Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχική >

Πρωτομαγιά στον Τοίχο της Καισαριανής


Δημοσιεύτηκε: Δευτέρα, 30 Απρίλιος, 2018 - 13:54 | Στην Κατηγορία:

Πρωτομαγιά και το σχολείο ανηφόριζε στην Καισαριανή. Από νωρίς φυσούσε σε τούτο το ξεκίνημα. Ένας αγέρας παγωμένος που σήκωνε τις πέτρες και στριφογύριζε ότι έβρισκε μπροστά του τους έκαμε ν αλλάξουν πορεία. Το Μοναστήρι μπορούσε να περιμένει. Δεν ήταν καιρός για προσευχές και μετάνοιες. «Φυσούσε στα σταυροδρόμια του κόσμου». Οι νεκροί προχωράνε αμίλητοι αναποδογυρίζουν τα καμιόνια αναποδογυρίζουν τα τανκς πατάνε πάνω στις ξιφολόγχες και τις σάλπιγγες. Ήρθε ο καιρός να μην τους προσπεράσεις. Ήρθε ο Καιρός για το αντάμωμα με την Ιστορία στον Τοίχο της Καισαριανής. Κάποια από τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους αγριολούλουδα ενώ άλλα έδρεψαν βιαστικά από το κόκκινο χαλί με τις παπαρούνες, για το προσκύνημα. Αυτός ήταν ο προορισμός. Εκεί που ορθώνονταν περήφανα τα κυπαρίσσια με την πλάτη στον Τοίχο του Σκοπευτηρίου. Ξημερώματα τους έφερναν με τα φορτηγά από το Χαϊδάρι, ακούστηκε να λέει η Σ. στα παιδιά, για να τους εκτελέσουν. Τότε η Ανθή που κρατούσε από ώρα στο χέρι της ένα τσαλακωμένo σημείωμα, το άνοιξε διστακτικά. Το βρήκα πεταμένο στην αρχή του δρόμου των Ηρώων, είπε, στριμωγμένο από τον αέρα μέσα στις μαργαρίτες. Διάβαζε. «Πρωτομαγιά. Γεια σας όλοι πάμε στη μάχη».


Η δασκάλα ένοιωσε έναν κόμπο να την πνίγει. Τα παιδιά την παρατηρούσαν απορημένα καθώς κράτησε ευλαβικά το σημείωμα. Αυτό είναι ένα από τα σημειώματα που πέταγαν στο δρόμο οι πατριώτες είπε, όπως τους έφερναν με τα φορτηγά από το Χαϊδάρι στην Καισαριανή για την εκτέλεση. Το έγραψε ο Ηπειρώτης δάσκαλος Κώστας Τσίρκας με το οποίο αποχαιρετούσε τους συντρόφους, τους φίλους, τους συγγενείς και την Πατρίδα. Ήταν Δάσκαλος με όραμα για μια Ελλάδα ελεύθερη και σοσιαλιστική. Στην Κατοχή είχε διαλέξει τον δύσκολο δρόμο της Αντίστασης. Ήταν Πρωτομαγιά του 1944 όταν ανακοινώθηκε ο τουφεκισμός διακοσίων κομμουνιστών ως αντίποινα για την εκτέλεση γερμανών αξιωματικών στους Μολάους της Λακωνίας. Δηλαδή κυρία, ρώτησαν οι μαθητές, οι γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν τον δάσκαλο και τους συντρόφους του, εδώ στην Καισαριανή από εκδίκηση; Αυτό δεν είναι έγκλημα πολέμου; Πράγματι είναι απάντησε εκείνη και για το λόγο αυτό ο Καρλ Φίσερ (Διοικητής στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου) και ο  στρατηγός Χέλμουτ Φέλμυ (Διοικητής των γερμανικών δυνάμεων Νότιας Ελλάδας και Φρούραρχος Αθηνών) χαρακτηρίστηκαν ως εγκληματίες πολέμου. Ο Χέλμουτ Φέλμυ ως διοικητής του 68ου Σώματος Στρατού ήταν υπεύθυνος για το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων(13-12-1943) και λογοδότησε στη Δίκη των ομήρων (hostages trial) ή Δίκη του Λίστ. Αυτά τα εγκλήματα πολέμου «διασώθηκαν» στα Αρχεία του Μέριλαντ. Οι 200 της Καισαριανής εκτελέστηκαν αφού πρώτα τους είχε καταδικάσει η δικτατορία του Μεταξά το 1938. Το «αστικό» - φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου τους κρατούσε φυλακισμένους στο κολαστήριο της Ακροναυπλίας ως αμετανόητους αντιφασίστες και κομμουνιστές και όταν αυτοί ζήτησαν να ελευθερωθούν για να πολεμήσουν εναντίον των γερμανών, απάντηση δεν πήραν. Αντίθετα οι ντόπιοι και ξένοι φασίστες συνεργάστηκαν για τούτο το έγκλημα και τους παρέδωσαν στους γερμανούς. Την αυγή της Πρωτομαγιάς του ΄44 τα φορτηγά τους μετέφεραν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και ανά εικοσάδες έστηναν σε τούτο τον τοίχο την Αξιοπρέπεια. Χέρια υψωμένα και ριπές από πολυβόλα ήταν η τελευταία πράξη του δράματος μιας χώρας που πρόδινε τα παιδιά της. Παρόντες μέσα και έξω από το σκοπευτήριο, μαζώματα του ανέμου, οι εχθροί της πατρίδας, οι γερμανοτσολιάδες έκαναν τη βρωμοδουλειά σβέλτα για να τελειώνουν γρήγορα τραγουδώντας: « εγώ είμαι εγώ, ευζωνάκι γοργό». Τραγουδούσαν και φόρτωναν τα πτώματα για το Γ΄ Νεκροταφείο. Στο άκουσμα πάγωναν από τον φόβο μέχρι και τα κοράκια που πετούσαν να κρυφτούν μακριά. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν πένθιμα παρ όλο που ήταν μέρες Λαμπρής. Η Ανάσταση δεν ήρθε το Πάσχα του ΄44. Η Καισαριανή λαβώθηκε βαθιά εκείνη την Πρωτομαγιά. Η Ελλάδα λαβώθηκε. Από την προηγούμενη ανοίγονταν στο Τρίτο διακόσιοι τάφοι. Εκεί μέσα έθαψαν την Ελλάδα ολάκερη. «Σταυροί, παντού σταυροί». Τα φτυάρια δούλευαν ακατάπαυστα μέχρι και την απελευθέρωση αλλά και μετά συνέχισαν ανενόχλητοι οι ντόπιοι φασίστες με τα εγγλέζικα αφεντικά τους.
Ο άνεμος έκοψε. Η Ανθή πρώτη προχώρησε στα κυπαρίσσια κρατώντας στο ένα χέρι το τελευταίο σημείωμα του Κώστα Τσίρκα και με το άλλο απόθεσε το ματσάκι με τα αγριολούλουδα. Για τον Δάσκαλο, είπε και ακολούθησαν τα υπόλοιπα παιδιά με τις παπαρούνες. Για τους συντρόφους έλεγαν ένα- ένα τα παιδιά και κοκκίνιζαν τα κυπαρίσσια. Ιδρωμένοι βγήκαν από το Θυσιαστήριο παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής. Βαρύ φορτίο, ο Τοίχος της Καισαριανής, μονολόγησε η δασκάλα. Για πολλά χρόνια μετά έκλειναν τα αυτιά τους οι κάτοικοι όταν άκουγαν να πέφτουν οι σφαίρες της σκοποβολής. Ιεροσυλία. Έδωσαν μεγάλους αγώνες μέχρι ετούτος ο Τόπος να μείνει στην Ιστορία. Η απομάκρυνση της σκοπευτικής εταιρείας είναι λαϊκή κατάκτηση. Η κουβέντα συνεχίστηκε με τα παιδιά μέχρι την έξοδο του Σκοπευτηρίου. Πέρασαν και από το εξομολογητήριο της ντροπής. Εδώ γινόταν το μυστήριο της «εξομολόγησης» πριν την εκτέλεση. Μια άλλη αμαρτωλή ιστορία. Οι φασίστες τύχαινε να είναι και χριστιανοί. Από την προηγούμενη μέρα που έγινε γνωστή η απόφαση για την εκτέλεση των διακοσίων, οι συγγενείς τους έφτασαν μέχρι και την πόρτα του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού για να ζητήσουν τη μεσολάβησή του για απονομή χάριτος. Όταν αργά το βράδυ τους δέχτηκε απάντησε ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα παρά μόνο να προσευχηθεί στον Θεό. Οι προσευχές του δεν εισακούστηκαν για τους διακόσιους κομμουνιστές αν και γνώριζε τους Γερμανούς από την εποχή της δωσίλογης κυβέρνησης του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου που έγινε η ενθρόνισή του(5 Ιουλίου 1941).
Στην έξοδο από την Ιστορία και στη στροφή του δρόμου των Ηρώων βγήκαν στο σήμερα και πέσανε επάνω σ έναν άλλο τοίχο. Κοντοστάθηκαν απορημένοι και διάβαζαν: «Ο τοίχος της καλοσύνης».