι οι εκπαιδευτικοί σχεδιασμοί και αποφάσεις των τελευταίων τριάντα-σαράντα ετών. Ήταν πάντα σε συνάφεια με το οικονομικοκοινωνικό περιβάλλον, τους γνωστούς πολιτικούς συσχετισμούς και τις προτεραιότητες που έθεταν. Αλλά σχεδόν πάντα σε αντίθεση με τις λαϊκές απαιτήσεις και προσδοκίες.
Πάντα ό, τι ήθελε η κυρίαρχη τάξη. Ό, τι απαιτούσε το εποικοδόμημά της. Και οι εξετάσεις να λειτουργούν ως ρυθμιστές ροής ή στρόφιγγες αποκλεισμού. Βλέπουμε να τοποθετούνται μεταξύ δημοτικού/ γυμνασίου. Όταν τους επαρκούσαν οι λιγοστές γνώσεις του δημοτικού. Ή μεταξύ γυμνασίου / λυκείου (Ν.309/76). Για να “απελευθερωθεί” λίγο η ροή του μαθητικού δυναμικού. Τότε που ωριμάζει η άποψη της μαζικοποίησης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Όταν τούτο επιβάλλεται από τις οικονομικές ανάγκες. Ή τις προοπτικές της ένταξής μας στην ΕΟΚ. Περίοδος έντονων προσαρμογών. Περίοδος εναρμόνισης. Ευθυγράμμισης και συμμόρφωσης. Με τους εταίρους. Τα πρότυπα τους. Τη σκέψη τους. Τότε καθιερώνεται τυπικά η 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση. Καταργούνται οι προαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Και η αριθμητική βαθμολογία στο Δημοτικό.
Υπάρχει όμως και η λαϊκή πίεση. Η απαίτηση για μόρφωση και παιδεία, ιδιαίτερα ισχυρή τη δεκαετία του ΄80. Που επιβάλλει -Ν. 1566/85- την κατάργηση των εξετάσεων από το Γυμνάσιο στο Λύκειο. Έτσι που το “πεδίο της μάχης” να μεταφέρεται στις εξετάσεις επιλογής στα ΑΕΙ-ΤΕΙ. Το σημερινό διακύβευμα. Για τη θεμελίωση μιας άλλης σχολικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας.
Ασταθής η ισορροπία. Μέχρι σήμερα. Το φανερώνουν οι συνεχείς, σχετικά πρόσφατες, αναδιοργανώσεις στις εξετάσεις για τα ΑΕΙ. Που άλλοτε τοποθετούνται στη Β΄ και Γ΄ τάξη του Λυκείου. Άλλοτε μόνο στη Γ΄. Άλλοτε είναι με τέσσερα, δεκατέσσερα (Αρσένης 2000) ή με έξι μαθήματα. Το φανερώνουν τα εμπόδια και οι δυσκολίες που ξαναστήνονται στις χαμηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες. Το φανερώνει ο αναγγελμένος διάλογος. Η αντιπαράθεση καλά κρατεί! Και το δίλλημα πάντα ίδιο. Θα απελευθερώσουμε το σχολείο από φραγμούς και εμπόδια για να ‘ναι προσιτό σε όλα τα παιδιά; Ή θα εδραιώσουμε το σχολείο της αποπομπής των κοινωνικά αδικημένων;
Στα βαρίδια του ελληνικού σχολείου περιλαμβάνεται και ο πολυτεμαχισμός, που όλες οι περιβόητες μεταρρυθμίσεις δεν θέλησαν να άρουν. Ωστόσο το αίτημα για το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο, ένα ενιαίο σχολείο θεωρίας και πράξης, έχει ήδη διατυπωθεί. Καταγράφεται σε πολιτικές, συνδικαλιστικές και λαϊκές απαιτήσεις.
Σχολείο τριχοτομημένο και κατηγοριοποιημένο
Με το Ν.309/76 που καθιέρωσε την 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, η μέση εκπαίδευση χωρίστηκε σε δυο βαθμίδες. Και το τριετές πλέον Γυμνάσιο, μαζί με το 6χρονο Δημοτικό σχεδιάστηκαν ως τα συστατικά μέρη της. Αντί όμως να δημιουργηθεί το Ενιαίο Σχολείο Βασικής Εκπαίδευσης, ούτε ο αρχικός σχεδιασμός, ούτε οι επόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις (Ν. 1566/85) εξασφάλισαν τον ενιαίο χαρακτήρα. Κανείς Υπουργός Παιδείας -και από τα δύο κυβερνητικά κόμματα- ως τα σήμερα, δεν ασχολήθηκε με αυτό που όλοι ξέρουμε. Ότι δηλαδή η 9χρονη υποχρεωτική μας εκπαίδευση στήθηκε με τη συγκόλληση δύο ανόμοιων, αυτόνομων και ανεξάρτητων σχολείων. Με άλλη διεύθυνση και συλλόγους διδασκόντων. Με ξέχωρους απολυτήριους τίτλους (του Δημοτικού χωρίς αξία πια και αντίκρισμα). Με μεγάλες διαφορές στη φιλοσοφία. Στο παιδευτικό κλίμα. Στις μεθόδους. Με τρομακτικές ασυνέχειες ή επαναλήψεις στη διδασκόμενη ύλη.
Είναι μια εκκρεμότητα που αποσιωπάται! Όπως και τα προβλήματα που δημιουργεί. Το μεγαλύτερο πρόβλημα-πέραν από το σοκ που δημιουργεί σε παιδιά τρυφερότατης ηλικίας η μεταπήδηση από το ένα σχολείο στο άλλο- είναι, αυτό που όλες οι μελέτες καταγράφουν: το μισό περίπου ποσοστό της μαθητικής διαρροής στο Γυμνάσιο συντελείται στην Α΄ τάξη. Ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών, που οι τίτλοι τους φτάνουν στο Γυμνάσιο και αποκτούν Αριθμό Μαθητικού Μητρώου, ουδέποτε εμφανίζονται. Ένα εξίσου σημαντικό ποσοστό απόρριψης –το μεγαλύτερο σε όλες τις γυμνασιακές τάξεις- παρατηρείται στην τάξη αυτή.
Θεωρούμε την εγκατάλειψη του σχολείου ως απόρροια της ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας μας. Και το εκπαιδευτικό σύστημα που δεν την αντιμετωπίζει και την αναπαράγει, την εξυπηρετεί! Το σχολείο μας είναι δομημένο ταξικά. Κι αυτό απροκάλυπτα φαίνεται στο Λύκειο. Εκεί, εκτός από τη μαθητική διαρροή -έντονη κατά τη μετάβαση από το Γυμνάσιο στο Λύκειο- έχουμε το πρόβλημα του διπλού σχολικού δικτύου. Του σχολείου της Γενικής Παιδείας. Που οδηγεί στα Πανεπιστήμια. Και του άλλου. Της υποβαθμισμένης Τεχνικοεπαγγελματικής Εκπαίδευσης. Του σχολείου της κατάρτισης, της χειρωνακτικής εργασίας ή των ολιγοειδικευμένων, πρόωρα απασχολήσιμων, με τους πολλαπλούς εκπαιδευτικούς και μορφωτικούς περιορισμούς, τα εμπόδια ανέλιξης.
Εκπαιδευτικοί προβληματισμοί για τον περιορισμό των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας γενικής παιδείας έχουν καταγραφεί από τις αρχές του 20ου αιώνα. Εκείνη η πρωτόλεια κριτική αφορούσε τον μονόπλευρο προσανατολισμό και την απόλυτη ροπή του σχολείου στον κλασικισμό. Κι έχει εμπεδωθεί. Αποδεκτή έγινε η ανάγκη εισαγωγής των πολυποίκιλων σύγχρονων επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων. Όμως εξακολουθεί να είναι ζητούμενο, το σχολείο που αρμονικά, χωρίς φραγμούς και αποκλεισμούς θα συνδυάζει τη γενική με την τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση, τη γενική μόρφωση με τις επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις.
Η σοβαρότερη ίσως προσπάθεια σ’ αυτήν την κατεύθυνση ήταν η ίδρυση των Ενιαίων Πολυκλαδικών Λυκείων (1985). Στόχος τους ήταν να άρουν τον καθιερωμένο διαχωρισμό σε γενική και τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση. Δεν το κατάφεραν. Οι μαθητές τους, που επιθυμούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στα ΑΕΙ εντάχθηκαν στις ίδιες «Δέσμες», με αυτές των Γενικών Λυκείων. Έτσι τα Πολυκλαδικά, ποτέ δεν κατόρθωσαν να υπερβούν τον πειραματικό χαρακτήρα. Η αίσθηση της προσωρινότητας που τα συνόδευσε, επιβεβαιώθηκε με την κατάργησή τους έντεκα χρόνια μετά.
Μιλάμε ξανά για το ίδιο παραμύθι. Εθνικούς Διαλόγους έχουμε περάσει πολλούς. Κακλαμάνη (’85), Τρίτση (’87), Κοντογιαννόπουλου και Σουφλιά (‘90 – ’91), Γ. Παπανδρέου (’96), Αρσένη (’97), Μαριέττας, Στυλιανίδη, Σπηλιωτόπουλου. Ξεπεράσαμε την ουτοπία. Πως με “τους διαλόγους” κάτι μπορεί να αλλάξει. Χρειάζονται μεγάλες ανακατατάξεις. Πολιτικές και κοινωνικές. Κοινωνικοί αγώνες και αλλαγή συσχετισμών. Αλλαγή στη σκέψη των ανθρώπων και στις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες.
Ελεύθερη πρόσβαση, διάλογος και ουτοπία
Ακούμε ξανά το ίδιο παραμύθι. Της ελεύθερης εισαγωγής. Το ξανακούσαμε. Και βρήκαμε μπροστά μας τη μείωση κατά 10% του αριθμού των εισακτέων επί Τρίτση. Το νιώσαμε καλά με το «Εθνικό Απολυτήριο» του Γ. Παπανδρέου, που ανέλαβε να εφαρμόσει «Η Παιδεία των Ανοιχτών Οριζόντων» του Γ. Αρσένη το 2000. Το Ενιαίο του Λύκειο. Που χωρούσε μόνο τόσους μαθητές, όσους και οι εισακτέοι των ΑΕΙ. Το αισθανθήκαμε πρόσφατα με τους περιορισμούς της βάσης του 10.
Οι πολιτικοί ορίζοντες είναι κλειστοί. Ο νέος υπουργός Παιδείας κάλεσε σε συνάντηση τους προκατόχους του. Για να συνεχίσει την ίδια πορεία. Ο κορυφαίος του ΠΑΣΟΚ, κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, προτείνει! Τετραετές πλέον Γυμνάσιο, όπου θα τελειώνουν τα αστεία. Θα τελειώνει η υποχρεωτικότητα και η καθολικότητα. Και θα μπαίνουν οι προϋποθέσεις. Για να μπορεί ένα παιδί να συνεχίσει. Στο «κολεγιακού χαρακτήρα» διετές Λύκειο. Όπου οι εκλεκτοί θα ασχολούνται «με μικρό αριθμό (όχι μεγαλύτερο των έξι) μαθημάτων». Με βοηθούς, επισκέπτες καθηγητές και πανεπιστημιακούς δασκάλους. Μια βαθμίδα σαφώς προσδιορισμένη. Μια βαθμίδα των εκλεκτών. Που «θα οδηγεί στα ΑΕΙ όλους τους αποφοίτους» της.
Οι πολιτικοί ορίζοντες είναι κλειστοί. Αν και οι λύσεις για ριζικές αλλαγές έχουν διατυπωθεί. Λύσεις που θα μας έβγαζαν από τα αδιέξοδα. Μια απ’ αυτές, το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Υποχρεωτικό Σχολείο. Και η υποχρεωτική δίχρονη προσχολική εκπαίδευση. Για όλα τα παιδιά! Όμως το ερώτημα παραμένει. Ποιος αλήθεια τούτα τα υπερασπίζεται; Και πως; Με δεδομένο τον κατακερματισμένο και αδύναμο εκπαιδευτικό συνδικαλισμό. Την πολυδιάσπαση –οικονομική, ιδεολογική, πολιτική- των εκπαιδευτικών. Τη διαφορετικότητα προσανατολισμού, στόχων και συμφερόντων. Την έλλειψη των πανεκπαιδευτικών κινημάτων.
Μέσα στην ασβόλη, ακόμα, των δακρυγόνων. Από την πρόσφατη νεανική έκρηξη. Στοχαζόμαστε και αναστοχαζόμαστε. Ελπίζουμε στη νεανική αμφισβήτηση. Κατανοούμε και αποδεχόμαστε τις διαμαρτυρίες τους. Χωρίς να συμμεριζόμαστε την τυφλή βία. Και αναζητούμε τη διέξοδο. Από τα μεγάλα αδιέξοδα και τις παθογένειες.
*Ο Γ. Χαλκιαδάκης είναι Μαθηματικός
Δημοσιεύθηκε στην Εποχή, 8/3/2009









