|
|
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Θέμα στην Πολιτική Οικονομία
Οι θεωρία του Keynes, η πρόσφατη ύφεση και οι δημοσιονομικοί
περιορισμοί στη χώρα μας.
Η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση έφερε και πάλι στο προσκήνιο τη
συζήτηση για την έννοια και τις διαστάσεις της κρατικής παρέμβασης
στην οικονομία. Μέχρι την παρούσα κρίση, τις τελευταίες δεκαετίες,
το αξίωμα της ελεύθερης αγοράς είχε κυριαρχήσει. Πολλοί, μάλιστα, το
ονόμασαν «νεοφιλελευθερισμό». Στα οικονομικά, οι αρχές του
νεοφιλελευθερισμού ταυτίζονται -λίγο πολύ- με τις απόψεις της
νεοκλασικής θεωρίας. Με δύο λόγια, οι νεοκλασικοί πρέσβευαν την
άποψη της ελάχιστης παρέμβασης του κράτους στην οικονομία, της
ελεύθερης λειτουργίας των δυνάμεων της προσφοράς και της ζήτησης,
καθώς και την ευκαμψία των τιμών.
Ιστορικά, η έννοια της αυτορύθμισης της αγοράς πρωτοδιατυπώθηκε από
τους κλασικούς οικονομολόγους (Adam Smith, 1776), στο ευρύτερο
πλαίσιο των ιδεών του Διαφωτισμού και της λογικής, σε αντίθεση με
τις προκαταλήψεις του Μεσαίωνα. Η οικονομία θεωρήθηκε ως ένας
βιολογικός οργανισμός, ο οποίος, για να λειτουργήσει σωστά, θα
πρέπει να αφήνεται ελεύθερος από κρατικές παρεμβάσεις. Ηταν, όμως,
το κραχ του 1929 στην Αμερική που ήρθε να δείξει με τον χειρότερο
τρόπο πως η αγορά δεν αυτορυθμίζεται πάντα με τρόπο που να
εξυπηρετεί το συμφέρον της κοινωνίας.
Ηταν η εποχή που ξεκίνησε το ρεύμα του κρατικού παρεμβατισμού στην
οικονομία, του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, το οποίο στην οικονομική
θεωρία διατυπώθηκε από τον J.M. Keynes. Με λίγα λόγια, ο Keynes
υποστήριξε πως σε καμία περίπτωση δεν είναι δεδομένο πως η αγορά
αυτορυθμίζεται με τρόπο που να εξασφαλίζει την πλήρη απασχόληση. Και
αυτό γιατί πολύ απλά κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί πως ό,τι
παραχθεί θα αγοραστεί απαραίτητα. Στην περίπτωση που δεν συμβεί
αυτό, το κράτος (σύμφωνα με τον Keynes) νομιμοποιείται να παρέμβει,
απορροφώντας αυτό την πλεονάζουσα παραγωγή, ώστε οι επιχειρηματίες
να μην χρειαστεί να μειώσουν την παραγωγή και να προβούν σε
περικοπές προσωπικού. Συνεπώς, ο κρατικός παρεμβατισμός στη ζήτηση
θα μπορούσε να σώσει την οικονομία από την κρίση.
Ετσι ακριβώς και έγινε εκείνη την εποχή. Ο κρατικός παρεμβατισμός
λάμβανε χώρα σε δύο επίπεδα. Αφενός στη λεγόμενη δημοσιονομική
πολιτική, όπου το κράτος, ξοδεύοντας περισσότερα σε έργα και δαπάνες
από αυτά που εισέπραττε από τους πολίτες μέσω φόρων, ουσιαστικά
αύξανε τη ζήτηση (ελλειμματικοί προϋπολογισμοί), αφετέρου
διοχετεύοντας περισσότερο χρήμα για να αναζωογονήσει την αγορά
(Νομισματική πολιτική).
Σήμερα, υπάρχει και πάλι μια κρίση με χαμηλή ζήτηση, ανασφάλεια για
τους καταναλωτές και τους επιχειρηματίες, ανεργία κ.τ.λ. Και πάλι, η
θεωρία της κρατικής παρέμβασης του Keynes ξεκίνησε να
ξανασυζητείται, παρατηρώντας μάλιστα παραδοσιακά συντηρητικά κράτη
(ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία) να συζητούν και να εφαρμόζουν επιλεκτικά
κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία για την τόνωση της ζήτησης.
Ποιες είναι όμως οι βασικές αλλαγές από την εποχή του κραχ του 1929
και της σημερινής κρίσης που δεν μας επιτρέπει με τόση άνεση να
υιοθετήσουμε την τόνωση της ζήτησης από το κράτος σε μια τέτοια
στιγμή κρίσης; Το κλειδί της απάντησης είναι η παγκοσμιοποίηση και
το άνοιγμα των οικονομιών στο διεθνές εμπόριο. Πιο συγκεκριμένα,
όταν το κράτος προσπαθεί να αντιμετωπίσει την ύφεση, δημιουργώντας
αυτό ζήτηση, τότε μακροχρόνια έχει και επίδραση στις τιμές,
αυξάνοντάς τις. Σε ένα όμως παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όταν οι
τιμές των αγαθών μιας χώρας αυξάνονται, τότε τα ακριβότερα προϊόντα
δεν θα είναι ανταγωνιστικά στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα
μακροπρόθεσμα να μειωθούν οι εξαγωγές και να επιδεινωθεί η κρίση
στην οικονομία. Ακόμα, όμως, και αν δεχτούμε μια βραχυχρόνια
εξαίρεση για μια περίοδο, είναι δεδομένο πως η τόνωση της ζήτησης
από το κράτος θα δημιουργήσει ελλείμματα στα δημοσιονομικά του
κράτους. Αν το κράτος δεν έχει υψηλό δημόσιο χρέος, έχει καλώς. Αν
όμως έχει συσσωρευμένο χρέος υψηλό, τότε δεν έχει την πολυτέλεια να
τονώσει τη ζήτηση σε μια τέτοια δύσκολη περίοδο, μια και υπάρχει ο
κίνδυνος της χρεοκοπίας.
Συμπερασματικά, αφενός λόγω της παγκοσμιοποίησης τα κράτη δεν
μπορούν να αυξάνουν υπέρμετρα τη ζήτηση, διότι αυτό αυξάνει τις
πληθωριστικές πιέσεις και υποβαθμίζει μακροχρόνια την
ανταγωνιστικότητά τους, αφετέρου όσα κράτη έχουν ήδη χρέος δεν έχουν
την πολυτέλεια να το αυξήσουν περισσότερο, μια και αυτό θα στοιχίσει
στην αξιοπιστία τους.
Η χώρα μας βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το αδιέξοδο. Παρουσίασε ένα
τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα πάνω από 10% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω
της κάθετης πτώσης των φορολογικών εσόδων, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται
σε κρίση υψηλή ανεργία. Τα υπόλοιπα κράτη-μέλη ασκούν πίεση στην
Ελλάδα να μειώσει τα ελλείμματά της καθώς και το χρέος της, μια και
αυτό επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία ενός κράτους-μέλους της
Ενωσης και αυτό δεν συμφέρει κανέναν. Συνεπώς, αν και η Ελλάδα θα
ήθελε σε μια τέτοια συγκυρία να τονώσει τη ζήτηση (σύμφωνα με τις
κεϊνσιανές επιταγές) μέσω του κρατικού μηχανισμού και να μειώσει την
ανεργία, τα προβλήματά της δεν την αφήνουν να το κάνει.
Γι αυτό ακριβώς τον λόγο και έχει γίνει η ανάγκη για την τακτοποίηση
των δημοσιονομικών της χώρας τόσο επιτακτική. Η Ελλάδα θα πρέπει να
τακτοποιήσει τα δημοσιονομικά της, πράγμα που σημαίνει μείωση των
δαπανών του Δημοσίου και αύξηση των φορολογικών εσόδων. Αυτό, σε μια
περίοδο κρίσης, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι θα επιδεινώσει
την κρίση, μια και η αύξηση των φόρων θα μειώσει ακόμα περισσότερο
το διαθέσιμο εισόδημα και τα κέρδη των επιχειρήσεων, ενώ η μείωση
των κρατικών δαπανών ουσιαστικά είναι μείωση ζήτησης από την
οικονομία.
Αυτό, λοιπόν, το «αναγκαίο κακό» θα πρέπει να γίνει με τις
μικρότερες δυνατές συνέπειες για την απασχόληση και την ανάπτυξη.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο προτείνονται οι λεγόμενες διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις που αφενός θα διορθώσουν τη δημοσιονομική εκτροπή,
αφετέρου δεν θα οδηγήσουν σε βάθεμα της κρίσης. Τέτοιες
μεταρρυθμίσεις αφορούν δύο μεγάλους πυλώνες. Πρώτον, την περιστολή
των δαπανών και δεύτερον την αύξηση των φορολογικών εσόδων. Στην
περιστολή των δαπανών προτείνονται, μεταξύ άλλων, η
εξορθολογικοποίηση των δαπανών του Δημοσίου, οι εγγυήσεις διαφάνειας
στους διαγωνισμούς για τις κρατικές προμήθειες, επιτάχυνση των
αποκρατικοποιήσεων κ.τ.λ. Στην αύξηση των εσόδων, προτείνονται
βασικά η πάταξη της φοροδιαφυγής, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης
κ.τ.λ.
Σε μία δύσκολη περίοδο για την παγκόσμια οικονομία, η χώρα μας
καλείται να αντιμετωπίσει μια πολύ έντονη κρίση με περιορισμένους
βαθμούς ελευθερίας λόγω των κακών δημοσιονομικών μεγεθών που
κληρονομήθηκαν. Η επίτευξη δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι
μονόδρομος. Η επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι ο
τρόπος με τον οποίο το νοικοκύρεμα των δημοσιονομικών δεν θα
επιδεινώσει μακροπρόθεσμα την ύφεση.
Την ευθύνη για τα θέματα και τις απαντήσεις έχουν τα φροντιστήρια
ΜΠΟΝΙΑ
Β. Ντουβέλης - Πατσιόγιαννης (M.Sc Univ.of Warwick)
[Περιεχόμενα
αφιερώματος Τεστ Δεξιοτήτων]
[Περιεχόμενα
ΑΣΕΠ και Διαγωνισμοί Δημοσίου]
[Κεντρική
Σελίδα]
[εισαγωγική
σελίδα]
[Forum]

[ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ]
[ΟΔΗΓΟΣ
ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ]
[ΒΙΒΛΙΑ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ]
[ΔΕΙΤΕ
ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ] [ΒΙΒΛΙΑ
online!] [Η
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ] |
|
|