Πανελλαδικές εξετάσεις.
Η βαθμολόγηση των γραπτών
Σκέψεις και ερωτηματικά
του Δημήτρη Τσιμούρα*
Είναι γεγονός ότι κάθε χρόνο από μια μερίδα υποψηφίων, αλλά και
από τους δικούς τους, εκφράζονται παράπονα σχετικά με τη βαθμολογία των γραπτών.
Τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει η δυνατότητα να συμφωνήσει ή
να διαφωνήσει κάποιος. Νομίζω όμως ότι μπορούν να δοθούν κάποια στοιχεία για το
πώς βαθμολογούνται τα γραπτά, τα οποία και είναι άγνωστα στους περισσότερους
ενδιαφερόμενους, στοιχεία που θα γεννήσουν ερωτηματικά, που χρειάζονται
απαντήσεις. Κανείς βαθμολογητής δεν διδάχτηκε ποτέ και πουθενά πώς να
βαθμολογεί. Μαθαίνει να βαθμολογεί, βαθμολογώντας. Βαθμολογητές χρίζονται
υποχρεωτικά αυτοί που έχουν διδάξει το μάθημα για ένα χρόνο, έστω μία φορά την
τελευταία τριετία, ανεξάρτητα από τα χρόνια υπηρεσίας που έχουν. Οι μαθητές
γίνονται πειραματόζωα και μάλιστα στο πιο κρίσιμο σημείο καμπής της μαθητικής
τους ζωής και δεν έχουν κανένα δικαίωμα, αυτοί που ρυθμίζουν τους κανόνες
βαθμολόγησης, να τους συμπεριφέρονται έτσι.
Η άστοχη βαθμολόγηση ενός ενδοσχολικού γραπτού ίσως να
δημιουργήσει απλώς μια πικρία στο μαθητή, ενώ μια αντίστοιχη γραπτού
πανελλαδικών, του αλλάζει κυριολεκτικά πορεία.
Δεν υπάρχει συντονισμός στη βαθμολόγηση μεταξύ των διαφόρων
βαθμολογικών κέντρων. Το καθένα χαράζει αυτόνομη πορεία. Όμως εδώ πρόκειται
ουσιαστικά για διαγωνισμό. Δεν έγινε ποτέ μια πανελλαδική σύσκεψη συντονιστών,
για να παραχθεί μια ενιαία πορεία βαθμολόγησης για κάθε μάθημα.
Το κάθε γραπτό βαθμολογείται από δυο βαθμολογητές με κλίμακα από
0 έως και 100. Ο νομοθέτης θεωρεί θεμιτό ότι μεταξύ των δυο μπορεί να υπάρχει
διαφορά μέχρι και 12 μόρια. Δηλαδή 2,4 μονάδες στην εικοσάβαθμη κλίμακα. Αυτό
ίσως έχει βάση π.χ. στην Έκθεση. Όμως γιατί αφήνεται στα Μαθηματικά, τη Φυσική,
τη Χημεία και σ’ άλλα μαθήματα, όπου το υποκειμενικό στοιχείο σχεδόν
μηδενίζεται; Δηλαδή δίνεται η δυνατότητα για το ίδιο γραπτό να υπάρχουν δυο
διαφορετικές εκτιμήσεις και να είναι απόλυτα θεμιτές και οι δυο!!!
Σε περίπτωση που η διαφορά μεταξύ των δυο πρώτων βαθμολογητών
είναι μεγαλύτερη των δώδεκα μορίων βαθμολογεί και τρίτος βαθμολογητής. Εδώ κάθε
χρονιά ισχύουν και διαφορετικά πράγματα. Άλλοτε μετρούσε ο βαθμός μόνο του
τρίτου βαθμολογητή, ο οποίος είναι και ο εμπειρότερος κατά κανόνα, άλλοτε
μετρούσαν ο βαθμός του τρίτου βαθμολογητή και ο πλησιέστερος σ’ αυτόν, άλλοτε ο
μέσος όρος των τριών.
Για φέτος μετρούν οι δυο μεγαλύτεροι. Π.χ. μπορεί οι δυο πρώτοι
βαθμολογητές να έχουν: ο πρώτος 60 , ο δεύτερος 90 για το ίδιο γραπτό, τέτοια
φαινόμενα είναι συχνά. Αν ο τρίτος εκτιμήσει ότι το γραπτό είναι για 55, τότε
μετρούν οι δυο μεγαλύτεροι και ακυρώνεται ο βαθμός του εμπειρότερου. Εδώ
προβάλλεται το επιχείρημα ότι ευνοείται ο μαθητής, όμως σε τέτοιου είδους
εξετάσεις, όταν ευνοείται ένας μαθητής, κάποιος ή κάποιοι άλλοι αδικούνται. Έτσι
μπορούμε να έχουμε ένα ντόμινο μετατοπίσεων σε σχέση με τις επιλογές των
μαθητών. Σίγουρα άλλο και πιο δίκαιο θα ήταν το αποτέλεσμα, αν μετρούσαν οι δύο
πλησιέστεροι βαθμοί. Στο παράδειγμά μας το 55 και το 60.
Αυτό όμως κάποιος που δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να το δει με την
πρώτη ματιά. Αστοχία των υπευθύνων ή άκρατος λαϊκισμός; Η γνώμη του γράφοντος
είναι ότι ισχύει το δεύτερο, γατί αυτοί που χειρίζονται τέτοια θέματα γνωρίζουν
πολύ καλά τα αποτελέσματα της κάθε τους απόφασης.
Συνήθως η ταχύτητα στη βαθμολόγηση κρίνεται ως θετικό και όχι ως
αρνητικό στοιχείο.
Ουσιαστικά δεν υπάρχει ανώτατο ημερήσιο όριο γραπτών, που μπορεί
να βαθμολογήσει ένας βαθμολογητής, όμως παρατηρείται να διορθώνεται ένας αριθμός
γραπτών κατά πολύ μεγαλύτερος ενός θεμιτού μέσου όρου. Ποτέ δεν έχει τηρηθεί μια
ασφαλιστική δικλείδα.
Κάθε χρόνο παρατηρούνται μεγάλες διαφορές μεταξύ των βαθμολογητών
στην Έκθεση και στη Νεοελληνική Λογοτεχνία, αλλά και σε άλλα μαθήματα. Π.χ.
σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία για την Έκθεση φέτος σχεδόν το 25% των γραπτών
αναβαθμολογήθηκε. Έχει παρατηρηθεί άριστοι μαθητές να έχουν πολύ χαμηλό βαθμό
στην Έκθεση. Ενώ μέτριοι ή αδύναμοι μαθητές στα γραπτά των πανελλαδικών να έχουν
μεγάλο ή και πολύ μεγάλο βαθμό στην Έκθεση. Με το φαινόμενο αυτό, ενώ
παρατηρείται κάθε χρόνο, ποτέ κανένας αρμόδιος δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά.
Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα είναι ότι οι απαντήσεις στα ερωτήματα από
την Κεντρική Επιτροπή προς τα βαθμολογικά κέντρα είναι πρόχειρες και πάντα
ελλιπείς. Ποτέ δεν υπήρξε υπόδειξη τρόπου βαθμολόγησης και κατανομή επιμέρους
βαθμολογίας σε κάθε ερώτημα, από την Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων.
Από φέτος ο γονιός μπορεί να δει το γραπτό. Πώς μπορεί όμως να το
αξιολογήσει; Είναι και αυτό ένα μέτρο στη σφαίρα του λαϊκισμού και όχι της
ουσίας για δίκαιη βαθμολόγηση των γραπτών. Εδώ όμως μπορούν να ανοίξουν και άλλα
παράθυρα…
Στο ερώτημα αν υπάρχει και προσωπική ευθύνη από τη μεριά των
βαθμολογητών, η απάντηση του γράφοντος είναι καταφατική. Οι εκπαιδευτικοί
είμαστε ένα κομμάτι της κοινωνίας. Η ευθύνη όμως για τη βαθμολόγηση των γραπτών
δεν βαρύνει κατά πρώτο λόγο τους εκπαιδευτικούς, αλλά την υπεύθυνη πολιτεία.
Θα ήταν πολύ απλό να γίνουν μερικές κινήσεις από τους υπεύθυνους,
για να μειωθεί δραστικά η αδικία στη βαθμολόγηση των γραπτών και να περιοριστεί
στο ελάχιστο το ανθρώπινο λάθος που είναι υπαρκτό.
Συγκεκριμένα: εκπαίδευση των νέων βαθμολογητών στο πώς να
βαθμολογούν.
Ελάχιστα χρονικά όρια που να εξασφαλίζουν στους βαθμολογητές
επάρκεια εμπειρίας στη διδασκαλία και κύρια στη διδασκαλία του μαθήματος που
βαθμολογούν. Να βαθμολογούν μόνο όσοι διδάσκουν σε λύκειο.
Καθορισμός ανώτατου ημερήσιου ορίου βαθμολόγησης γραπτών, το
οποίο και να τηρείται.
Πανελλαδικός συντονισμός όλων των βαθμολογικών κέντρων, ώστε να
έχουν ενιαία θέση βαθμολόγησης. Λεπτομερείς και σαφείς απαντήσεις στα θέματα με
πρόταση για κατανομή της βαθμολογίας από την Επιτροπή Εξετάσεων.
Περιορισμός της διαφοράς για τους δυο βαθμολογητές στα πέντε
μόρια, αντί για δώδεκα κ.λ.π.
Ενώ είναι απλά, κανένα από τα παραπάνω μέτρα δεν παίρνεται. Η
βαθμολόγηση των γραπτών των πανελλαδικών, χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες, μπορεί
να αφήσει εκπαιδευτικούς – βαθμολογητές εκτεθειμένους.
Στη συνέχεια ακολουθεί η γενίκευση. Η δυσαρέσκεια μαθητών και
γονιών τους φέρνει πολλές φορές αντιμέτωπους με τους εκπαιδευτικούς ενώ μένουν
στο απυρόβλητο αυτοί που καθορίζουν τους κανόνες της βαθμολόγησης. Είναι και
αυτός ένας τρόπος, όχι ο μοναδικός, απαξίωσης των εκπαιδευτικών, του κύριου
φορέα της εκπαίδευσης. Και σήμερα όσο ποτέ, αυτό επιδιώκεται με κάθε τρόπο από
την επίσημη πολιτεία, πράγμα που θα βοηθήσει, ώστε τα …νέα μέτρα, που από καιρό
ετοιμάζουν, να περάσουν «αβρόχοις ποσί».
Υ.Γ. Οι παραπάνω σκέψεις διατυπώνονται λόγω της επικαιρότητας του
θέματος και γιατί επιβάλλεται η βαθμολόγηση των γραπτών να γίνεται όσο πιο
δίκαια είναι δυνατόν. Εύλογα όμως γεννιούνται και άλλα ερωτήματα.
- Και αν αυτό συνέβαινε θα άλλαζε η ουσία και ο ρόλος του
εκπαιδευτικού συστήματος σήμερα;
- Η λέξη μόρφωση έχει διαγραφεί από το λεξιλόγιο της επίσημης
πολιτείας. Τι επιδιώκει σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα; Ποιο είναι το
περιεχόμενο σπουδών σήμερα;
- Με τα νέα βιβλία σήμερα στο Γυμνάσιο και Δημοτικό έχουμε
μεταφορά διδακτέας ύλης από το Λύκειο στο Γυμνάσιο και από το Γυμνάσιο στο
Δημοτικό. Ωρίμασαν οι μαθητές ξαφνικά κατά δυο ή τρία χρόνια;
- Τι σημαίνει εθνική συνεννόηση για την παιδεία, που προβάλλεται
από κάποιες πλευρές; Τι σημαίνουν οι αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση; Πολλές
φορές ακούμε από κυβερνητικά χείλη ότι δήθεν ο λαός τις ζητάει με την ψήφο του.
Εν κατακλείδι: αυτοί που κάθε φορά κυβερνούν και αυτοί που κινούν
τα νήματα της οικονομίας (δηλαδή αυτοί που ουσιαστικά αποφασίζουν άσχετα με τους
κατ’ επίφαση διαλόγους) τι εκπαίδευση και τι παιδεία θέλουν για τους νέους
σήμερα; Ερωτήματα που ζητούν τεκμηριωμένες απαντήσεις.
Βέροια 08/07/09
* Ο Δημήτρης Τσιμούρας είναι καθηγητής
Φυσικός στο 3ο Λύκειο Βέροιας.