ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
Η επιστημονική
έρευνα δεν ήταν ποτέ το αγαπημένο παιδί του ελληνικού καπιταλισμού λόγω των
εξαρτημένων δομών του. Για αυτό και οι δαπάνες για έρευνα στη χώρα μας ήταν
πάντοτε χαμηλές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ευρώπη των 27, στον
τομέα της έρευνας, η Ελλάδα κατέχει την πέμπτη από το τέλος θέση ως προς το
σύνολο των δαπανών, ανεξαρτήτως προέλευσης (0,57% του ΑΕΠ) ενώ κατατάσσεται
προ-τελευταία ως προς τη δημόσια δαπάνη για την έρευνα (0,68% των δημοσίων
δαπανών).
Σήμερα, η
νεοφιλελεύθερη πολιτική στο πλαίσιο της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης προχωρά
πολλά βήματα πιο πέρα. Με την επιχειρούμενη διάλυση των ερευνητικών κέντρων
(Δημόκριτος, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών) συντρίβει ακόμη και αυτά τα ισχνά
και υποχρηματοδοτούμενα ερευνητικά θυλάκια, προβαίνοντας στην πλήρη υπαγωγή της
έρευνας στην πολιτική της βούληση και τις επιταγές των επιχειρήσεων που θα
χρηματοδοτούν μόνο όποια έρευνα υπηρετεί τα κέρδη τους και γίνεται σύμφωνα με τα
δικά τους συμφέροντα και πρότυπα.
Η κυβέρνηση με την
πολιτική της αυτή δεν περπατάει σε «άγνωστο τόπο». Βαίνει την εδώ και χρόνια
πεπατημένη των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών
και ιδιαίτερα των Ρέιγκαν και Θάτσερ, που κατάργησαν την έννοια της ακαδημαϊκής
ελευθερίας θεσμοθετώντας ότι «έρευνα κάνει όποιος έχει να προσφέρει κάτι στην
κυβέρνηση ή στις πολυεθνικές».
Η λογική της
κυβέρνησης είναι προάγγελος ενός γενικότερου ιδεολογικού ελέγχου της έρευνας και
της εκπαίδευσης στο σύνολο της. Στο στόχαστρο της μπαίνει κάθε χώρος στον οποίο
μπορούν να αναπτυχθούν λογικές κριτικής στην οικονομία της αγοράς.
Για αυτό και ο
αγώνας για τη διάσωση της ελεύθερης ακαδημαϊκής έρευνας είναι συνώνυμος με τον
αγώνα για τη διατήρηση του πανεπιστημιακού ασύλου και της παιδαγωγικής
ελευθερίας στο σχολείο.