Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχική >

Κασσάνδρα Δημοπούλου: «Η όπερα είναι πρωταθλητισμός σε όλα τα επίπεδα, σωματικά και ψυχικά»


Δημοσιεύτηκε: Παρασκευή, 1 Ιούνιος, 2018 - 17:05 | Στην Κατηγορία:

Συνέντευξη της mezzo soprano Κασσάνδρας Δημοπούλου στη Ράνια Παπαδοπούλου

Την εμβληματική όπερα «Περουζέ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη θα έχει τη χαρά να παρακολουθήσει το κοινό σε δύο μοναδικές παραστάσεις που θα πραγματοποιηθούν στις 16 και 17 Ιουνίου στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2018. Η «Περουζέ» είναι το μόνο έργο του Σακελλαρίδη που κατάφερε να διασωθεί. Ανέβηκε πρώτη φορά το 1911 στο Θέατρο Ολύμπια, απ΄ τον θίασο του Ελληνικού Μελοδράματος που τότε έκανε περιοδείες στη Μέση Ανατολή σημειώνοντας ανείπωτη επιτυχία για τα δεδομένα της εποχής.

Η υπόθεση της όπερας, διαδραματίζεται στην ελληνική ύπαιθρο με πρωταγωνιστές μία όμορφη τσιγγάνα και ένα νέο χωρικό. Όσον αφορά την αληθινή ιστορία πίσω από την «Περουζέ», πρωταγωνίστρια είναι μία γυναίκα που είχε ερωτευτεί ο Σακελλαρίδης και ήθελε να την κατακτήσει αλλά ταυτόχρονα να πάρει την άδεια της μητέρας της για να την παντρευτεί. Ο στόχος του επετεύχθη κι έτσι ο Σακελλαρίδης παντρεύτηκε την κόρη της πρώτης τραγουδίστριας που ερμήνευσε την Περουζέ, της Ρεβέκκας (κατά κόσμον Όλγας Πικοπούλου –Παπαδιαμαντοπούλου - Βαλτετσιώτη).

Σήμερα 107 χρόνια μετά από το ανέβασμα της «Περουζέ», η όπερα ανεβαίνει ξανά για πρώτη φορά από την Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών σε συνεργασία με  τη Χορωδία του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλη της Χορωδίας του Εθνικού Ωδείου και τη Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης. Μαέστρος θα είναι ο Βύρων Φιδετζής, ενώ στη σκηνοθεσία συναντάμε το Θοδωρή Αμπαζή.

Το ρόλο της «Περουζέ» θα ερμηνεύσει, η mezzo soprano Κασσάνδρα. Δημοπούλου. Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, η Κασσάνδρα Δημοπούλου ήδη από νεαρή ηλικία ξεχώριζε για το ταλέντο της, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε μουσικές σπουδές τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό και ουκ ολίγες φορές διακρίθηκε για το έργο της, αλλά και τη χαρισματική καλλιτεχνική της προσωπικότητα ως τσελίστρια, αλλά και λυρική τραγουδίστρια. Έχοντας στις αποσκευές της μία επιτυχημένη διεθνή καριέρα με εμφανίσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, η Κασσάνδρα Δημοπούλου είναι από τους ανθρώπους που είναι αφοσιωμένοι στην τέχνη τους, παρ’όλες τις δυσκολίες της τελευταίας δεκαετίας. Μάλιστα, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι αποτελεί καλλιτεχνική διευθύντρια της Εταιρίας Λυρικού Θεάτρου Ελλάδας, αναλαμβάνοντας την παραγωγή και την προώθηση της όπερας.

Σε ένα μικρό διάλειμμα από τις πρόβες της, μιλήσαμε μαζί της για την Περουζέ, την όπερα σε διεθνές και ελληνικό επίπεδο, την πορεία της, αλλά και τα επόμενα σχέδιά της.

Συνέντευξη της mezzo soprano Κασσάνδρας Δημοπούλου στη Ράνια Παπαδοπούλου

-Η όπερα «Περουζέ» του Σακελλαρίδη παρουσιάζεται μετά από πολλά χρόνια στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Ποια η σημασία της στην ιστορία της μουσικής;

Κ.Δ.: Σίγουρα ο μαέστρος μας, ο Βύρων Φιδετζής, ο οποίος με την αγάπη του για την όπερα και τους Έλληνες δημιουργούς, φέρνει στην επιφάνεια ελληνικά οπερατικά έργα που δυστυχώς ξεχάστηκαν, είναι ο καταλληλότερος να εμβαθύνει σε μια τέτοια ερώτηση, με μουσικολογικες και ιστορικές γνώσεις.  Άλλωστε η αναβίωση τέτοιων έργων, είναι έργο ζωής για τον ίδιο.  Από την δική μου οπτική γωνία, η “Περουζέ”, όπως και κάθε άλλο ελληνικό οπερατικό έργο, οφείλει να παίζεται συνεχώς σαν βασικό ρεπερτόριο στις ελληνικές λυρικές σκηνές, όπως λέει και ο ίδιος ο μαέστρος.  Οφείλουμε να τιμήσουμε τα έργα των Ελλήνων συνθετών, όπως κάθε λαός κάνει με τους συνθέτες του.  Η σημασία τέτοιων έργων στην ζωή μας νομίζω θα φανεί στο μέλλον, όταν τους κάνουμε την τιμή να τα συμπεριλάβουμε στο ρεπερτόριο και να φτάνουν στα αφτιά και στα ματια των Ελλήνων, όπως φτάνουν και τα ιταλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά έργα. 

-Κατά τη γνώμη σας, για ποιο λόγο η Περουζέ γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία και απήχηση;

Κ.Δ.: Καταρχάς γιατί το θέμα ήταν πολύ “εξωτικό” για την εποχή: η Τσιγγάνα κι ο Χριστιανός, ένα κοινωνικό ταμπού που ερχόταν στο φως κι εξίταρε την περιέργεια του κοινού να "κοιτάξει από την κλειδαρότρυπα".  Ο Σακελλαρίδης βέβαια ήταν σημαντικός συνθέτης της εποχής του και τα έργα του είχαν μεγάλη επιτυχία, η δε “Περουζέ”, μια όπερα δραματικού περιεχομένου, σίγουρα μάγεψε το κοινό της εποχής, τόσο με την ιστορία για τους προαναφερόμενους λόγους, όσο και με την μουσική της, η οποία είναι σχεδόν κινηματογραφική και “ντύνει” με ψυχική ένταση τους χαρακτήρες και τις δράσεις τους.  Το τραγούδι της Περουζέ, η “Νεράιδα του γιαλού” σημείωσε τεράστια επιτυχία και έμεινε στην ιστορία, ακόμη κι όταν το έργο ξεχάστηκε.  

-Πώς προσεγγίσατε το ρόλο σας και τι σας γοήτευσε από την προσωπικότητα της ηρωίδας;

Κ.Δ.: Η Περουζέ, έτσι πώς είναι δοσμένη από τον συνθέτη, τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, είναι η προσωποποίηση της μοιραίας γυναίκας, μια femme fatale.  Είναι Ρομά (Τσιγγάνα), μια φιγούρα πλέον κλασική και διαχρονική στην τέχνη- όπως η Εσεράλδα στην “Παναγία των Παρισίων”, ή η “Κάρμεν” στην ομώνυμη όπερα του Bizet- η οποία μαγεύει τον ανδρικό πληθισμό με το τραγούδι και τον χορό της.  Αρχικά, λόγω του γεγονότος ότι η ιστορία της “Περουζέ” ταυτίζεται σε κάποια σημεία με την “Κάρμεν”, θεώρησα ότι θα ερμηνεύσω μια Κάρμεν α λα ελληνικά.  Η συνεργασία όμως με τον Θόδωρο Αμπαζή, τον σκηνοθέτη μας, φέρνει στην επιφάνεια μια άλλη διάσταση αυτής της φιγούρας, σχεδόν μεταφυσική.  Η Περουζέ που βγαίνει στην επιφάνεια μέσα από τις πρόβες μας, είναι πλέον κάτι παραπάνω από μια όμορφη, “εξωτική” γυναίκα.  Είναι η δύναμη της φύσης προσωποποιημένη, ένα πλάσμα που λειτουργεί σαν “αγωγός” αυτής της ζωτικής, πρωτόγονης ενέργειας, που κυλάει μέσα από το σώμα του με την ίδια ορμή που κυλάει το νερό στη θάλασσα κι αυτό δεν κάνει τίποτε για να την εμποδίσει.  Η Περουζέ είναι σίγουρα αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν στα παραμύθια “μάγισσα”, ή “νεράιδα”.  Και πώς να “ερμηνεύσει” κανείς ένα πλάσμα που έχει μεν ανθρώπινη μορφή αλλά είναι απόλυτα εναρμονισμένο με την φύση, σχεδόν όπως είναι ένα ζώο;  Για μένα η απάντηση είναι “να μην ερμηνεύσει”.  Για τον ερμηνευτή, το να κληθεί να ερμηνεύσει έναν χαρακτήρα που δεν σηκώνει ερμηνεία, αλλά απαιτεί εσωτερικό “άδειασμα” είναι μια ιδιαίτερη στιγμή.  Άκουγα παλιά για τέτοιες ερμηνείες μεγάλων καλλιτεχνών κι όταν ακόμη μαθήτευα κλήθηκα να πάρω μέρος σε ασκήσεις που ονομάζονταν “να είσαι, να μην ερμηνεύεις”, αλλά δεν καταλάβαινα τίποτε, σκεφτόμουν, πώς είναι δυνατόν να κάνει κάποιος μια “μη ερμηνεία” επί σκηνής;  Τι νόημα έχει το να μην ερμηνεύεις;  Τώρα το το βλέπω.  Δεν μεταδίδεται σε λόγια, ούτε διδάσκεται σε ασκήσεις.  Δεν ξέρω καν αυτή την στιγμή αν είμαι εγώ που βγάζω αυτό το πλάσμα από κάπου μέσα μου, ή είναι ο σκηνοθέτης που το βλέπει μέσα μου και του επιτρέπει να βγει, ή αν βγαίνει κάτι μόνο του χωρίς να μας ρωτήσει… όπως και να έχει, η Περουζέ με “επέλεξε” για να ζήσει και πάλι λίγο ανάμεσά μας κι εγώ απλά αφήνομαι στην μαγεία της. 

-Η «Περουζέ» είναι η όπερα του έρωτα και του θανάτου. Ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο, ποιος υπερισχύει;

Κ.Δ.: Σχεδόν κάθε όπερα είναι η όπερα “του έρωτα και του θανάτου”.  Ο έρωτας κι ο θάνατος δεν είναι ανταγωνιστές, ούτε εχθροί.  Είναι έννοιες το ίδιο τρομαχτικές κι ακατανόητες για τους ανθρώπους.  Και οι δύο μετουσιώνουν, μεταμορφώνουν, αλλοιώνουν τον εαυτό μας και οι δύο μας κάνουν να χάνουμε τον έλεγχο και το εγώ μας.  Είναι σαν τις δύο όψεις ενός νομίσματος που εμείς θεωρούμε ότι θα είναι διαφορετικές, ενώ είναι ίδιες.  Πάντα πίστευα ότι η ζωή έχει τον τρόπο της να μας προετοιμάζει για όλα και να μας πληροφορεί για όλα.  Ο έρωτας ίσως να είναι η πρόβα του θανάτου.  Στο έργο συνυπάρχουν αρμονικά και τα δύο.  Η Περουζέ δεν τα διαχωρίζει, φαίνεται να κατανοεί σχεδόν αυτονόητα την ενότητά τους. 

-Έχοντας εμφανιστεί σε πολύ σημαντικές σκηνές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ποια η άποψή σας σχετικά με την όπερα στις μέρες μας σε εκπαιδευτικό αλλά και καλλιτεχνικό επίπεδο;

Κ.Δ.: Η όπερα άρχισε να “εκφυλίζεται” σαν είδος με το που μπήκε μαζικά σε σχολές και πανεπιστήμια, όπως παθαίνει κάθε τέχνη που γίνεται προϊόν μαζικής εκπαίδευσης, σε περιβάλλον δηλαδή κάπως μακριά από τον φυσικό του χώρο- το θέατρο στην συγκεκριμένη περίπτωση.  Αυτό δεν σημαίνει ότι η γνώση που προσφέρεται στα πανεπιστήμια, δεν είναι καλή, ίσα-ίσα που οι τραγουδιστές λαμβάνουν καλύτερες μουσικές και τεχνικές γνώσεις από ό,τι παλαιότερα, τις λαμβάνουν όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα μακριά από την σκηνή και κυρίως, μακριά από τον ρεαλιστικό επαγγελματικό χώρο, σε ένα “κλειστό εσωτερικό κύκλωμα” το οποίο συνήθως δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα του επαγγέλματος, ενώ η ολοκληρωμένη οπτική γωνία φαίνεται μόνο μέσα στο επαγγελματικό περιβάλλον.  Η παραγωγή καλλιτεχνών αυξήθηκε ραγδαία και η προσφορά έγινε τεράστια αναλογικά με την ζήτηση, πράγμα που αμέσως “έριξε” τους τραγουδιστές σε πολύ χειρότερη μοίρα σε σχέση με τις προηγούμενες (πριν το 1960-1970) γενιές στον επαγγελματικό χώρο.  Τα κασέ έπεσαν πολύ χαμηλά, ειδικά μετά το άνοιγμα των συνόρων με το ανατολικό μπλοκ.  Το καλλιτεχνικό επίπεδο βεβαίως είναι πολύ ψηλό πλέον παντού, διότι η γνώση προσφέρεται απλόχερα και πολύ περισσότεροι άνθρωποι έχουν πρόσβαση σε αυτή.  Αυτό που δεν συναντάμε πια συχνά, είναι η διάρκεια μέσα στο επάγγελμα.  Η διάρκεια όμως είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στην τέχνη, διότι φέρνει την ωρίμανση.  Ένας μεγάλος καλλιτέχνης κάποτε μου είπε: "Το μυστικό της επιτυχίας είναι η διάρκεια.  Αν αντέξεις, θα πετύχεις”.  Η αντοχή όμως τελικά, έχει να κάνει κυρίως με τη γνώση, γιατί αυτή φέρνει και την υπομονή αλλά και τις λύσεις προκειμένου να αντέξεις.  Πολλοί συνάδελφοι ζουν σε άγνοια σχετικά με το τι επικρατεί αυτή την στιγμή στον χώρο μας, νομίζοντας ότι ισχύουν τα ίδια με αυτά που ίσχυαν το 1950, πιστεύουν ακόμη στο όνειρο του ότι κάποιος θα πιστέψει στο μοναδικό ταλέντο τους και θα τους δικαιώσει.  Ναι, φυσικά και είμαστε όλοι μοναδικοί, αλλά είμαστε τόσοι, μα τόσοι πολλοί, που δεν έχει καν πια σημασία.  Το πώς θα καταφέρει κάποιος να περιορίσει τον τεράστιο αυτό αριθμό που σαρώνει την μονάδα και την μοναδικότητα, ή ακόμη καλύτερα, το πώς θα βγάλει τον εαυτό του τελείως έξω από αυτή την αριθμητική μάζα, είναι το μεγαλύτερο θέμα που πρέπει να λύσει ένας καλλιτέχνης σήμερα.  

-Η όπερα ως μουσικό θεατρικό είδος απαιτεί θυσίες από τους καλλιτέχνες που θα επιλέξουν να την ακολουθήσουν;

Κ.Δ.: Ναι, η όπερα είναι πρωταθλητισμός σε όλα τα επίπεδα, σωματικά και ψυχικά. Μπορεί να υπάρχουν πολλές καλές φωνές και μεγάλα μουσικά ταλέντα, αλλά αυτοί που θα αντέξουν να ζουν έτσι συνέχεια, καθημερινά, είναι λίγοι.  Η όπερα σε αναγκάζει να μην έχεις “δεκανίκια”.  Για να κάνεις αυτή τη δουλειά, πρέπει να είσαι ψυχικά δυνατός και να μπορέσεις να αντέξεις τον εαυτό σου και την πολύ δύσκολη ζωή σου χωρίς “βοηθήματα” όπως το τσιγάρο, το αλκοόλ, το ξενύχτι, τα εξτρίμ σπόρ, οτιδήποτε τέλος πάντων “βοηθάει” τους ανθρώπους να τα βγάλουν πέρα όταν ζορίζονται.  Εν τέλη είναι ένα δυσκολότατο, πολύ κακοπληρωμένο επάγγελμα, που απαιτεί: σιδερένια υγεία, νεύρα και θέληση.  Δε θα έλεγα ότι το συνιστώ. 

-Ποιες στιγμές από τη μέχρι τώρα πορεία σας, σας έχουν καθορίσει;

Κ.Δ.: Ως μαθητευόμενη, η μαθητεία μου με τον Αργεντίνο τενόρο Raul Gimenez, ο οποίος μου “άνοιξε τα μάτια”, τόσο τεχνικά σε σχέση με το τραγούδι όσο και σε θέματα που αφορούν την ζωή και την θέση μου μέσα στα πράγματα.  Ήταν μια επώδυνη και δύσκολη περίοδος της ζωής μου, που όμως υπήρξε καθοριστική στην πορεία της ωρίμανσής μου.  Το 2008, η γνωριμία μου με τον σταρ της όπερας, τον τενόρο Placido Domingo υπήρξε επίσης πολύ σημαντική, όχι μόνο γιατί η συνεργασία μου μαζί του το 2010 με έφερε σε επαφή με πολύ σημαντικές προσωπικότητες (τον μαέστρο Zubin Mehta, τον σκηνοθέτη Marco Bellocchio, τον κινηματογραφιστή Vittorio Storraro και άλλους καλλιτέχνες, αλλά και με τον μεγάλο παραγωγό Andrea Andermann που εδώ και 30 περίπου χρόνια έχει φέρει υπερπαραγωγές όπερας στην τηλεόραση για όλο τον κόσμο και υπήρξε μεγάλη έμπνευση για μένα και στο επίπεδο παραγωγής) αλλά γιατί έμαθα πολλά για τον αληθινό κόσμο της όπερας διεθνώς, όπως επίσης και για το ότι, αν είναι κανείς επιχειρηματικό μυαλό, αυτό θα καθορίσει σε τεράστιο βαθμό την επιτυχία του και την “συντήρησή” της καριέρας του- πράγμα το οποίο οι περισσότεροι καλλιτέχνες δεν ξέρουν, δεν κατανοούν, το υποτιμούν ή το αποφεύγουν.  Τέλος, η σχέση μου με τον τενόρο Φίλιππο Μοδινό, η οποία ξεκίνησε το 2011 και κατέληξε σε γάμο το 2015, μου άλλαξε τελείως την ζωή μου: είναι σαν όλα όσα έγιναν να “κούμπωσαν” και να έβγαλαν νόημα κι όλα όσα έμαθα να βρήκαν λόγο ύπαρξης κι εφαρμογής.  Τρεις… τενόροι λοιπόν, σταθμοί στην ζωή μου, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους, που όμως καθόρισαν και, στην περίπτωση του άνδρα μου, καθορίζουν ακόμη, την ζωή μου.  

-Από τους ρόλους που έχετε υποδυθεί, ποιον ξεχωρίζετε περισσότερο;

Κ.Δ.: Η Κάρμεν ήταν και θα είναι πάντα ο ρόλος που είναι πιο κοντά μου, από την πρώτη μέρα που άνοιξα το στόμα μου για να τραγουδήσω και ως σήμερα.  Είναι ο πιο “αυτονόητος” και σαν μουσική γραφή και σαν ερμηνεία για μένα, ρόλος.  Ο δυσκολότερος όμως ρόλος που ερμήνευσα ποτέ και έφερε την ωριμότητα στην ζωή μου, ήταν η Τόσκα.  Θεωρώ ότι κάθε υψίφωνος (και σε μερικές περιπτώσεις, όπως η δική μου, και κάθε μεσόφωνος) θα πρέπει να αναμετριέται με την "Τόσκα".  Αυτό το έργο έχει μια ιδιαίτερη δυσκολία και μια ενέργεια, που αλλάζει τα πάντα γύρω του όταν συμβαίνει.  

-Είστε ιδρυτικό μέλος της εταιρίας Skull of Yorick Productions. Τι σημαίνει το να συμβάλεις στη διάδοση της όπερας στις μέρες μας;

Κ.Δ.: Το 2011 δημιουργήσαμε με τον Φίλιππο Μοδινό, όσο ακόμη σπουδάζαμε στο Λονδίνο, αυτή την ομάδα που τώρα πια λειτουργεί μέσα από την Εταιρία Λυρικού Θεάτρου Ελλάδος, της οποίας είμαι καλλιτεχνική διευθύντρια, ενώ ο Φίλιππος διαχειριστής.  Για ‘μας, το να έχουμε στα χέρια μας όλη την οπερατική παραγωγή, είναι αυτό που θέλαμε να κάνουμε πάντα.  Υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη πάρα πολλά σημεία στα οποία διαφωνούμε κάθετα στο θέμα “παραγωγή όπερας” με τις συνήθεις διαδικασίες παραγωγής όπερας διεθνώς, γιατί γίνονται εντελώς λάθος εδώ και πολλές δεκαετίες και δε θέλουμε να τα διαιωνίσουμε.  Λειτουργούμε, στα πλαίσια αυτά που έχουμε αυτή την στιγμή, λιγότερο σαν καλλιτέχνες που “δονκιχωτικα” προσπαθούν να “φέρουν την όπερα στον κόσμο” λες και είναι το… Άγιο Δισκοπότηρο ή κάποιου είδους… θρησκευτική σέκτα, και προσπαθούμε, καταρχάς να διασώσουμε αυτό η όπερα έχει και που ήδη αρέσει στον κόσμο (την μεγαλοπρέπειά της, την ομορφιά της αισθητικής της) αλλά που δυστυχώς έχει χάσει με τα χρόνια από διάφορες καλλιτεχνικές παρεμβολές (κυρίως σκηνοθετικές) που αλλοίωσαν πολύ το προφίλ της και την έκαναν, από λαϊκό θέαμα, ακαταλαβίστικη κι απρόσιτη στο ευρύ κοινό.  Κυρίως όμως, μας ενδιαφέρει να κινούμαστε με έξυπνους επιχειρηματικά τρόπους ώστε να βγαίνει κέρδος, χωρίς να περιμένουμε σωτηρία από δημόσιους φορείς, οι οποίοι δεν δείχνουν να τα έχουν καταφέρει και πολύ καλά στους παραπάνω τομείς (μιλάω για όλα τα κράτη, όχι μόνο την Ελλάδα).  Η όπερα πρέπει να σταματήσει να σημαίνει “οικονομική καταστροφή” για όποιον την παράγει, για να μπορέσει να συνεχίσει.  

-Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Κ.Δ.: Καταρχάς να φέρουμε εις πέρας το 4ο Φεστιβάλ Όπερας Ελλάδος αυτό το καλοκαίρι.  Το φεστιβάλ συμπεριλαμβάνει δύο εκπαιδευτικά πρότζεκτ με νέους καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο, δύο όπερες στο Ωδείο της Αρχαίας Ρωμαϊκής Αγοράς της Θεσσαλονίκης, την “Στέψη της Ποππαίας” του Cl. Monteverdi και την “Μεγαλοψυχεία του Τίτου” του W.A. Mozart.  Αυτή την στιγμή έχουμε μια ανοιχτή συνεργασία με την Ακαδημία νέων τραγουδιστών “Placido Domingo” που εδρεύει στο Palau de les Arts στην Βαλένθια της Ισπανίας και περιμένουμε νέους καλλιτέχνες από εκεί να έρθουν στην Ελλάδα και να λάβουν μέρος στις παραγωγές αυτές.  Τον Αύγουστο ερμηνεύω ξανά την “Κάρμεν” του G. Bizet στην Γερμανία σε μια παραγωγή της Opera Classica Europa μαζί με τον Φίλιππο που ερμηνεύει τον ρόλο του Don Jose και τον Οκτώβριο σκηνοθετώ την όπερα του G. Puccini “La Boheme” στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (παραγωγή της Εταιρίας μας). 

 

Η εμβληματική όπερα «Περουζέ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, θα παρουσιαστεί στις 16 και 17 Ιουνίου 2018 στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2018.

ΔΙΑΝΟΜΗ

Κασσάνδρα Δημοπούλου (Περουζέ)

Φίλιππος Μοδινός (Θάνος)

Άννα Στυλιανάκη  (Ανθούλα)

Πέτρος Μαγουλάς (Βασιλιάς των τσιγγάνων)

Τάσης Χριστογιαννόπουλος (Πέτρος)

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αμπαζής

Σκηνικά, Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Βοηθός φωτιστή: Ναυσικά Χριστοδουλάκου

Μουσική προετοιμασία: Δημήτρης Γιάκας

Κίνηση : Αποστολία Παπαδαμάκη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Κατερίνα Τασσύ

Βοηθός Σκηνογράφου: Βίκυ Πάντζιου

Φωτογραφίες: Σπύρος Κατοπόδης

Βίντεο: Στάθης Αθανασίου

Διεύθυνση  Παραγωγής :Μανόλης Σάρδης- Pro4 

Βοηθός Διευθ. Παραγωγής: Χριστίνα Πολυχρονιάδου 

Η Χορωδία του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών  και μέλη της Χορωδίας του Εθνικού Ωδείου

Διεύθυνση: Νίκος Μαλιάρας

Η Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης

Διεύθυνση: Μαίρη Κωνσταντινίδου

Η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών

Μουσική Διεύθυνση: Βύρων Φιδετζής

 

Περισσότερες πληροφορίες για την Κασσάνδρα Δημοπούλου αναζητήστε στο: https://www.kassandradimopoulou.com


ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΩΝ

alfavita.gr δεν φέρει ευθύνη για τα σχόλια που αναρτώνται στην ιστοσελίδα της. Τα σχόλια εκπροσωπούν κάθε σχολιαστή. Στα πλαίσια προστασίας των επισκεπτών της, η alfavita.gr θα διαγράφει σχόλια που είναι απειλητικά, προσβλητικά, επιζήμια, δυσφημιστικά, χυδαία, βίαια, υβριστικά ή ρατσιστικά.

Σχετικά Άρθρα