Με την εφαρμογή των 800 Ολοήμερων Δημοτικών
Σχολείων, με το Ενιαίο Αναμορφωμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα
πρέπει να προβλεφθεί και η αξιολόγηση της λειτουργίας τους, εάν
υπάρχει η σκέψη της γενίκευσής τους. Όμως ο αριθμός είναι πολύ
μεγάλος για μια ποιοτική κυρίως αξιολόγηση, η οποία είναι
αναγκαία, καθώς αυτά παρουσιάζουν ορισμένα νέα εκπαιδευτικά
δεδομένα.
Κατ΄ αρχάς το υποχρεωτικό τους πρόγραμμα είναι
από τις 08:15 ως τις 14:00μμ. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι
ολοήμερο. Ολοήμερα μπορούν να θεωρηθούν εφ’ όσον συμμετέχουν
μαθητές τους στην προαιρετική μεσημβρινή ζώνη.
Με την επιμήκυνση του υποχρεωτικού ωραρίου
αυξάνει και το Ωρολόγιο Πρόγραμμα σε 35 ώρες εβδομαδιαίως,
δηλαδή επτάωρο για όλες τις τάξεις. Ο αριθμός των 35 ωρών
θεωρείται κουραστικός για την αντοχή και τη διατήρηση της
προσοχής των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου. Σε πολλές
ευρωπαϊκές χώρες είναι βεβαιωμένα μικρότερος. Τα Ολοήμερα
Σχολεία έχουν τη λογική να εξυπηρετούν τους εργαζόμενους γονείς,
και αυτό είναι αναγκαίο, αλλά δεν πρέπει να ξεχάσουν τον
ουσιαστικό τους ρόλο, αυτόν της αγωγής του μαθητή.
Αύξηση ωρών δε σημαίνει κατ΄ ανάγκη και παράλληλη
αύξηση των γνωστικών αντικειμένων, καθώς πολλά γνωστικά
αντικείμενα μπορεί να είναι χρήσιμα, όμως στο Δημοτικό πρέπει να
γίνει επιλογή. Εδώ προστίθενται επιπλέον νέα γνωστικά
αντικείμενα, όπως τα Αγγλικά στην Α΄-Β΄ τάξη, δίωρο Πληροφορικής
σε όλες τις τάξεις κ.ά. . Έτσι αντί «να ελαφρύνει η τσάντα του
μαθητή», θα βαρύνει ακόμη περισσότερο. Προστίθενται επιπλέον
ώρες σε Γλώσσα και Μαθηματικά, χωρίς να διευκρινίζεται αν
προστίθεται και επιπλέον ύλη, με αποτέλεσμα ένα ακόμη βαρύτερο
γνωσιοκεντρικό πρόγραμμα.
Στο προτεινόμενο ωρολόγιο πρόγραμμα δεν
διαφαίνεται με σαφήνεια ο στόχος και το παιδαγωγικό πλαίσιο.
Παρουσιάζεται πυκνό, με ακαδημαϊκό προσανατολισμό, δεν
διασφαλίζει τη διαθεματικότητα.
Η επιτακτική καθημερινή ανάγκη της μελέτης στο
σχολείο για όλους τους μαθητές δεν αντιμετωπίζεται. Οι μαθητές
επιστρέφοντας μετά από ένα βαρύ πρόγραμμα επτά μέχρι δέκα
διδακτικών ωρών, θα πρέπει να μελετήσουν και να εκπονήσουν τις
εργασίες τους στο σπίτι το απόγευμα μαζί με τους γονείς τους.
Κάθε μέρα θα έπρεπε να υπάρχει στο σχολείο τουλάχιστον μία ώρα
«Μελέτη» σε όλες τις τάξεις, οπωσδήποτε στην υποχρεωτική πρωινή
ζώνη. Μόνο έτσι θα «έμενε η τσάντα στο σχολείο». «Μελέτη»
αναφέρεται τώρα μόνο για την προαιρετική μεσημβρινή ζώνη, δηλαδή
όχι για όλους τους μαθητές, αφήνοντάς το στην ευχέρεια του
Συλλόγου των διδασκόντων και του Διευθυντή. Δεν διασφαλίζεται
όμως η Μελέτη ούτε στην μεσημβρινή ζώνη. Ας δούμε μια περίπτωση
μαθητή 6 χρονών, που εργάζονται και οι δύο γονείς του και
συμμετέχει από την πρωινή προαιρετική ζώνη (07:00) και σχολάει
στην απογευματινή προαιρετική ζώνη (17:00). Αυτός έχει
παρακολουθήσει 10 διδακτικές ώρες, και εάν δεν έχει προβλεφθεί
μία ή δύο ώρες μελέτη στο σχολείο, θα πρέπει να γυρίσει σπίτι
και να μελετήσει και τα μαθήματα της επόμενης ημέρας! Έτσι
εντείνονται οι κοινωνικές ανισότητες.
Ας δούμε το θέμα της απαραίτητης κίνησης και
σωματικής δραστηριότητας του μαθητή. Το προφίλ του μαθητή που
προβάλλουν τα 800 Ολοήμερα είναι εκείνου που κάθεται συνήθως όλη
τη μέρα σε ένα θρανίο παρακολουθώντας θεωρητικά μαθήματα, εκτός
βεβαίως από τα διαλείμματα. Κάνει ελάχιστη γυμναστική. Στις
μικρές τάξεις οι 4 ώρες που προβλέπονται εβδομαδιαίως είναι
καλύτερα από τις 2 που γινόντουσαν μέχρι σήμερα, όμως ούτε αυτές
αρκούν και δεν καλύπτουν τις 5 ημέρες του σχολείου. Στις μεγάλες
τάξεις, οι ώρες της Φυσικής Αγωγής είναι ανεπαρκέστατες. Είναι
μόνο 2 ώρες την εβδομάδα. Αυτό δεν είναι προσδοκώμενο μοντέλο
του αυριανού έλληνα πολίτη. Εξ αιτίας αυτού, και για άλλους
παρόμοιους λόγους είμαστε από τους πιο παχύσαρκους λαούς της
Ευρώπης, και με τις περισσότερες καρδιοπάθειες. Οι ώρες της
Φυσικής Αγωγής πρέπει να αυξηθούν σε όλες τις τάξεις, οπωσδήποτε
στην υποχρεωτική πρωινή ζώνη, και κάθε μέρα οι μαθητές να κάνουν
τουλάχιστον μία ώρα γυμναστική, αθλητισμό, χορό και κίνηση, και
να υπάρχουν και επιπλέον ώρες σωματικής δραστηριότητας στην
μεσημβρινή προαιρετική ζώνη. Έτσι όμως όπως παρουσιάζεται το
Ωρολόγιο Πρόγραμμα, σκεφτείτε το μαθητή του προηγούμενου
παραδείγματός μας. Ξεκινά από τις 7, κάθεται σ’ ένα θρανίο, και
φτάνει στο σπίτι του το απόγευμα μετά από 10 ώρες σχολείο χωρίς
να έχει κάνει πιθανώς ούτε μια ώρα γυμναστική, ενώ είναι γνωστό
πως τα παιδιά έχουν ανάγκη τουλάχιστον τρεις ώρες έντονης
σωματικής δραστηριότητας.
Στις μικρές τάξεις εμφανίζονται και οι χοροί. Οι
παραδοσιακοί χοροί όμως δεν είναι κάτι νέο, υπάρχουν και στο
πρόγραμμα της Φυσικής Αγωγής. Νέο και ουσιαστικό κατά την άποψή
μου, θα ήταν αν ο χορός ήταν ξεχωριστό αντικείμενο, περιελάμβανε
όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αισθητική της
κίνησης, αυτοσχεδιασμό, μοντέρνο, σύγχρονο, κλασσικό και
παραδοσιακό χορό. Αυτό το αντικείμενο θα έπρεπε να διδάσκεται
από χορευτές-παιδαγωγούς.
Ανακατατάξεις υπάρχουν και στην Αισθητική Αγωγή.
Οι ώρες των Εικαστικών ακόμη μια φορά συρρικνώνονται. Τα
Εικαστικά είναι για τους μαθητές μια δημιουργική ανάσα μέσα στο
σχολείο. Ενώ πριν λίγα χρόνια ήταν δίωρο μάθημα σε κάθε τάξη
όλου του Δημοτικού Σχολείου, σταδιακά και συστηματικά τους
αφαιρούνται ώρες για να προστεθούν νέα γνωστικά αντικείμενα, και
στο νέο διδακτικό πρόγραμμα φτάνουν να είναι μόνο μία ώρα πλέον
στις τάξεις Γ΄, Δ΄, Ε΄ και Στ΄. Τα μονόωρα μαθήματα ως γνωστόν
δεν λειτουργούν με τον καλύτερο τρόπο. Το μάθημα για να αποδώσει
και να επιτύχει τους στόχους του πρέπει να είναι τουλάχιστον
δίωρο. Η μία ώρα που προστίθεται στην Α΄ και Β΄ τάξη δεν αρκεί
για να αλλάξει το τοπίο. Είναι γνωστό άλλωστε ότι συνήθως τα
Εικαστικά δεν διδάσκονται αφού η ώρα τους παραχωρείται για να
διδαχθεί η Γλώσσα ή τα Μαθηματικά, χωρίς με αυτό τελικά να
βελτιώνεται η επίδοση των μαθητών σ΄ αυτά τα μαθήματα. Το χρόνιο
αίτημα να διδάσκονται τα Εικαστικά από εικαστικούς ως λύση
παραμένει ακόμη μετέωρο.
Το Θέατρο που εισάγεται ως μονόωρο μάθημα σε όλες
τις τάξεις θα μπορούσε να είναι θετικό, και να συνέβαλλε στην
Αισθητική Αγωγή. Το Θέατρο όμως δεν είναι νέο αντικείμενο.
Υπάρχει εδώ και χρόνια στην Ε΄ και Στ΄ τάξη ως διακριτό
διδακτικό αντικείμενο, με σύγχρονο πρόγραμμα σπουδών και
εξαιρετικά διδακτικά πακέτα με βιβλία μαθητή και εκπαιδευτικού.
Κανένας σχεδόν όμως δάσκαλος δεν το διδάσκει γιατί θεωρεί ότι
δεν κατέχει το αντικείμενο. Στην ώρα του Θεάτρου διδάσκονται
άλλα μαθήματα, και αυτό το φαινόμενο πιθανώς να συνεχιστεί. Εάν
παρ΄ όλη την οικονομική κρίση, διοριστούν θεατρολόγοι για να το
διδάξουν θα πρέπει να επιμορφωθούν ιδιαίτερα για την πρακτική
της Θεατρικής Αγωγής και τα Παιδαγωγικά στο Δημοτικό, ώστε να
μην καταντήσει άλλο ένα γνωστικό, θεωρητικό μάθημα. Άλλωστε
θεατρολογία δε σημαίνει θεατρική πράξη, αλλά «λόγος». Ικανοί να
το διδάξουν θα ήταν και παιδαγωγικά μορφωμένοι ηθοποιοί και
σκηνοθέτες.
Άλλο ένα προβληματικό χαρακτηριστικό του
Ωρολογίου Προγράμματος των 800 Ολοήμερων Δημοτικών είναι η
μείωση των ωρών στην Ευέλικτη Ζώνη, αλλά και η αλλοίωση του
χαρακτήρα της με την είσοδο σε αυτή τεσσάρων νέων υποχρεωτικών
γνωστικών αντικειμένων. Η Ευέλικτη Ζώνη ήρθε ως αντίλογος στην
μετωπική και δασκαλοκεντρική διδασκαλία και στην αποστήθιση του
ενός βιβλίου, προτείνοντας την αποτελεσματική μεθοδολογία των
σχεδίων εργασίας (project)
με θέματα και δραστηριότητες που επιλεγόντουσαν βάσει των
ενδιαφερόντων των μαθητών. Η Ευέλικτη Ζώνη προέβαλε την
ομαδοσυνεργατική διδασκαλία με ελεύθερης έκτασης και χρονικής
διάρκειας εργασιών. Η μείωση των ωρών της και η επιβολή
συγκεκριμένων αντικειμένων στην ώρα της όπως Αγωγή Υγείας,
Διατροφικών Συνηθειών, Κυκλοφοριακής Αγωγής και Περιβαλλοντικής
εκπαίδευσης με ετήσια υποχρεωτική διάρκεια ακυρώνει το χαρακτήρα
της ως ελεύθερης δραστηριότητας, και ανοίγει δρόμους για
διεκδίκηση ανάθεσης διδασκαλίας και από άλλες ειδικότητες, π.χ.
απόφοιτοι ιατρικών σχολών για την Αγωγή Υγείας. Σήμερα η
Ευέλικτη Ζώνη είναι διαπιστωμένο ότι δεν πραγματοποιείται σε
μεγάλο ποσοστό σχολείων για διαφόρους λόγους όπως ελλιπή
επιμόρφωση και κίνητρα των εκπαιδευτικών, συνήθεια στις
παραδοσιακές μεθόδους, αντίδραση πολιτικών και συνδικαλιστικών
φορέων κ.ά.. Αυτός όμως δεν είναι λόγος για να προσδιορίζονται
υποχρεωτικά δραστηριότητες, γιατί αυτές μεταβάλλονται σε
γνωστικά αντικείμενα, επιβαρύνοντας το μαθητή.
Οι Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας (Τ.Π.Ε.)
που εισάγονται επί δίωρο σε όλες τις τάξεις άραγε μπορούν να
λειτουργήσουν σε μια εποχή οικονομικής δυσπραγίας; Για κάθε
Ψηφιακή Τάξη και για κάθε σχολείο χρειάζεται ένας δαπανηρός
εξοπλισμός και αρκετές προϋποθέσεις, όπως ψηφιακός πίνακας,
προτζέκτορας,
laptops
για όλα τα παιδιά,
server
για τον εκπαιδευτικό,
hardware,
πλατφόρμα επικοινωνίας,
software
συνοδευμένο από νέο διδακτικό ψηφιακό υλικό,
σύνδεση με
Internet,
επιμορφωμένους εκπαιδευτικούς, σχεδιασμός εξειδικευμένων
διδακτικών προγραμμάτων και μεθοδολογιών, άτομα για τεχνική
υποστήριξη, και χρηματοδότηση για αναβαθμίσεις, τεχνική
υποστήριξη κ.ά. Εξίσου σημαντικό όμως είναι το περιεχόμενο αυτού
του μαθήματος. Η Πληροφορική στο σχολείο έχει σα στόχο να
χρησιμοποιηθεί ως σύγχρονο μέσο για να επιτευχθούν οι στόχοι και
να προσεγγιστούν οι γνώσεις των γνωστικών αντικειμένων του
σχολείου γρηγορότερα και από ποικίλες πηγές. Η εκμάθηση μόνο του
χειρισμού του μέσου επί δίωρο σε όλες τις τάξεις είναι μια
άχρηστη γνωστική εξειδίκευση για το Δημοτικό σχολείο. Ο στόχος
της πιστοποίησης μέσα στο δημόσιο σχολείο για τις γνώσεις στην
Πληροφορική μπορεί και πρέπει να γίνει στο Γυμνάσιο – Λύκειο.
Πληροφορική και νέες τεχνολογίες πρέπει να χρησιμοποιεί ο
δάσκαλος και οι μαθητές του σε ένα ποσοστό διδάσκοντας όλα τα
γνωστικά αντικείμενα, και όχι περιχαρακώνοντας την Πληροφορική
σαν διακριτό γνωστικό αντικείμενο, το οποίο προφανώς θα το
διδάξει ένας από τους εκατοντάδες διορισμένους ήδη καθηγητές της
Πληροφορικής, οι οποίοι είναι σήμερα υπεράριθμοι. Ο καθηγητής
Πληροφορικής δεν είναι σε θέση να διδάξει τα υπόλοιπα γνωστικά
αντικείμενα του Δημοτικού σχολείου μέσω
computer.
Θα διδάσκει μόνο το αντικείμενό του, αλλά αυτός δεν είναι
προφανώς ο σκοπός της Πληροφορικής στο Δημοτικό σχολείο.
Χρειάζεται απλώς να δημιουργηθούν οι Ψηφιακές τάξεις σε κάθε
σχολείο και να εκπαιδευτούν οι δάσκαλοι στη χρήση τους. Δε
χρειάζεται ούτε μάθημα, ούτε ειδικότητα, ούτε ώρα μέσα στο
Δημοτικό σχολείο, όπως γίνεται άλλωστε και στις περισσότερες
ευρωπαϊκές χώρες.
Θα αρκούσε μία ώρα μελέτης και μία ώρα
αθλοπαιδιές και κίνηση, για όλες τις τάξεις και για όλες τις
μέρες, θα αρκούσαν επιμορφώσεις στην αλλαγή της μεθοδολογίας της
διδασκαλίας (χρήση πολλαπλών πηγών, ομαδοσυνεργατική,
project
κτλ, θα αρκούσε το άνοιγμα των σχέσεων του
σχολείου με την κοινωνία για να δοθεί ένας νέος χαρακτήρας που
θα άνοιγε προοπτικές για ριζικές αλλαγές και εκσυγχρονισμό του
σχολείου. Το σχολείο δεν πάσχει από γνωστικά αντικείμενα, από
σύγχρονα Αναλυτικά Προγράμματα, από σύγχρονα καλογραμμένα
βιβλία. Έχει ανάγκη από χρηματοδότηση, εμπιστοσύνη και
επιμόρφωση στους εκπαιδευτικούς, αλλαγή αντίληψης και διδακτικής
μεθοδολογίας.